Κρίνοντας το ωραίο

mouseio.jpg

Κρίνοντας το ωραίο Πηγές του ωραίου και του γούστου...

Ενα από τα δεινά που ταλανίζουν τον χρόνο είναι ότι πολύ λίγοι άνθρωποι αποφασίζουν να έχουν δικό τους γούστο. Κάτι οι γονείς, κάτι οι δάσκαλοι, κάτι οι κομματικοί καθηγητές και οι λογής μετέπειτα τεχνοκριτικοί χειραγωγούν τους περισσότερους, κάνοντάς μας μάλιστα φανατικούς όσων μας «υπέδειξαν» ως αξία. Το γούστο μας διαμορφώνεται μέσω άλλων και αυτό βέβαια φαίνεται στην κάθε κίνηση του καθενός, στον κάθε μορφασμό του. Το λυπηρό είναι ότι ουδείς παραδέχεται ότι διαμορφώνεται - ζει διά μέσου, χωρίς στυλ, που είναι κεντρική ένδειξη του χαρακτήρα όλων. Αλλά η πρόσδοση στυλ είναι τέχνη σπάνια και επίπονη· απαιτεί επιμονή, ευρυμάθεια, νοϊκή και ψυχική ευρυχωρία, διαφορετικότητα, απαιτεί επισκόπηση της δύναμης και της αδυναμίας του σώματος και ένταξη των αποτελεσμάτων αυτής της επισκόπησης στην κάθε μέρα, στην κάθε λέξη, στην όποια σκέψη.

Το γούστο δεν είναι αξία, προσμετράται όμως στον κώδικα αξιών που συντάσσουμε όταν αποφασίζουμε (εάν...) ποιοι είμαστε, τι θέλουμε. Εάν δεν μας αρέσει το γούστο κάποιου π.χ., αμέσως τον κατατάσσουμε στους «αντιπάλους» ή και στους εχθρούς ακόμη, σ’ όλους αυτούς δηλαδή που δεν επικροτούν την προσωπικότητά μας. Οι προτιμήσεις δεν υπαγορεύονται διότι πλέον δεν είναι δικές μας· άλλοι μας εξαναγκάζουν να αποφανθούμε ότι αυτό είναι καλό ή κακό (ανάλογα με το τι έχει αποφασίσει το κόμμα ή η ομάδα επιρροής-εξουσίας στην οποία δηλώνουμε εκούσια υποταγή). Οταν δε αποφαινόμαστε δεν είμαστε και τόσο σίγουροι γι’ αυτό που ισχυριζόμαστε. Οπως έχει πει (πάλι) ο Νίτσε, το ωραίο και η βεβαιότητα βρίσκονται σε σύγκρουση, αφού δεν θέλουμε να μάθουμε τι είναι αυτό που κάνει ωραία τα πράγματα και κατά συνέπεια πιο ωραίους (αναγκαίους-χρήσιμους έστω) εμάς.

Σ’ ένα ωραίο άρθρο του ο σπουδαίος Ελληνας διανοητής Αλέξανδρος Νεχαμάς (Δευκαλίων, τεύχος 25) μεταφέρει τη λύπη του Οσκαρ Ουάιλντ που δεν μπόρεσε να πει πρώτος ό,τι του είπε ένας διάσημος ζωγράφος· «μακάρι να το είχα πει εγώ αυτό» αναφώνησε ο ευφυής αυτός αισθητιστής. Ο ζωγράφος είχε διαβάσει έναν τεχνοκριτικό των «Times» να λέει την άποψή του για μερικούς πίνακες ζωγραφικής. Επιασε λοιπόν τρυφερά το χέρι του κριτικού και του είπε: «Φίλε μου, δεν πρέπει ποτέ, μα ποτέ, να λες αν ένας πίνακας είναι “καλός” ή “κακός”! Να λες μόνο “Αυτό μου αρέσει” ή “Εκείνο δεν μου αρέσει”». Βρίσκω εξαιρετικά καλού γούστου τον ζωγράφο που εντυπωσίασε τον μεγάλο Ιρλανδό συγγραφέα φαρμακερόν τον ίδιο σε ολιγόλογες εκφράσεις. Ελεγε, λ.χ., ότι η Αμερική είναι η μοναδική χώρα που πέρασε από τη φάση της βαρβαρότητας στη φάση της παρακμής χωρίς να διανύσει το ενδιάμεσο στάδιο του πολιτισμού. Συμβούλευε ακόμη να συγχωρούμε τους εχθρούς μας διότι «τίποτε δεν μπορεί να τους εκνευρίσει περισσότερο».

Καλά είναι όλα αυτά όταν κρίνεις ένα αντικείμενο τέχνης· τα προβλήματα παρουσιάζονται όταν κρινόμεθα γύρω μας (ο ένας τον άλλο, οι πολλοί τον έναν, τους λίγους κ.ο.κ.). Δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι ο τάδε μάς αρέσει ή ο δείνα μάς ενοχλεί με βάση τον βαθμό αρεσκείας μας· χρειάζεται κάτι παραπάνω, απαιτείται μάλλον κάτι πολύ παραπάνω για να μην προσβάλλουμε το υποκείμενο της κριτικής (μας). Εντάξει, δεν γίνεται λόγος για το γούστο του καλλιεργημένου αστού που διαμορφώνει τάχα την αισθητική ή την προΰπαρξη του γούστου, την αντικειμενικότητά του και λοιπά. Μιλούμε για απλά πράγματα, γουστόζικα όσο και σοβαρά (αυτό δεν αποτελεί αντίφαση ή αντινομία).

Δεν υπάρχει λόγος να σκοτιζόμαστε ή να προστρέχουμε στους τελευταίους αιώνες για να ανακαλύψουμε τις πηγές του ωραίου και του γούστου και του κακού συναπαντήματος. Αρκεί η ειλικρίνεια, η ολιγάρκεια, η αυτάρκεια, ο σεβασμός, η καλή διάθεση, η πνευματική άσκηση, ο χορός, ο τρόπος του τρώγειν, του πίειν, του βαδίζειν. Κάπως έτσι θα οφείλαμε, ίσως, να κρίνουμε τους πολιτικούς μας.