Μεταφυσικό θρίλερ εκδίκησης και βίας από Λάνθιμο

kidman.jpg

Νικόλ Κίντμαν, Γιώργος Λάνθιμος

Είναι μεγάλη στιγμή σ’ ένα φεστιβάλ να μπορείς να δεις το ένα βράδυ τη νέα ταινία του Μίκαελ Χάνεκε, το «Happy End», και το άλλο πρωί το καινούριο φιλμ του Γιώργου Λάνθιμου, «The Killing of a Sacred Deer». Τι κι αν και οι δύο ταινίες είναι ένα μικρό βήμα πίσω στην προοδευτική φιλμογραφία και των δύο δημιουργών; Η εμπειρία είναι από αυτές που γράφονται στη μνήμη.

Στο «The Killing of a Sacred Deer», δυο χρόνια μετά το «Αστακό» και με την παγκόσμια προσοχή στραμμένη πάνω του, ο Γιώργος Λάνθιμος κάνει, στην ουσία, ένα θρίλερ. Μια ταινία που ξεκινά σαν Λαρς φον Τρίερ, με μπαρόκ μουσική σε ολόμαυρο κάδρο, συνεχίζει σαν Κιούμπρικ, με την κάμερα να παρατηρεί διαδρόμους με μεγάλο βάθος πεδίου και κλειστά δωμάτια με ευρυγώνιους φακούς και τελειώνει σαν Χάνεκε («Funny Games») με την απόλυτη διάσπαση μιας μεγαλοαστικής οικογένειας.

Αλλά πολύ περισσότερο είναι μια ταινία του Γιώργου Λάνθιμου που δοκιμάζει κάτι καινούργιο: ένα θρίλερ με σασπένς, ένα παιχνίδι υποβλητικής κινηματογραφικής αισθητικής, ένα σινεμά νέου, γι’ αυτόν, ύφους, που το μόνο στοιχείο που τον κρατά συνδεδεμένο με το παρελθόν του είναι οι μανιερισμοί στο σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου (οι βραχείς διάλογοι με το χιούμορ του παραλόγου), κι αυτοί περιορισμένοι.

Η ιστορία παρακολουθεί έναν γιατρό, καρδιοχειρουργό, με μια πανέμορφη οφθαλμίατρο σύζυγο και δύο παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Θέλοντας να εκτονώσει τις όποιες ενοχές του, ο ήρωας, ο Στίβεν, πλησιάζει προστατευτικά ένα αγόρι, τον Μάρτιν, του οποίου ο πατέρας πέθανε στο χειρουργικό τραπέζι του. Μόνο που ο Μάρτιν δεν θέλει ζεστασιά και τρυφερότητα: θέλει την απόλυτη εκδίκηση, το δικό του «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», σε μια ιστορία βίας, τιμωρίας σε μεταφυσικές αποχρώσεις και θυσίας.

Δεν είναι αίνιγμα, ούτε ανακάλυψη: από τον τίτλο της ταινίας, «Σκοτώνοντας το Ιερό Ελάφι» και, φυσικά, στην πορεία της ταινίας, είναι σαφής η αναφορά στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι». Ο άνθρωπος δεν είναι Θεός ούτε καν εάν είναι… γιατρός, όσο κι αν καμιά φορά το πιστεύει, και εάν υπερβεί το μέτρο του, θα του ζητηθεί η θυσία που του αξίζει.

Αυτή η σεναριακή φόρμα, που προκαλεί τη σύγκρουση της επιστήμης με το μεταφυσικό, και του ανθρώπινου με το «κάτι άλλο εκεί έξω» και με την ηθική κρίση, διατυπώνεται, ωστόσο, τόσο προφανώς, τόσο ρηχά, που ενώ ολόκληρη η δομή της ταινίας σε κάνει να λαχταράς κάτι σημαντικό για ν’ ακουμπήσεις, τελικά δεν το βρίσκεις γιατί δεν υπάρχει - ενώ διαρκώς σου επισημαίνει την επίφαση ότι υπάρχει. Πόσο καλύτερα θα λειτουργούσε η ταινία σαν ένα θρίλερ χωρίς άλλοθι, αναφορές και (υπερτονισμένες από τους ίδιους τους ήρωες) μεταφορές.

Κι αυτό γιατί, υποστηριζόμενος από τη φωτογραφία του Θύμιου Μπακατάκη και δύο συμπληρωματικά μεγαλειώδεις ερμηνείες από τον Κόλιν Φάρελ και τη Νικόλ Κίντμαν, ο Γιώργος Λάνθιμος αναδεικνύει πιο έντονα από όποια άλλη ταινία του ότι είναι ένας σκηνοθέτης όχι μόνο με ευρήματα, αλλά με κινηματογραφικό όραμα και ικανότητα για πολλά περισσότερα απ’ όσα έχει, ώς τώρα, δοκιμάσει.

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης, σε συνέντευξη Τύπου που έδωσε μαζί με τη Νικόλ Κίντμαν και το υπόλοιπο καστ της ταινίας (απόντος του Κόλιν Φάρελ), δήλωσε αυτό που θα ευχόμασταν να είχε συμβεί: «Προσπαθώ να μην παίρνω τον εαυτό μου στα σοβαρά και να δημιουργώ και το ίδιο κλίμα και για τους συνεργάτες μου. Με τη Νικόλ είχαμε ένα αστείο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων: “μην ξεχνάς ότι πρόκειται για κωμωδία”. Το πιστεύω αυτό. Γιατί μόνο όταν αποτινάξεις τη βαρύτητα και τη σοβαροφάνεια μπορείς να δημιουργήσεις κάτι ενδιαφέρον και αληθινό».

Η Νικόλ Κίντμαν, από την πλευρά της, μίλησε απλόχερα για το πόσο την ενθουσίασε η συνεργασία τους: «Δεν εξηγεί τίποτα. Δεν δίνει καμία κατεύθυνση. Κάτι βρυχάται όταν τον ρωτάω, αλλά παραδόξως καταλαβαίνω. Οπως και καταλαβαίνω από τα μάτια του τι θέλει να πει. Είναι σίγουρα ένας παράδοξος τρόπος συνεργασίας με σκηνοθέτη.

Απόλυτα δημιουργικός. Απόλυτα απελευθερωτικός. Παίρνει όλα τα βαρίδια από πάνω μας. Μας απελευθερώνει από την ένταση, το άγχος, την αγωνία να αρέσει αυτό που κάνουμε. Είναι παράξενο. Ειδικά για μένα που έχω συνηθίσει διαφορετικά.

Είχα μόλις τελειώσει ένα θεατρικό όταν πήγα στο γύρισμα και ξαφνικά προσγειώθηκα σε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ομως, για εμάς τους ηθοποιούς, αυτό μας σπρώχνει στα άκρα. Μας κάνει να αισθανόμαστε... ζωντανοί. […] Τον πήρα τηλέφωνο μετά το γύρισμα και του το είπα: ήταν μία από τις πιο σημαντικές εμπειρίες της ζωής μου. Νομίζω ότι με υπνώτισε».

Για να συμπληρώσει, απλά και αυθόρμητα: «Με τον Γιώργο είδα τον “Κυνόδοντα” και συγκλονίστηκα. Θέλω να στηρίζω νέους σκηνοθέτες, ανθρώπους με φρέσκο όραμα, ή δημιουργούς που ακόμα δεν έχουν τη δύναμη να γυρίσουν τις ταινίες τους και με χρειάζονται. Ξέρετε, δεν χρειάζεται να δουλεύω τόσο πολύ. Αλλά δουλεύω πάρα-πάρα πολύ. Το κάνω γιατί αγαπώ τη δουλειά μου, αγαπώ το σινεμά. Και χαίρομαι πολύ ταπεινά όταν μου ζητάνε σκηνοθέτες όπως ο Λάνθιμος να παίξω σε ταινίες τους».

Ο Γιώργος Λάνθιμος, φυσικά, αναφέρθηκε και στη (δημιουργική, επαγγελματική) σχέση του με την Ελλάδα: «Παλιότερα ήμουν πολύ αρνητικός στο να επιστρέψω στην Ελλάδα για δουλειά· τώρα σκέφτομαι περισσότερο ότι θα το έκανα. Οι ταινίες μου μπορούν να γυριστούν οπουδήποτε. Και γι’ αυτό τώρα έχω την εμπειρία τού πώς γυρίζονται ταινίες σε αρκετές άλλες χώρες.

Ομως υπάρχει μία ελευθερία στο να γυρίζεις ταινία στην Ελλάδα που δεν τη βρίσκεις αλλού. Την αποζητώ αυτή την ελευθερία - είναι λογικό ότι σε πιο οργανωμένα σετ πρέπει να υπακούς συγκεκριμένους κανόνες που σε περιορίζουν. Οπότε, ναι. Αν υπήρχε μία ταινία που θα είχε νόημα να γυριστεί στην Ελλάδα, θα το έκανα...»

Μίκαελ Χάνεκε, Ιζαμπέλ Ιπέρ Μίκαελ Χάνεκε, Ιζαμπέλ Ιπέρ |

Πώς χτίζει ο Χάνεκε τις ταινίες του

Λίγες ώρες πίσω, ο Μίκαελ Χάνεκε έδωσε τη δική του εκδοχή τού (καθόλου) «Happy End» με τη νέα του ταινία, επίσης ένα βήμα πίσω στην εκπληκτική φιλμογραφία του.

Αυτή τη φορά ο Χάνεκε, σαν να διαβάζει τις «οδηγίες για να κάνετε μια ταινία του Μίκαελ Χάνεκε σε πέντε εύκολα βήματα», παρουσιάζει μια μπουρζουά οικογένεια που, στην κάθε πτυχή της, στο κάθε μέλος της -ο πατριάρχης είναι υπερήλικας, ο ένας γιος πρέπει να φροντίσει τη μικρή κόρη του γιατί η πρώην γυναίκα του βρίσκεται σε κώμα, ο εγγονός του είναι ένα αυτοκαταστροφικό τίποτα κι η κόρη του, μόνη αυτή, προσπαθεί να μαζεύει τα σπασμένα- βρίσκεται σε αποσύνθεση και προκαλεί κι αυτή την ηθική ή σωματική τιμωρία.

Ο Μίκαελ Χάνεκε μας έχει συνηθίσει σ' αυτή τη φόρμα: μια ήρεμη δράση, μια υπόγεια αίσθηση κινδύνου, που κυλά χωρίς να καταλαβαίνεις ακριβώς πώς τα στοιχεία της συνδέονται, και καταλήγει σ' ένα φινάλε τόσο δυνατό που αυτομάτως τοποθετεί τα κομμάτια στη σωστή τους θέση και σου κόβει ακαριαία την ανάσα - το έκανε, για παράδειγμα, στο «Caché».

Μας έχει συνηθίσει και στην κυνική απόρριψη, ή τιμωρία, της μεγαλοαστικής τάξης, της ευρωπαϊκής μπουρζουαζίας - το κάνει σχεδόν σε όλες τις ταινίες του, από το «Funny Games» ώς τη «Λευκή Κορδέλα».

Σ' αυτήν εδώ, όμως, την ταινία, καταδικάζει τους ήρωες και την κοινωνική τους τάξη, την τιμωρεί με μια ισοπεδωτική κατάρρευση, χωρίς στ' αλήθεια σχέσεις αιτιότητας, χωρίς υπόβαθρο, αφήνοντάς μας να συνδέσουμε τα κομμάτια με κρίκους την κοινή μας γνώση της πραγματικότητας και μια σειρά αυθαίρετων υποθέσεων.

Μιλώντας στους δημοσιογράφους, ο Μίκαελ Χάνεκε εξήγησε πώς σκέφτεται και χτίζει τις ταινίες του: «Μαζεύω τα χρώματα μιας προσωπικότητας και χτίζω μια ιστορία, πράγμα που είναι πάντα δύσκολο, γιατί εξαρτάται από χιλιάδες πράγματα. Αρα δεν έχω σύστημα, κάθε φορά δουλεύω και λίγο διαφορετικά. Θέλω ν’ αφηγούμαι όσο γίνεται λιγότερα, αυτή είναι η μέθοδός μου. Κι ελπίζω ότι διασχίζω τη ζωή με μάτια ανοιχτά».

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ