Λύκοι στον κήπο της Εδέμ

gynaika.jpg

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΑΣΑΡΓΙΩΤΑΚΗ

«Μάτια φωτογραφική μηχανή». Η Ανατομία Κόρης της Μαρίας Φακίνου ξεκινά με την παραπάνω φράση, την οποία ξανασυναντάμε στη συνέχεια σε αρκετές από τις ιστορίες που απαρτίζουν το ανά χείρας βιβλίο.

Και πράγματι, τα σύντομα ετούτα κείμενα μοιάζουν με σκηνές οι οποίες θα μπορούσαν να αιχμαλωτιστούν στο ελάχιστο διάστημα που μένει ανοιχτό το διάφραγμα ενός φωτογραφικού φακού. Εδώ, ο φακός ανοιγοκλείνει πίσω απ’ τα βλέφαρα μιας «κόρης», της αφηγήτριας, και οι αιχμάλωτες εικόνες αποτυπώνουν τη δική της ματιά πάνω στον μικρόκοσμο που την περιβάλλει:

«Μάτια φωτογραφική μηχανή: Καλοκαίρι στον Κήπο της Εδέμ. Η μαμά λιάζεται σε μια καρέκλα με ξεθωριασμένο πανί. Ξάφνου τη βλέπω να ξεκαρδίζεται σ’ ένα γάργαρο γέλιο. Φέρνει τα γόνατα στο πρόσωπο για να προστατευτεί. Ο μπαμπάς τη σημαδεύει με το ανοιχτό λάστιχο του ποτίσματος. Ο μπαμπάς ψιχαλίζει τη μαμά».

Αυτό είναι το πρώτο κείμενο-στιγμιότυπο που μας μεταφέρει η κόρη της οικογένειας και, καθώς είναι το μοναδικό άτιτλο, κατέχει τρόπον τινά θέση εισαγωγικού σημειώματος.

ΜΑΡΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ «Ανατομία κόρης» Αντίποδες, 2017 Σελ. 80 ΜΑΡΙΑ ΦΑΚΙΝΟΥ «Ανατομία κόρης» Αντίποδες, 2017 Σελ. 80 |

Πού μας εισάγει όμως η αφηγήτρια; Στον Κήπο της Εδέμ, στον μικρό «παράδεισο» της οικογένειας, τα τέσσερα μέλη της οποίας δεν δηλώνονται πουθενά με το όνομά τους. Εν αρχή λοιπόν ήταν η μαμά κι μπαμπάς. Η μαμά κι ο μπαμπάς είναι ευτυχείς και πλήρεις στον ιδιωτικό τους Κήπο, όπου ερωτοτροπούν.

Ο φακός της αφηγήτριας τους αποτυπώνει στη μνήμη για να τους μεταφέρει μετά στο φωτογραφικό χαρτί-σελίδα σε ένα ενσταντανέ με εύγλωττες φροϊδικές συνδηλώσεις.

Πόσο αθώος ή παραδείσιος είναι όμως αυτός ο οικογενειακός Κήπος; Στο επόμενο κείμενο με τίτλο «Στον κήπο της Εδέμ» η αφηγήτρια δηλώνει πως ό,τι θυμάται «είναι ένα παλίμψηστο από Καθαρές Δευτέρες. Μισοτελειωμένα γεύματα, λεκιασμένα τραπεζομάντιλα, ακρωτηριασμοί μικρής κλίμακας». Οι Καθαρές Δευτέρες της οικογένειας δεν είναι λοιπόν και τόσο καθαρές.

Ο Παράδεισος είναι λεκιασμένος με αίματα. Ακολουθώντας τα ίχνη του τρίτου κειμένου βρίσκουμε στον Κήπο δεκαπέντε πουλάκια σκοτωμένα από το χέρι του δίδυμου αδελφού της κόρης. Εκείνη τα θάβει κάτω από νωπά φύλλα ψιθυρίζοντας μια προσευχή. Η κόρη ανακαλύπτει έναν σκοτεινό δαιδαλώδη κήπο μέσα της και καταφεύγει σε αυτόν όταν το έξω απειλεί το μέσα, όπως μας λέει.

«Ο αδελφός με κυνηγά μέσα στον Κήπο. Φαντάζει μυθικός στα μάτια μου. Τρέχω να κρυφτώ ανάμεσα στα δέντρα, με πιάνει λόξιγκας απ’ την τόση ευτυχία.

Τώρα θα σε τσιμπήσω, προειδοποιεί και σπαρταρώ ήδη από το επικείμενο βασανιστήριο, τώρα θα σε φιλήσω, τα πρώτα γένια στις παρειές, τώρα θα βάλω το χέρι στο βρακάκι σου.[…] Τα όνειρά μου στοίχειωσαν από τη μορφή του να κουβαλά στους ώμους ένα κουφάρι λύκου. Κάθε φορά κι ένας εραστής μου».

Αν δούμε την Ανατομία Κόρης υπό το πρίσμα της σύγχρονης θεωρίας της λογοτεχνίας που θέλει τα κείμενα να συνομιλούν μεταξύ τους, το νήμα τότε αυτής της συνομιλίας θα μας οδηγήσει, πιστεύω, στο εμβληματικό μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου Η Κασσάνδρα και ο Λύκος.

Δεν είναι μόνο η συχνή αναφορά της Φακίνου στη μορφή του Λύκου και ο ρόλος του στην προσωπική μυθολογία της ηρωίδας που παραπέμπει σε αυτή τη διακειμενική σύνδεση.

Η έκκεντρη και τολμηρή διερεύνηση της παιδικής και δη θηλυκής σεξουαλικότητας καθώς αυτή ωριμάζει, η ανατομία των οικογενειακών αλληλοεξαρτήσεων (με έμφαση στη σχέση της κόρης με τη μητέρα), η ανάδειξη του τραύματος και του θανάτου ως μοχλών ενηλικίωσης αλλά και η απελευθερωτική λειτουργία της γλώσσας ως μέσο κατανόησης και ελέγχου της πραγματικότητας μας επιτρέπουν να διακρίνουμε κάτω απ’ την επιφάνεια ετούτων των σελίδων να υποφώσκουν κατά τόπους οι σελίδες της Καραπάνου.

Πέραν όμως της συνειδητής ή ασυνείδητης αυτής συνομιλίας, η Ανατομία Κόρης προσκομίζει μια ενδιαφέρουσα λογοτεχνική ματιά.

Ο τρόπος της συγγραφέως να μιλά μέσω οπτικών θραυσμάτων, μέσω αποσπασματικών εικόνων, ελλειπτικών σκηνών που ανασύρονται με τη λαβίδα της μνήμης χωρίς, ως επί το πλείστον, να σχολιάζονται ή να αλλοιώνονται από το διαβρωτικό οξύ της νοσταλγίας, κάνουν τα κείμενα ευθύβολα κι αρκετά «ποιητικά» παρόλη τη λιτότητα των μέσων τους.

Κατά τη γνώμη μου, βέβαια, το ιδιαιτέρως μικρό μέγεθος των κειμένων αλλά και ολόκληρου του βιβλίου απαιτεί τη μεγιστοποίηση της πυκνότητας και της εκφραστικής δύναμης των λέξεων που όσο ελαφρύτερες σε μελάνι τόσο βαρύτερες προσδοκώνται σε σκέψη και αίσθημα.