Κυπριακό: τι κρύβεται πίσω από τις εγγυήσεις

kypros-prasini_zoni.jpg

Πράσινη γραμμή στη Λευκωσία AP Photo/Petros Karadjias

Το ζήτημα των εγγυήσεων κανονικά δεν θα έπρεπε να είχε αναγορευτεί σε μεγάλο θέμα, σε σημείο μάλιστα που να θέτει σε κίνδυνο την πορεία της ανεύρεσης λύσης.

Είναι προφανές ότι οι εγγυήσεις του 1960 είναι απηρχαιωμένες όπως έχουν τονίσει ο Αναστασιάδης και η Αθήνα, αλλά ακόμη και ξένοι αξιωματούχοι, όπως το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών επί προέδρου Ομπάμα και η Βρετανία.

Από την άλλη, δεν μπορεί να εκλείψουν τελείως κάποιες εγγυήσεις για την ασφάλεια μόνο και μόνο από το γεγονός ότι η Κύπρος είναι κράτος-μέλος της Ε.Ε. Χρειάζεται κάτι πιο σύγχρονο και αποτελεσματικό, εγγυήσεις του ΟΗΕ ή και παραμονή μέρους της ειρηνευτικής δύναμης για κάποιο διάστημα, ή ίσως ένας ειδικός μηχανισμός της Ε.Ε., ακόμη και κάποιος εγγυητικός ρόλος από πλευράς ΝΑΤΟ.

Ομως το θέμα δεν είναι και τόσο απλό στην επίλυσή του και σε αυτό επέτυχαν εν μέρει οι καλοθελητές στην Αθήνα και την Αγκυρα που το έθεσαν όχι ως θέμα ουσίας ή αρχής, αλλά για να σαμποτάρουν τις συνομιλίες.

Το θέμα των εγγυήσεων, στις πιο ακραίες εκδοχές του, δηλαδή η πλήρης κατάργησή τους από τη μια και η διατήρησή τους ως έχουν από την άλλη, δεν αποτελεί απλή αγκύλωση, εμμονή ή καπρίτσιο.

Αγγίζει τις πλέον ευαίσθητες χορδές των δύο κοινοτήτων, γιατί ακριβώς οι «αρχικές εγγυήσεις» και η «μη εφαρμογή τους» άπτονται των δύο μεγάλων τραυμάτων εκάστης πλευράς, της τουρκικής εισβολής και κατοχής του 1974, που ακριβώς στηρίχτηκε στις εγγυήσεις του 1960, και των αιματηρών σε βάρους των Τουρκοκυπρίων επεισοδίων του 1963-64, όπου οι εγγυήσεις δεν λειτούργησαν για να τα αποσοβήσουν.

Κανονικά και τα δύο αυτά γεγονότα είναι εντελώς αδιανόητα σήμερα.

Καμία σχέση δεν έχει η σημερινή κατάσταση με την τότε.

Το 1963-64 τον λόγο είχαν οι ένοπλες ομάδες του Γιωρκάτζη, του Λυσσαρίδη και του Σαμψών, το δε 1974 τον λόγο είχαν αρχικά η φονική ΕΟΚΑ Β’, η ελληνική χούντα του Ιωαννίδη και ο Σαμψών.

Και βέβαια είχαμε τη δεύτερη τουρκική εισβολή που ήταν πολύ πιο καταστροφική και αιματηρή, με τους χιλιάδες νεκρούς και τους πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους τη χώρα.

Επιπλέον, η τουρκική αυτή στρατιωτική προέλαση διά της οποίας κατελήφθη σχεδόν το 37% του κυπριακού εδάφους ήταν εντελώς αδικαιολόγητη, μια και είχε επανέλθει η πολιτειακή ομαλότητα τόσο στην Κύπρο όσο και στην Αθήνα.

Από την άλλη, τα τραύματα αυτά είναι βαθύτατα και δεν επουλώνονται εύκολα.

Οι μισοί και πλέον Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι έχουν ζήσει τα τραγικά αυτά γεγονότα και για τους περισσότερους παραμένουν οι εφιάλτες τους (τα δε παιδιά τους τα γνωρίζουν από τους γονείς τους και από όσα μαθαίνουν στη διαδικασία κοινωνικοποίησης στο σχολείο, καθώς και από τα εκατέρωθεν μουσεία του αγώνα στα οποία καταγράφονται αποκλειστικά οι ωμότητες της άλλης πλευράς).

Και πάντως για τους περισσότερους Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους τα τραύματα αυτά δεν ξεπερνιούνται με νηφάλια και ορθολογική σκέψη.

Οπως εύστοχα ελέχθη πρόσφατα από έναν Ελληνα ερευνητή που εργάζεται στο νησί, «στην Κύπρο δεν πολεμάμε με τα γεγονότα, αλλά με τα φαντάσματα».

Τα δε τραύματα εν προκειμένω μεταφράζονται σε κάτι άλλο πρωτεύον, στον αγώνα επιβίωσης της κάθε πλευράς, επιβίωση που δεν μπορεί να τίθεται σε καμία περίπτωση εν αμφιβόλω.

Η μια πλευρά λέει, διά στόματος Νίκου Αναστασιάδη, ότι η εμμονή της Τουρκίας να παραμείνει εγγυήτρια είναι σαν να ζητούσαμε από τη Λετονία να αποδεχτεί ρωσική εγγύηση ασφαλείας.

Λίγοι θα διαφωνούσαν με τον εύστοχο αυτό παραλληλισμό.

Η άλλη όμως πλευρά λέει, διά στόματος Μουσταφά Ακιντζί, χωρίς την ύπαρξη τουρκικής εγγύησης, τι θα μπορούσε στο μέλλον να αποσοβήσει μια επανάληψη του αιματηρού 1963-64;

Πώς ξεπερνιέται το θέμα των εγγυήσεων και πώς γεφυρώνονται οι διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών;

Το ζητούμενο είναι να εξασφαλίζεται η πραγματική ασφάλεια (και η ψυχολογική αίσθηση ασφάλειας) και για τις δύο κοινότητες της Κύπρου, μία «κοινή ασφάλεια» όπως ονομάζεται από τους ειδικούς στα θέματα διεθνούς ασφάλειας.

Και εδώ τον αποκλειστικό λόγο τον έχουν οι ηγεσίες των δύο κοινοτήτων, που γνωρίζουν πολύ καλύτερα από την Αθήνα και την Αγκυρα τι είναι το καλό για την κοινότητά τους.

Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι οι δύο ηγέτες είναι σε θέση να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση στο θέμα αυτό, που θα καλύπτει πλήρως τις ανάγκες και τους φόβους των δύο κοινοτήτων.

Γενικότερα, αν η Αθήνα και η Αγκυρα τους αφήσουν ήσυχους (ειδικά η Αγκυρα), το Κυπριακό θα λυθεί ευνοϊκά με επανένωση στο άμεσο μέλλον και επιτέλους θα αρθεί η αναχρονιστική διχοτόμηση του νησιού.

*καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέας δύο βιβλίων για το Κυπριακό και την επίλυσή του

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας