Κορέα, το ξεχασμένο σφαγείο

fantasma1.jpg

Δεν είναι η Χιροσίμα αλλά η Πιονγιάνγκ, πρωτεύουσα της Βόρειας Κορέας – ή μάλλον ό,τι απέμενε απ’ αυτήν, μετά τους σφοδρούς αμερικανικούς βομβαρδισμούς του 1950-1952 Δεν είναι η Χιροσίμα αλλά η Πιονγιάνγκ, πρωτεύουσα της Βόρειας Κορέας – ή μάλλον ό,τι απέμενε απ’ αυτήν, μετά τους σφοδρούς αμερικανικούς βομβαρδισμούς του 1950-1952 | ASSOCIATED PRESS

«Ο στρατός μας που πήγε στην Κορέα / πολεμούσε για ιδανικά / είχε πνίξει τους κίτρινους στο αίμα / δείχνοντάς τους τι θα πει λευτεριά»

Ελληνικό στρατιωτικό εμβατήριο

Ενα φάντασμα πλανιέται τον τελευταίο καιρό πάνω από τη Βορειοανατολική Ασία, απειλώντας άμεσα την παγκόσμια ειρήνη: το φάντασμα του «μικρού παγκοσμίου πολέμου» της Κορέας (1950-1953). Πολέμου απωθημένου μεν στη συλλογική μνήμη που συγκροτείται κι αναπαράγεται μέσω των ΜΜΕ, η κληρονομιά του οποίου επικαθορίζει όμως σαφώς τα ανακλαστικά των πρωταγωνιστών του παιδαριώδους ντέρμπι Ντόναλντ Τραμπ - Κιμ Γιονγκ Ουν.

 Στην περίπτωση των ΗΠΑ, πρόκειται για τον πρώτο πόλεμο της Ιστορίας που δεν κέρδισε η παραπαίουσα υπερδύναμη. Λιγότερο τραυματικός (και διχαστικός) μεν από την ήττα της στο Βιετνάμ, παραμένει όμως για τη μιλιταριστική Δεξιά το σύμβολο μιας ανεπίτρεπτης αναποφασιστικότητας της τότε πολιτικής ηγεσίας, που «δεν τόλμησε» να διασφαλίσει τη νίκη με χρήση πυρηνικών όπλων.

Η κυρίαρχη δε αφήγηση για το ξέσπασμά του, σύμφωνα με την οποία η κομμουνιστική Βόρεια Κορέα επιτέθηκε στα καλά καθούμενα τα ξημερώματα της 25ης Ιουνίου 1950 εναντίον του «δημοκρατικού» Νότου, προσφέρει μέχρι σήμερα το ιστορικό υπόβαθρο για τη στοχοποίηση του καθεστώτος της Πιονγιάνγκ ως «απροκάλυπτα επιθετικού».

 Ακόμη περισσότερο καθοριστικά επιδρά, ωστόσο, αυτή η πολεμική εμπειρία στις επιλογές και τη στάση των Βορειοκορεατών.

Αν μη τι άλλο, το 1950-1953 η χώρα τους (και μεγάλο μέρος της Νότιας Κορέας) μεταβλήθηκε συνειδητά σε έρημο από τα αμερικανικά όπλα, εν ονόματι μάλιστα του ΟΗΕ.

Αποσιωπημένες από τον κυρίαρχο τότε μακαρθισμό, οι εκατόμβες αυτές έγιναν σταδιακά γνωστές τις τελευταίες δεκαετίες χάρη στο άνοιγμα των αρχείων, την εμφάνιση μιας νέας γενιάς Αμερικανών ιστορικών που διαμορφώθηκαν στα χρόνια του Βιετνάμ και, πάνω απ’ όλα, χάρη στο άνοιγμα των στομάτων στη Νότια Κορέα μετά την ολοκλήρωση της εκεί μεταπολίτευσης.

Μαζί με την εικόνα του πολέμου αυτού καθαυτού, αποδομήθηκαν και τα ψυχροπολεμικά στερεότυπα γύρω από τα αίτιά του.

Ο «απαραίτητος» πόλεμος

Για τους ίδιους τους Κορεάτες, ο πόλεμος αποτελούσε πραγματικότητα δύο ολόκληρα χρόνια πριν από τη διεθνοποίησή του.

Πρώην ιαπωνική αποικία με πληθυσμό απόλυτα ομοιογενή εθνικά και κοινωνικά, η χερσόνησος χωρίστηκε τον Σεπτέμβριο του 1945 σε δύο ζώνες κατοχής (αμερικανική και σοβιετική) εκατέρωθεν του 38ου παραλλήλου, ως προσωρινό μέτρο αφοπλισμού των εκεί ιαπωνικών στρατευμάτων.

Η κατάρρευση του παλιού καθεστώτος πυροδότησε μια κοινωνική επανάσταση και την ανάδυση ενός πρωτοβάθμιου δικτύου εξουσίας από «λαϊκές επιτροπές» που συγκρότησαν σε όλη τη χώρα οι δυνάμεις της αντικατοχικής αντίστασης των προηγούμενων χρόνων.

Κινητήρια δύναμη και βασικό διακύβευμα της αλλαγής ήταν η επίλυση του αγροτικού ζητήματος, με διανομή των μεγάλων αγροκτημάτων στους καλλιεργητές.

Στη σοβιετική ζώνη η επαναστατική αυτή εξουσία στηρίχθηκε από τις κατοχικές αρχές, για να πάρει σταδιακά τα χαρακτηριστικά τυπικού σταλινικού καθεστώτος.

Οι αντιστάσεις υπήρξαν σχετικά περιορισμένες, γεγονός που διευκολύνθηκε από τη φυγή πολλών αντιφρονούντων στον Νότο.

Στην αμερικανική ζώνη, αντίθετα, η παλινόρθωση του παλιού κοινωνικού καθεστώτος στηρίχτηκε στους ένοπλους συνεργάτες της ιαπωνικής αποικιοκρατίας και στη παραστρατιωτική «Βορειοδυτική Νεολαία», που επανδρώθηκε από πρόσφυγες του Βορρά.

Οι λαϊκές επιτροπές διαλύθηκαν με τη βία, τα κόμματα της Αριστεράς τέθηκαν εκτός νόμου και χιλιάδες αγωνιστές εξοντώθηκαν ή ρίχτηκαν στις φυλακές.

Η μεταπολιτευτική νοτιοκορεατική ιστοριογραφία συγκρίνει αυτή την εξέλιξη με όσα συνέβησαν την ίδια εποχή στην Ελλάδα της λευκής τρομοκρατίας (Dong Choon Kim, 2004, σ. 528).

Τον Μάιο του 1948 το καθεστώς του Νότου πραγματοποίησε χωριστές εκλογές, με συμμετοχή μόνο της Ακροδεξιάς. Ακολούθησε τον Σεπτέμβριο η ανακήρυξη «Λαϊκής Δημοκρατίας» στον Βορρά.

Και τα δυο καθεστώτα απέρριπταν το ένα τη νομιμότητα του άλλου, προβάλλοντας τη δική τους στο σύνολο της χερσονήσου.

Στη Νότια Κορέα, η έννομη και παρακρατική βία σε βάρος της Αριστεράς πυροδότησε το 1946 μαζικές εξεγέρσεις και το 1948 ένα αρκετά μαζικό αντάρτικο, για την καταστολή του οποίου σκοτώθηκαν 100.000 περίπου πολίτες μέσα σε μία διετία. Εξαιρετικά συχνά έγιναν και τα συνοριακά επεισόδια, που εξελίχθηκαν σε κανονικές μάχες με χρήση πυροβολικού.

Τα σοβιετικά αρχεία πιστοποιούν πως η ηγεσία του Βορρά είχε αποφασίσει ήδη από το 1949 να συνδράμει στρατιωτικά τους συντρόφους της στον Νότο, εμποδίστηκε όμως από τη Μόσχα για ν’ αποφευχθεί στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ.

Ωσπου, στις 12/1/1950, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Ντιν Ατσεσον ανακοίνωσε δημόσια πως η «αμυντική περίμετρος» της Δύσης στη ΒΑ Ασία σταματούσε πλέον στην Ιαπωνία.

Στα τέλη του ίδιου μήνα ο Στάλιν γνωστοποίησε στον Κιμ Ιλ Σουνγκ την έγκρισή του για την «επανενοποίηση της Κορέας με στρατιωτικά μέσα».

Η Πιονγιάνγκ προμηθεύτηκε, με σοβιετικές πιστώσεις, τα αναγκαία όπλα και στις 25/6/1950 τα στρατεύματά της διέσχισαν τον 38ο παράλληλο. Η αμερικανική κυβέρνηση απάντησε με στρατιωτική επέμβαση, με τη σφραγίδα μάλιστα του ΟΗΕ.

Η συγκυρία που μετέτρεψε μια ελάσσονα περιφερειακή σύρραξη σε «μικρό παγκόσμιο» πόλεμο δεν ήταν καθόλου τυχαία.

Στις 14/4/1950 το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ υπέβαλε στον πρόεδρο Τρούμαν το σημαντικότερο κείμενο του Ψυχρού Πολέμου, μιαν άκρως απόρρητη έκθεση με τίτλο «Στόχοι και προγράμματα για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ» (γνωστή ως NSC-68), με την οποία τέθηκαν οι βάσεις της αμυντικής πολιτικής της υπερδύναμης κατά τις επόμενες δεκαετίες.

Το πιο ενδιαφέρον σημείο της αφορούσε την αναγκαιότητα ενός «πολεμικού κεϊνσιανισμού», όπου το κυνήγι των εξοπλισμών θα χρησίμευε για την ανάσχεση όχι μόνο της σοβιετικής επιρροής αλλά και της οικονομικής ύφεσης, τα πρώτα δείγματα της οποίας είχαν εμφανιστεί την προηγούμενη χρονιά (Gabriel Kolko, «Century of War», Ν. Υόρκη 1994, σ. 397-8).

Η προβλεπόμενη αύξηση των στρατιωτικών δαπανών από 15 σε 35-50 δισ. δολάρια τον χρόνο θα γινόταν με φορολογική επιβάρυνση των μεσαίων κυρίως στρωμάτων και μια περιορισμένη πολεμική εμπλοκή στην Ασία ήταν ό,τι έπρεπε για τη διασφάλιση της συναίνεσής τους.

«Η Κορέα δεν έχει τώρα καμιά σημασία» θα εξηγήσει έτσι με τον συνήθη κυνισμό του ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, στις παραμονές της ανακωχής του 1953. «Δεν είχα ακούσει ποτέ γι’ αυτόν τον κωλότοπο μέχρι τα 74 μου. Η σημασία της έγκειται στο γεγονός πως οδήγησε στον επανεξοπλισμό της Αμερικής».

Η εξέλιξη των επιχειρήσεων στην ίδια την Κορέα είναι λίγο-πολύ γνωστή. Η ραγδαία προέλαση των Βορειοκορεατών το καλοκαίρι του 1950 παραλίγο να ενοποιήσει τη χώρα, με τις δυνάμεις των ΗΠΑ να έχουν εγκλωβιστεί σ’ έναν μικρό θύλακα γύρω από το λιμάνι Πουσάν, στο νοτιότατο άκρο της χερσονήσου.

Λιγότερο γνωστή είναι η πολιτική υποστήριξη αυτής της προέλασης από μερίδα της νοτιοκορεατικής κοινωνίας – υποστήριξη που εκφράστηκε με δημόσιους πανηγυρισμούς, ανασύσταση των «λαϊκών επιτροπών», διανομή των μεγάλων αγροκτημάτων αλλά και την επίσημη προσχώρηση 48 από τους 200 Νοτιοκορεάτες βουλευτές στο καθεστώς της Λαϊκής Δημοκρατίας (Cumings & Halliday, 1990, σ. 84-7).

Η επαναστατική αυτή δραστηριότητα δεν πήρε πάντως τις διαστάσεις που προεξοφλούσε ο Κιμ Ιλ Σουνγκ, λόγω της «προληπτικής» εξολόθρευσης δεκάδων χιλιάδων αντικαθεστωτικών από τις υπηρεσίες ασφαλείας του νοτιοκορεατικού καθεστώτος μέσα στις πρώτες μέρες του πολέμου.

Ακολούθησε μαζική αμερικανική επέμβαση τον Σεπτέμβριο, στρατιωτική κατάληψη όλης σχεδόν της χερσονήσου τον Οκτώβριο, είσοδος χιλιάδων Κινέζων «εθελοντών» στον πόλεμο τον Νοέμβριο και εσπευσμένη υποχώρηση των στρατευμάτων του ΟΗΕ μέχρι τον 38ο παράλληλο.

Υστερα από μερικές ακόμη, ελάσσονες παλινδρομήσεις, ο «πόλεμος του γιο-γιο» θα παραχωρήσει τη θέση του σ’ έναν διετή πόλεμο χαρακωμάτων, με παράλληλες διαπραγματεύσεις που θα καταλήξουν τον Ιούλιο του 1953 στην υπογραφή μιας «προσωρινής» εκεχειρίας, που διαρκεί μέχρι σήμερα.

Χάρη στην τεχνική υπεροπλία του εκστρατευτικού σώματος, οι εκατέρωθεν απώλειες υπήρξαν εξαιρετικά άνισες.

Οι Αμερικανοί είχαν μόλις 54.246 νεκρούς και οι υπερπόντιοι σύμμαχοί τους 3.194, έναντι εκατοντάδων χιλιάδων σκοτωμένων «ερυθρών».

Τον μεγαλύτερο φόρο αίματος κατέβαλε, ωστόσο, ο άμαχος πληθυσμός: 1.000.000 νεκροί στη Νότια Κορέα κι ακόμη περισσότεροι στη Βόρεια, θύματα ως επί το πλείστον των αμερικανικών βομβαρδισμών.

Ενα απέραντο πεδίο βολής

Μαζί με τα ναπάλμ, το πλήρωμα του αμερικανικού βομβαρδιστικού εύχεται στα θύματά του «Καλά Χριστούγεννα» Μαζί με τα ναπάλμ, το πλήρωμα του αμερικανικού βομβαρδιστικού εύχεται στα θύματά του «Καλά Χριστούγεννα» |

Στην αρχή του πολέμου η κυβέρνηση Τρούμαν δεν ενέκρινε τους ισοπεδωτικούς βομβαρδισμούς αστικών κέντρων, εκτιμώντας ότι παρόμοιο ολοκαύτωμα ίσως οδηγούσε σε μετωπική αναμέτρηση με την ΕΣΣΔ. Εξουσιοδότηση έδωσε μόνο για στοχευμένα πλήγματα στρατιωτικών στόχων εντός κατοικημένων περιοχών.

Η πρακτική εφαρμογή του μέτρου άφηνε, βέβαια, ευρύτατα περιθώρια καταστροφικής δράσης. Το βορειοκορεατικό λιμάνι Χουνγκνάμ χτυπήθηκε έτσι ανηλεώς από την αεροπορία (31/7), η νοτιοκορεατική πόλη Γιονγκντόκ καταστράφηκε από τα πυρά του αμερικανικού στόλου κι η ίδια η Πιονγιάνγκ βομβαρδίστηκε επανειλημμένα, με τις συμμαχικές εφημερίδες ν’ αναμεταδίδουν την «ανασκαφή» της από εκατοντάδες τόνους βομβών (π.χ. «Εμπρός», 11/8/1950).

Χωριά και κωμοπόλεις γύρω από τον θύλακα του Πουσάν κατακάηκαν, τέλος, με ναπάλμ το ίδιο καλοκαίρι, για να καθαριστεί το πεδίο βολής των πολιορκημένων Αμερικανών.

Με τις πρώτες ενδείξεις κινεζικής επέμβασης, η αμερικανική διοίκηση αποφάσισε να ισοπεδώσει παραμεθόριες βορειοκορεατικές πόλεις ως προειδοποίηση προς το Πεκίνο.

Εξαιρετικά εύγλωττες είναι οι σχετικές οδηγίες του επικεφαλής των δυνάμεων του ΟΗΕ, στρατηγού Μακάρθουρ, προς τον επικεφαλής της αεροπορίας του, υποστράτηγο Στρεϊτμάγερ.

«Του είπα ότι, ως μάθημα, μπορούμε να κάψουμε κάποιες άλλες πόλεις στη Β. Κορέα», σημειώνει ο τελευταίος στο ημερολόγιό του (4/11/1950), «και του υπέδειξα την πόλη Κανγκέ, η οποία πιστεύω ότι κατέχεται από εχθρικά στρατεύματα και είναι συγκοινωνιακό κέντρο. “Κάψε την, άμα γουστάρεις”, είπε, και πρόσθεσε: “Κάψε και κατάστρεψε, ως μάθημα, όποιαν άλλη απ’ αυτές τις πόλεις θεωρείς στρατιωτικής αξίας για τον εχθρό».

Την επομένη, η διακριτική αυτή ευχέρεια διευρύνθηκε απεριόριστα: «Κάθε εγκατάσταση και χωριό της Β. Κορέας γίνεται τώρα στρατιωτικός στόχος. Μοναδική εξαίρεση, το μεγάλο υδροηλεκτρικό φράγμα στα μαντζουριανά σύνορα στο Τσανγκσί και τα υδροηλεκτρικά εργοστάσια της Κορέας. Ο στρατηγός Μακάρθουρ επανέλαβε τη στρατηγική του της καμένης γης, να καίμε και να καταστρέφουμε» (Blood, 1999, σ. 254 & 258).

Το αποτέλεσμα αυτής της επιχειρησιακής αναθεώρησης ήταν ένας κατακλυσμός φωτιάς και σιδήρου.

Στις 5/11/1950 βομβαρδιστικά Β-29 έριξαν 170 τόνους εμπρηστικών βομβών στο Κανγκέ, καταστρέφοντάς το κατά 75%.

Στις 8/11 ήρθε η σειρά του Σινούιτζου, μιας πόλης 100.000 κατοίκων στα σύνορα με την Κίνα, που δέχτηκε 85.000 εμπρηστικές βόμβες· «η πόλη πάει», συνόψισε περιχαρής το επίτευγμα στην έκθεσή του ο επικεφαλής στρατηγός, Εμετ Ο’Ντόνελ.

Στα τέλη του μήνα η αμερικανική Διοίκηση Βομβαρδιστικών υπολόγιζε πως είχε καταστρέψει το 95% του Μανποτζίν, 90% του Χεργιόνγκ, 90% του Μανσί, 85% του Τσοσάν, 75% του Σακτσού, 75% του Χουιτσόν, 90% του Κοϊντόνγκ και 20% του Ουίτζου (Sahr Conway-Lanz, «Collateral Damage», Ν. Υόρκη 2006, σ.106).

«Η στρατηγική καμένης γης του Μακάρθουρ θεωρήθηκε πολύ λογική απόφαση», διαβάζουμε σε επίσημη αμερικανική στρατιωτική έκδοση του 1999.

«Μεγάλο μέρος της Β. Κορέας είναι ολόγυμνο, με λίγους πόρους άμεσα διαθέσιμους για να συντηρηθεί μια δύναμη εισβολής. Συνεπώς, οι πόλεις ήταν οι εστίες όπου θα μαζεύονταν φυσιολογικά τα στρατεύματα για καταφύγιο και τροφή. Βγάζοντας δια του πυρός Βορειοκορεάτες και Κινέζους έξω απ’ αυτές τις πόλεις και τα χωριά, τους υποχρέωνε να επιβιώσουν στην ύπαιθρο. [...] Υπάρχουν στοιχεία ότι στρατεύματα της Β. Κορέας και της Κίνας εξοντώθηκαν ή αχρηστεύθηκαν όταν αναγκάστηκαν να βγουν από τις πόλεις σε άγριες καιρικές συνθήκες» (Blood, 1999, σ. 258).

Αυτό που η υπηρεσιακή ανάλυση αποσιωπά είναι, βέβαια, τι ακριβώς συνέβη στον άμαχο πληθυσμό αυτών των περιοχών –όσον επέζησε από τις εμπρηστικές βόμβες και κατέφυγε στην «ολόγυμνη» ύπαιθρο, μέσα στην παγωνιά που αποδεκάτιζε τους στρατιώτες, δίχως καν τον δικό τους προστατευτικό εξοπλισμό.

Εξίσου επώδυνη για τον άμαχο πληθυσμό αποδείχθηκε η πολιτική συστηματικής πυρπόλησης των οικισμών κατά μήκος της υποχώρησης των στρατευμάτων του ΟΗΕ, προκειμένου να στερηθούν τις βάσεις τροφοδοσίας τους οι χιλιάδες κομμουνιστές αντάρτες που παρενοχλούσαν τις συμμαχικές δυνάμεις.

Σύμφωνα με τις οδηγίες του στρατηγού Ρίτζγουεϊ (16/1/1951), «αεροπορικά πλήγματα με ναπάλμ είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος να καταστραφούν όχι μόνο οι ίδιες οι συμμορίες αλλά και τα καλύβια και τα χωριά όπου αυτές αποσύρονται».

Αμερικανικά έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν το 1999 αποκαλύπτουν πως είχε επίσης δοθεί εντολή σε στρατό κι αεροπορία να πολυβολούν κάθε καραβάνι προσφύγων που κινούνταν προς τις συμμαχικές γραμμές, για ν’ αποτραπεί τυχόν διείσδυση «μεταμφιεσμένων» ανταρτών.

Οι σαρωτικοί βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν και μετά τη σταθεροποίηση του μετώπου, την άνοιξη του 1951. Ακόμη και οι λιγοστοί στόχοι που είχαν εξαιρεθεί το 1950, θα χτυπηθούν κατά την τελευταία φάση του πολέμου ως μέσο πίεσης σε κρίσιμες στιγμές των διαπραγματεύσεων.

Τον Ιούνιο του 1952 η αμερικανική αεροπορία κατέστρεψε το υδροηλεκτρικό συγκρότημα του Σουπούνγκ στον ποταμό Γιαλού, παραγωγό του 90% της ηλεκτρικής ενέργειας στον βορρά· το επόμενο δίμηνο κάηκε ό,τι είχε απομείνει από την Πιονγιάνγκ, με πολλές χιλιάδες θύματα, και τον Μάιο του 1953 ήρθε η σειρά των υδροηλεκτρικών φραγμάτων του Τοξάν και του Τσασάν, με στόχο (και αποτέλεσμα) την καταστροφή της σοδειάς.

Οι πλημμύρες που προκλήθηκαν έφτασαν μέχρι τα ερείπια της Πιονγιάνγκ, κατακλύζοντας τις «ποντικότρυπες» όπου, κατά την επίσημη ιστοριογραφία των ΗΠΑ, ήταν αποθηκευμένα τα εφόδια του εχθρού – και πνίγοντας χιλιάδες αμάχους.

«Για τους κομμουνιστές, το σπάσιμο των φραγμάτων σήμαινε ουσιαστικά την καταστροφή του κυριότερου μέσου συντήρησής τους, του ρυζιού», πανηγυρίζει η ίδια υπηρεσιακή μελέτη. «Ο Δυτικός ελάχιστα μπορεί να καταλάβει το τρομακτικό νόημα που η απώλεια αυτής της βασικής τροφής έχει για τον Ασιάτη: λιμοκτονία και αργό θάνατο» (Halliday-Cumings, 1990, σ. 195-6).

Για τον σκληρό πυρήνα του αμερικανικού μιλιταρισμού, όλα αυτά δεν ήταν πάντως παρά ημίμετρα.

«Με την έναρξη του πολέμου», θ’ αφηγηθεί αργότερα στους υπηρεσιακούς ιστορικούς ο ανώτερος διοικητής των βομβαρδιστικών, στρατηγός Κέρτις Λε Μέι, «έσπρωξα ανεπίσημα ένα μήνυμα στο Πεντάγωνο, ότι πρέπει ν’ αμολήσουμε τη Στρατηγική Αεροπορική Διοίκηση μ’ εμπρηστικά σε κάμποσες βορειοκορεατικές πόλεις. Η απάντηση ήρθε πάλι ανεπίσημα, ότι θα υπήρχαν υπερβολικά μεγάλες απώλειες πολιτών· δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι τέτοιο. Τελικά κάψαμε έτσι κι αλλιώς κάθε πόλη της Βόρειας Κορέας, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, και κάμποσες στη Νότια Κορέα, επίσης. Κάψαμε ακόμη και το Πουσάν – από ατύχημα, αλλά εν πάση περιπτώσει το κάψαμε. Στη διάρκεια τριών περίπου χρόνων εξοντώσαμε ένα 20% του πληθυσμού της Κορέας, ως άμεσες απώλειες πολέμου ή από την πείνα και την έκθεση. Μέσα σε μια τριετία αυτό φάνηκε αποδεκτό στους πάντες, αλλά να σκοτώσουμε λίγους ανθρώπους ευθύς εξαρχής, δεν είχαμε το στομάχι για κάτι τέτοιο» (Office of Air Force History, «Strategic Warfare», Ουάσινγκτον, 1988, σ. 88).

Δυο, τρία, πολλά Δίστομα

Η φωτογραφία των ομαδικών τάφων της Ταετζόν διανεμήθηκε στις 28/9/1950 από το πρακτορείο Associated Press, με τη διευκρίνιση πως οι εικονιζόμενοι «σφαγιάστηκαν από τους κομμουνιστές». Η φωτογραφία των ομαδικών τάφων της Ταετζόν διανεμήθηκε στις 28/9/1950 από το πρακτορείο Associated Press, με τη διευκρίνιση πως οι εικονιζόμενοι «σφαγιάστηκαν από τους κομμουνιστές». | ASSOCIATED PRESS

Ο αεροπορικός πόλεμος δεν ήταν όμως παρά μια μονάχα εκδοχή σφαγών που διέπραξαν τα συμμαχικά στρατεύματα.

Εξίσου αποτρόπαιη υπήρξε μια άλλη εκατόμβη: η μαζική εξόντωση δεκάδων χιλιάδων πραγματικών ή δυνητικών αντιπάλων του νοτιοκορεατικού καθεστώτος στα μουλωχτά, μέσα στις πρώτες εβδομάδες του πολέμου.

Σύμφωνα με την «Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης» που συγκροτήθηκε από την κυβέρνηση της Σεούλ το 2005 κάτω από την πίεση των ενδιαφερομένων, οι περισσότεροι από τους 30.000 πολιτικούς κρατούμενους του Ιουνίου 1950 εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες μέσα στο επόμενο δίμηνο.

Πάνω από 100.000 ήταν οι απλώς «ύποπτοι» που συνελήφθησαν με το ξέσπασμα του πολέμου, βάσει διαταγής του Γραφείου Ασφαλείας του υπ. Εσωτερικών, και υπέστησαν την ίδια τύχη· στην πλειονότητά τους «ανανήψαντες» αντικαθεστωτικοί, «εθελοντικά» ενταγμένοι σ’ έναν επίσημο «Σύνδεσμο Εθνικής Καθοδήγησης».

Μετά την ανακατάληψη του Νότου, ομαδικά εκτελέστηκαν επίσης πραγματικοί ή εικαζόμενοι συνεργάτες της βραχύβιας «κομμουνιστικής κατοχής» («ίσως 100.000» σύμφωνα με τον Γκρέγκορι Χέντερσον, στέλεχος τότε της αμερικανικής πρεσβείας), καθώς και υποστηρικτές του αντάρτικου.

Το τελευταίο αντιμετωπίστηκε με την τεχνογνωσία που πολλοί αξιωματικοί της Σεούλ είχαν αποκτήσει κατά την προϋπηρεσία τους στα ιαπωνικά στρατεύματα κατοχής της Κίνας: «Σκότωσε τους πάντες, κάψε τα πάντα, λεηλάτησε τα πάντα».

Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2008 και ν’ αποχαρακτηριστούν οι λήψεις Αμερικανών στρατιωτικών φωτογράφων από την ίδια τη σφαγή, για ν’ αποδειχτεί τελεσίδικα πως αυτή διαπράχθηκε από τη νοτιοκορεατική στρατονομία. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο 2008 και ν’ αποχαρακτηριστούν οι λήψεις Αμερικανών στρατιωτικών φωτογράφων από την ίδια τη σφαγή, για ν’ αποδειχτεί τελεσίδικα πως αυτή διαπράχθηκε από τη νοτιοκορεατική στρατονομία. |

Η κορυφή του παγόβουνου αυτής της εκκαθάρισης έγινε έγκαιρα αντιληπτή από πολλούς ξένους παρατηρητές (στρατιωτικούς, διπλωμάτες, πράκτορες ή δημοσιογράφους), ελάχιστα πράγματα όμως δημοσιεύθηκαν στα δυτικά ΜΜΕ: πολεμικοί ανταποκριτές σιώπησαν για «εθνικούς» λόγους, αρχισυντάκτες έκοψαν «υπερβολικά» ρεπορτάζ και κάποιοι απ’ όσους αρνήθηκαν ν' αυτολογοκριθούν, όπως ο Τομ Χόπκινσον της λονδρέζικης «Picture Post», έχασαν εν ριπή οφθαλμού τη δουλειά τους (Philip Knightley, «The First Casualty», Λονδίνο 1975, σ. 343-6).

Σε μία τουλάχιστον περίπτωση, οι μαζικοί τάφοι της Ταετζόν παρουσιάστηκαν σαν έργο των «ερυθρών».

Οταν ο αριστερός δημοσιογράφος Αλαν Γουίνινγκτον, ανταποκριτής της λονδρέζικης «Daily Worker», αμφισβήτησε αυτή την εκδοχή αποδίδοντας τις εκτελέσεις στη νοτιοκορεατική στρατονομία, καταγγέλθηκε σαν «προπαγανδιστής του εχθρού» και του αφαιρέθηκε το βρετανικό διαβατήριο.

Εν έτει 2008, το άνοιγμα των αμερικανικών στρατιωτικών αρχείων απέδειξε όμως ότι όχι μόνο είχε δίκιο, αλλά και πως η σφαγή πραγματοποιήθηκε με την άδεια του αμερικανικού στρατού κι απαθανατίστηκε φωτογραφικά, αλλά τα σχετικά τεκμήρια καταχωνιάστηκαν αμέσως ως «άκρως απόρρητα».

Η εκκαθάριση του Βορρά

Ειδικό κεφάλαιο αποτέλεσε η εκκαθάριση του Βορρά κατά τη βραχύβια «απελευθέρωσή» του από τα στρατεύματα του ΟΗΕ.

Η στρατιωτική αντικατασκοπία των ΗΠΑ (CIC) πήρε την εντολή να «βγάλει από τη μέση» το Εργατικό Κόμμα Κορέας, στις τάξεις του οποίου ήταν εγγεγραμμένο το 14% του πληθυσμού.

Το ξεσκαρτάρισμα των καταλόγων έγινε με τη βοήθεια ακροδεξιών παραστρατιωτικών και συνοδεύτηκε από ουκ ολίγα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών.

Ακόμη μεγαλύτερο λουτρό αίματος σημειώθηκε κατά τις επιχειρήσεις καταστολής του βορειοκορεατικού αντάρτικου, η δε αποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων τον Δεκέμβριο συνοδεύτηκε από μαζικές εκτελέσεις κρατουμένων (MacDonald, 1991, σ. 12-4).

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Βόρειας Κορέας, ταξινομημένα κατά επαρχία, τουλάχιστον 171.431 πολίτες της δολοφονήθηκαν από τις κατοχικές δυνάμεις μέσα σ’ ένα τρίμηνο («L’impérialisme U.S. provocateur de la guerre de Corée», Πιονγιάνγκ 1977, σ. 252).

Στιγμιότυπα της εκκαθάρισης της Νότιας Κορέας από τον εσωτερικό εχθρό, όπως αποτυπώθηκαν στον φακό του Ασοσιέιτιντ Πρες: Αιχμάλωτες «κομμουνίστριες» στην Ταεγκού (8/10/1950). Στιγμιότυπα της εκκαθάρισης της Νότιας Κορέας από τον εσωτερικό εχθρό, όπως αποτυπώθηκαν στον φακό του Ασοσιέιτιντ Πρες: Αιχμάλωτες «κομμουνίστριες» στην Ταεγκού (8/10/1950). |

Η βία της άλλης πλευράς υπήρξε πολύ πιο στοχευμένη, απόρροια της μεγαλύτερης κοινωνικής γείωσης και των πολιτικών προτεραιοτήτων της, που απείχαν έτη φωτός από την εκδικητικότητα του απομονωμένου νοτιοκορεατικού καθεστώτος ή τον διάχυτο ρατσισμό του συμμαχικού εκστρατευτικού σώματος.

Θύματά της υπήρξαν κυρίως μέλη των σωμάτων καταστολής και της παραστρατιωτικής ακροδεξιάς, καθώς και ολόκληρες οικογένειες γαιοκτημόνων.

Σύμφωνα με στατιστική της αμερικανικής Υπηρεσίας Εγκλημάτων Πολέμου, το σύνολο των αιχμαλώτων και των πολιτών που φέρονταν ως σκοτωμένοι από τους κομμουνιστές μέχρι τον τελευταίο μήνα του πολέμου ανήλθε σε 29.915 (MacDonald, 1991, σ. 8).

Επάνω: μελλοθάνατοι πολιτικοί κρατούμενοι στη Σουβόν (2/7/1950). Κάτω, σύλληψη «κομμουνιστή» στα περίχωρα της Πιονγιάνγκ, κάτω από το βλέμμα ακροδεξιών παραστρατιωτικών (23/10/1950) Επάνω: μελλοθάνατοι πολιτικοί κρατούμενοι στη Σουβόν (2/7/1950). Κάτω, σύλληψη «κομμουνιστή» στα περίχωρα της Πιονγιάνγκ, κάτω από το βλέμμα ακροδεξιών παραστρατιωτικών (23/10/1950) | Associated Press

Ο Πήγασος της ανάπτυξης

Ο πόλεμος της Κορέας τέλειωσε στις 27 Ιουλίου 1953, με τη σύναψη εκεχειρίας στα ίδια περίπου σύνορα με το 1950.

Τα κινεζικά στρατεύματα αποχώρησαν από τον Βορρά το 1958, τα αμερικανικά παραμένουν ακόμη στον Νότο. Ακολούθησε μια πυρετώδης ανοικοδόμηση, εκατέρωθεν της αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης.

 Στη Νότια Κορέα, βάση πυρηνικών πυραύλων των ΗΠΑ από το 1958 μέχρι το 1991, το μεταπολεμικό αναπτυξιακό «θαύμα» στηρίχθηκε στην αμερικανική βοήθεια και την πειθάρχηση του εργατικού δυναμικού από μια αλυσίδα δικτατορικών καθεστώτων που έπνιγαν στο αίμα κάθε λαϊκή αντίδραση.

Το 1987 μια πολυήμερη εξέγερση επέβαλε τελικά τη δρομολόγηση μιας αργόσυρτης μεταπολίτευσης, που ολοκληρώθηκε το 1998 με την εκλογή του κεντροαριστερού Κιμ Ντάε Γιουνγκ στην προεδρία.

 Στη Βόρεια Κορέα, μοναδική «Νέα Βιομηχανική Χώρα» του πάλαι ποτέ «υπαρκτού σοσιαλισμού», η πυρετώδης ανοικοδόμηση και μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική (που απέφυγε την ταύτιση με την Κίνα ή την ΕΣΣΔ) συνδυάστηκαν με τη στρατοκρατική επιβολή μιας απόλυτης μοναρχίας, όπου η εξύμνηση της «αυτάρκειας» (Juche) και η λατρεία του «Μεγάλου Ηγέτη» παραμέρισαν ως υπέρτατο δόγμα κάθε εκδοχή μαρξισμού-λενινισμού· σύμβολο των ρυθμών της ανοικοδόμησης έγινε ο Τσο-λι-μα, ο μυθικός «Πήγασος που διανύει χίλια χιλιόμετρα».

Η χώρα παρέμεινε αποκλεισμένη από τον ΟΗΕ μέχρι το 1991, εμπειρία που προστέθηκε στις τραυματικές μνήμες της κατοχής και καταστροφής της εν ονόματι του διεθνούς Οργανισμού και εξηγεί, εν μέρει τουλάχιστον, το σύνδρομο περικύκλωσης που οδήγησε στην ανάπτυξη δικών της πυρηνικών.

Οπως ειρωνικά υπενθύμισαν πρόσφατα οι «Νιου Γιορκ Τάιμς» (23/9/2017), ο «πυραυλάνθρωπος» της Πιονγιάνγκ «γνωρίζει καλύτερα» από κάθε άλλον τι σημαίνει πολεμική σύγκρουση με τις ΗΠΑ...

Πυρηνικός πειρασμός

Ο υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ Λούις Τζόνσον, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Ομάρ Μπράντλι και οι αρχηγοί των τριών επιτελείων, στην αίθουσα επιχειρήσεων του Πενταγώνου (13/2/1950) Ο υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ Λούις Τζόνσον, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Ομάρ Μπράντλι και οι αρχηγοί των τριών επιτελείων, στην αίθουσα επιχειρήσεων του Πενταγώνου (13/2/1950) |

Αν ο Κιμ Γιονγκ Ουν επισείει σήμερα τα πυρηνικά του στην πάνοπλη υπερδύναμη, η Ουάσινγκτον κάθε άλλο παρά δικαιούται ηθικά να του κάνει μαθήματα διπλωματίας.

Αν μη τι άλλο, στη διάρκεια του κορεατικού πολέμου το σενάριο μετατροπής της χώρας του και της γύρω περιοχής σε πυρηνικό πεδίο βολής συζητήθηκε επανειλημμένα στα ηγετικά κλιμάκια των ΗΠΑ.

Κι αν αυτά δεν κατέφυγαν τελικά στο απόλυτο όπλο, το έκαναν για λόγους κάθε άλλο παρά ανθρωπιστικούς.

Πέντε χρόνια μετά τη Χιροσίμα, με νωπές τις εκατόμβες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ανοιχτή την έκβαση του Ψυχρού, το ενδεχόμενο χρήσης πυρηνικών όπλων δεν αποτελούσε ταμπού, όπως σε μεταγενέστερες εποχές. Ούτε υπήρχε ακόμη η ισορροπία του τρόμου, που αργότερα επέβαλε εκ των πραγμάτων την αποχή από τέτοιους πειρασμούς: το 1950 οι ΗΠΑ διέθεταν 450 ατομικές βόμβες, ενώ η ΕΣΣΔ μόλις 25.

Πρώτη φορά το αμερικανικό ΓΕΕΘΑ εξέτασε το ενδεχόμενο εφοδιασμού του Μακάρθουρ με 10-20 ατομικές βόμβες στις 9/7/1950, δυο εβδομάδες μετά το ξέσπασμα του πολέμου. Ο επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος πρότεινε τη ρίψη τους στην (κινεζική) Μαντζουρία, για το μπλοκάρισμα του ανεφοδιασμού των Βορειοκορεατών. Το αίτημα απορρίφθηκε λόγω ανησυχίας για τις διεθνείς αντιδράσεις, με τη βεβαιότητα πως η συμβατική υπεροπλία των ΗΠΑ αρκούσε για μια γρήγορη νίκη (Cumings, 2005).

Το ζήτημα επανήλθε μετά την κινεζική επέμβαση, με δημόσια δήλωση του Τρούμαν πως «υπάρχουν σκέψεις» για χρήση πυρηνικών (30/11/1950).

Δύο μέρες νωρίτερα, το ΓΕΕΘΑ είχε εξετάσει αίτημα για ατομικό βομβαρδισμό της Κίνας, «με ή χωρίς τελεσίγραφο».

Στις 9/12 ο Μακάρθουρ θα ξαναζητήσει πυρηνικά, στις 24/12 υποβάλλει «κατάλογο στόχων επιβράδυνσης» της κινεζικής προέλασης, με ρίψη 26 ατομικών βομβών και στις 10/3/1951 απαιτεί να του δοθεί διακριτική ευχέρεια για την εξαπόλυση πυρηνικού πολέμου (D-Day atomic capability).

Μεταξύ άλλων, το σχέδιό του περιλάμβανε τη δημιουργία μιας «ζώνης ραδιενεργού κοβαλτίου» κατά μήκος των κινεζοκορεατικών συνόρων, με σκοπό την αποκοπή κάθε συγκοινωνίας μεταξύ των δυο χωρών «για 60-120 χρόνια».

Εισηγήσεις πυρηνικής επίθεσης στην Κίνα έκαναν και άλλοι παράγοντες των ΗΠΑ, ο ίδιος δε ο Τρούμαν φλέρταρε κάποιες στιγμές με την ιδέα.

Τελικά απορρίφθηκαν από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας – εν μέρει λόγω της αντίθεσης των Αγγλογάλλων, κυρίως όμως επειδή μια τέτοια χρήση θ’ αποψίλωνε το αμερικανικό οπλοστάσιο από ατομικές βόμβες απαραίτητες για μια επίθεση στην ΕΣΣΔ (Kaku & Axelrod, 1987, σ. 74).

Η επιμονή του Μακάρθουρ να μεταφέρει τον πόλεμο στην Κίνα οδήγησε, ως γνωστόν, στην αποπομπή του από τον Τρούμαν. Η εξέλιξη αυτή κάθε άλλο παρά σήμανε, ωστόσο, το τέλος των σχετικών ζυμώσεων.

Στις 5/4/1951 το ΓΕΕΘΑ αποφάσισε (και την επομένη ο Τρούμαν ενέκρινε) τον πυρηνικό βομβαρδισμό της Μαντζουρίας σε περίπτωση κλιμάκωσης της κινεζικής εμπλοκής.

Τον Μάιο ο διάδοχος του Μακάρθουρ, στρατηγός Ρίτζγουεϊ, ζήτησε –κι αυτός– να του χορηγηθούν 38 ατομικές βόμβες, ενώ τον Ιούνιο το ΓΕΕΘΑ προβληματίστηκε για τη χρήση πυρηνικών βλημάτων στο πεδίο της μάχης.

Υπόμνημα από τον αρχηγό της αμερικανικής αεροπορίας για πιθανή επίθση με πυρηνικά κατά στόχων στην Κορέα εάν καταρρεύσει η εκεχειρία Υπόμνημα από τον αρχηγό της αμερικανικής αεροπορίας για πιθανή επίθση με πυρηνικά κατά στόχων στην Κορέα εάν καταρρεύσει η εκεχειρία | AP Photo

Η αποφασιστική, ωστόσο, τομή σημειώθηκε το 1953, όταν οι επιπτώσεις της παράτασης του πολέμου άρχισαν να γίνονται αισθητές στην αμερικανική οικονομία.

Οπως προκύπτει από τα Πρακτικά του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, δημοσιευμένα από τη δεκαετία του 1980 δίχως να βρουν τη θέση που τους αξίζει στη δημόσια Ιστορία και συλλογική μνήμη, η κυβέρνηση Αϊζενχάουερ όχι μόνο συζητούσε επί εξάμηνο τη χρήση πυρηνικών ως «αποτελεσματικότερου» και (ιδίως) «φθηνότερου» όπλου για την καταστροφή των υπόγειων εγκαταστάσεων του αντιπάλου, αλλά πήρε και επίσημη απόφαση (20/5/1953) για κανονικό άλμα στο κενό, με «εκτεταμένη στρατηγική και τακτική χρήση ατομικών βομβών», σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων.

Αν η Μόσχα αντιδρούσε δυναμικά, προβλεπόταν μάλιστα γενικευμένη «προληπτική» επίθεση κατά της ΕΣΣΔ μέσα σε μία εβδομάδα (Kaku & Axelrod, 1987, σ. 80-4).

Ευτυχώς για την ανθρωπότητα, η ανακωχή υπογράφηκε προτού οι στρατηγοί του Πενταγώνου αρχίσουν να παίζουν με πυρηνικά στρατιωτάκια.

 Διαβάστε
 
▦ Bruce Cumings - Jon Halliday, Korea. The Unknown War (Λονδίνο 1990, εκδ. Penguin Books). Εκλαϊκευμένη σύνοψη των μέχρι τότε δεδομένων της αναθεωρητικής ιστοριογραφίας για τον πόλεμο της Κορέας, με εξαιρετικά πλούσια και εύστοχη εικονογράφηση.
 
▦ Bruce Cumings, «Nuclear Threats against North Korea: Consequences of the “forgotten” war» (περ. Τhe Asia-Pacific Journal, 13/1/2005). Επικαιροποίηση βάσει νεότερων στοιχείων, επικεντρωμένη στους αεροπορικούς βομβαρδισμούς και στις ζυμώσεις ή απειλές για χρήση πυρηνικών όπλων.
 
▦Michio Kaku - Daniel Axelrod, To Win a Nuclear War. The Pentagon’s Secret War Plans (Λονδίνο 1987, εκδ. Zed Books). Τα ψυχροπολεμικά σχέδια του αμερικανικού υπουργείου Αμυνας για έναν πυρηνικό πόλεμο, βάσει εγγράφων που αποχαρακτηρίστηκαν τη δεκαετία του 1980.
 
▦ William Blood (ed.), The Three Wars of Lt. Gen. George Stratemeyer. His Korean War Diary (Ουάσινγκτον 1999, εκδ. Air Force History and Museums Program). Το ημερολόγιο του διοικητή της αμερικανικής αεροπορίας στον πόλεμο της Κορέας. Ακρως αποκαλυπτικό για τη συλλογιστική που επέβαλε τη μετατροπή της χερσονήσου σ’ ένα απέραντο πεδίο βολής.
 
▦ James Person (ed.), New Evidence on the Korean War (Ουάσινγκτον 2010, εκδ. North Korea International Documentation Project). Συλλογή σοβιετικών διπλωματικών εγγράφων για την προϊστορία και την εξέλιξη του κορεατικού πολέμου, από ένα αμερικανικό θινκ τανκ με εμφανώς ψυχροπολεμικές τάσεις.
 
▦ Callum MacDonald, «“So Terrible a Liberation”. The U.N. Occupation of North Korea» (περ. Bulletin of Concerned Asian Scholars, 23/2 [1991], σ. 3-19). Επισκόπηση της βραχύβιας κατοχής του ΟΗΕ στη Β. Κορέα και των αιματηρών εκκαθαρίσεων που τη συνόδευσαν.
 
▦ Dong Choon Kim, «Forgotten war, forgotten massacres - the Korean war (1950-1953) as licensed mass killings» (περ. Journal of Genocide Research, 6/4 [12/12004], σ. 523-44). Σφαιρική ανάλυση των ομαδικών σφαγών που διαπράχθηκαν στη διάρκεια του πολέμου, από τον πρόεδρο της νοτιοκορεατικής «Επιτροπής για την Αλήθεια και τη Συμφιλίωση».
 
▦ Suh Hee-Kyung, «Atrocities before and during the Korean War» (περ. Critical Asian Studies, 42/4 [2010], σ. 553-88). Σκιαγράφηση των πρώτων πορισμάτων της ίδιας Επιτροπής, με έμφαση σε ενδεικτικά περιστατικά και στην υπηρεσιακή μεθοδολογία των ομαδικών εκτελέσεων.

Κορέα, το ξεχασμένο σφαγείο

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ