Μετά τα Συμβούλια Ιδρύματος

aei_eurokinissi.jpg

ΕUROKINISSI/ ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ (ΦΩΤ.: ΑΡΧΕΙΟΥ)

Το επιχείρημα, με βάση το οποίο θεσμοθετήθηκαν τα Συμβούλια Ιδρύματος στα ΑΕΙ (νόμος 4009/2011) ήταν η έλλειψη ουσιαστικού ελέγχου και λογοδοσίας της διοίκησης. Με βάση το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο, αλλά και τις εθιμικές πρακτικές που είχαν ακολουθηθεί από το 1982 και μετά, υπήρχε πράγματι ένα πρόβλημα:

Εν ονόματι του αυτοδιοίκητου, οι πρυτανικές αρχές και η Σύγκλητος των δημόσιων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είχαν κατ’ ουσίαν αυτονομηθεί, ενώ η εποπτεία των ΑΕΙ από την Πολιτεία είχε εκφυλιστεί σε ένα άκομψο πάρε-δώσε ανάμεσα στους αξιωματούχους της διοίκησης και τους πολιτικούς παράγοντες του υπουργείου Παιδείας.

Δυστυχώς, η λύση που επελέγη το 2009 από το επιτελείο της Αννας Διαμαντοπούλου είχε έντονα τα στοιχεία του ρεβανσισμού και όχι τον χαρακτήρα μιας ώριμης και καλοσχεδιασμένης θεσμικής παρέμβασης.

Υπάρχει εξήγηση γι’ αυτό. Οι δυνάμεις του πολιτικού κατεστημένου (στο οποίο ανήκε θέσει, έργω και λόγω η τότε υπουργός) δεν αποδέχτηκαν ποτέ την κατά κράτος ήττα τους, όχι βέβαια στη σφαίρα της νομής των εξουσιών μέσα στο Πανεπιστήμιο, αλλά στη σφαίρα του ηθικού πλεονεκτήματος που επί δεκαετίες διέθετε μια «πολιτισμική-ακαδημαϊκή Αριστερά».

Μπορεί οι συστημικές δυνάμεις να αναδείκνυαν πρυτάνεις, αλλά η στάση ζωής μιας μερίδας πανεπιστημιακών που δεν εμπλεκόταν στο παιχνίδι εξουσίας, η έντιμη πολιτεία τους και η προσήλωσή τους στους θεσμικούς κανόνες, είχαν τη μορφή μιας διαρκούς καταγγελίας. Κι αυτό ακριβώς τους έδινε ηγεμονική θέση στην κλίμακα μιας ανεστραμμένης, εναλλακτικής ιεραρχίας.

Τι ευκολότερο λοιπόν από το να ονομάσουν οι καθεστωτικές δυνάμεις «Αριστερά» ό,τι πιο έκνομο, ανορθολογικό και ουσιαστικά απολίτικο υπήρχε μέσα στα ιδρύματα, ξεκινώντας έναν επικοινωνιακό και νομοθετικό πόλεμο με απώτερο στόχο την περιθωριοποίηση της αντίθετης άποψης και ιδίως της αντίθετης στάσης που ακολουθούσε η πραγματική αντιπολίτευση μέσα στα Πανεπιστήμια;

Με τα Συμβούλια Ιδρύματος επιτυγχάνονταν άλλωστε όχι μόνο η καθιέρωση μιας αυταρχικής υπερ-ηγεσίας, αλλά και η διεύρυνση των δυνάμεών τους με ένα σύνολο καλοπροαίρετων επιστημόνων από το εξωτερικό που προσέφεραν νομιμοποίηση στις πονηρές μεθοδεύσεις τους.

Η άρθρωση μιας φοβικής -και ταυτόχρονα εκφοβιστικής- ρητορικής, ο αποκλεισμός υποψηφίων στις πρυτανικές εκλογές και η ταυτόχρονη προβολή ενός μεγαλόσχημου «αφηγήματος» που διεκδικούσε τις δάφνες του Χάρβαρντ και του ΜΙΤ (χωρίς να υπάρχει βέβαια ούτε η ακαδημαϊκή παράδοση, ούτε οι πόροι, ούτε η αντίστοιχη αγορά) ήταν αυτό που στιγμάτισε τον σύντομο βίο των Συμβουλίων Ιδρύματος.

Κατά δική τους ομολογία, η κ. Διαμαντοπούλου και οι διάδοχοί της δεν στήριξαν καμία άλλη πρωτοβουλία των Συμβουλίων, πλην του ακυρωτικού ρόλου τους και του μισαλλόδοξου λόγου των πιο ακραίων μελών τους. Κι έτσι φτάσαμε στη σημερινή κατάσταση.

Το υπουργείο Παιδείας αντιπροτείνει τώρα τον θεσμό των Ακαδημαϊκών Συμβουλίων Εκπαίδευσης και Ερευνας, που εντέλλονται να εκπονήσουν εξειδικευμένες στρατηγικές και να ενοποιήσουν λειτουργικά τα δημόσια ιδρύματα (Πανεπιστήμια, ΤΕΙ, Ερευνητικά Κέντρα) που υπάρχουν σε κάθε γεωγραφική περιφέρεια.

Τα νέα όργανα είναι μια εύστοχη θεσμική απάντηση στο ώριμο αίτημα που διατυπώνουν οι επιμέρους επιστημονικές κοινότητες, δηλαδή τη συγκρότηση του ενιαίου χώρου εκπαίδευσης-έρευνας, με οριζόντια κινητικότητα φοιτητών και προσωπικού, συνέργειες στο επιστημονικό επίπεδο και εξασφάλιση της εξωστρέφειας και της προβολής του ακαδημαϊκού έργου στην κοινωνία.

Παράλληλα όμως, τα νέα Συμβούλια θα αποτιμούν την υλοποίηση του προγράμματος κάθε επιμέρους φορέα, χωρίς να παρεμβαίνουν άμεσα στις διαδικασίες του αντίστοιχου ιδρύματος, απευθύνοντας τα πορίσματά τους στο υπουργείο.

Με αυτόν τον τρόπο, η Πολιτεία θα μπορεί επιτέλους να ασκήσει τον εποπτικό της ρόλο επί της ουσίας.

Το σχέδιο αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τη μικρο-διαχείριση που αποπειράθηκαν να κάνουν τα Συμβούλια Ιδρύματος, ούτε με οτιδήποτε άλλο υπάρχει ήδη (όπως π.χ. τα Περιφερειακά Συμβούλια Ερευνας-Καινοτομίας, που είναι κατ’ ουσίαν όργανα της περιφερειακής αυτοδιοίκησης).

Με την κρίση που μαστίζει τον τόπο και τη δημοσιονομική εποπτεία που μας έχει επιβληθεί θα περίμενε κανείς οι δυνάμεις που ευθύνονται για όλα αυτά να έχουν βγάλει -έστω εμμέσως και σιωπηρά- τα συμπεράσματά τους και να αδράξουν την ευκαιρία. Αντί όμως γι’ αυτό, τα νέα μέτρα αντιμετωπίζονται από ορισμένες πλευρές με περισσή ελαφρότητα και φανατισμό.

«Τώρα μπορεί ο καθένας να μιλά και κυρίως να γράφει», λέει ο Αναγνωστάκης. Ισως όμως θα πρέπει η ίδια η επιστημονική κοινότητα, όχι διά των αξιωματούχων της διοίκησης, αλλά μέσω των φυσικών προσώπων που δίνουν ζωή κάθε μέρα στα αμφιθέατρα, να πει κι εκείνη τη δική της λέξη.

Ισως οι τοπικές κοινωνίες θα πρέπει με τον τρόπο τους να μιλήσουν. Αυτή την πρόσκληση απευθύνουν τόσο το σημείωμα που διαβάζετε όσο και ο συντάκτης του.

* καθηγητής Βιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

sgeorgat@gmail.com

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας