Κόπηκαν άρον άρον για λόγους εθνικούς

athanasiadis charis

Ο Χάρης Αθανασιάδης Ο συγγραφέας της μελέτης, Χάρης Αθανασιάδης | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Είναι αλήθεια. Υπήρξαν σχολικά Αναγνωστικά που αμφισβητούσαν την ελληνικότητα της Μακεδονίας, που αρνούνταν την ύπαρξη του «Κρυφού Σχολειού» ή που δεν έλεγαν λέξη για την οικογένεια και την Εκκλησία. Υπήρξαν εγχειρίδια Ιστορίας που διάβαζαν μαρξιστικά το παρελθόν της χώρας ή αρνούνταν να υιοθετήσουν μια εθνικόφρονα οπτική. Υπήρξαν σχολικά βιβλία που αμφισβητούσαν το τόσο δημοφιλές σχήμα της «αδιάλειπτης συνέχειας του Ελληνισμού».

Και υπήρξαν πρωθυπουργοί, υπουργοί, παιδαγωγοί, ιστορικοί, λογοτέχνες και διανοούμενοι που στήριξαν αυτές τις προσεγγίσεις ώς το τέλος, ακόμα και με τίμημα την εκλογική τους ήττα. Οπως υπήρξαν πλήθος άλλοι που ήθελαν να τις σβήσουν από προσώπου γης, και τις πολέμησαν λυσσαλέα, ακόμα και με τη βία, τη συκοφαντία, τον διασυρμό ή και την εξαγορά συνειδήσεων. Απ, ό,τι φάνηκε στα τελευταία 150 χρόνια της ιστορίας της ελληνικής εκπαίδευσης, νικητές βγήκαν οι δεύτεροι, οι πιο συντηρητικοί, ωστόσο ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει.

Βιβλίο του Χάρη Αθανασιάδη Τα εμβληματικά εγχειρίδια και αναγνωστικά που αποσύρθηκαν από τα σχολεία τα τελευταία 100 χρόνια, πρωταγωνιστούν στη μελέτη του Χάρη Αθανασιάδη | Κάντε κλικ για να δείτε ολόκληρο το εξώφυλλο

Τα αιρετικά εγχειρίδια που «κόπηκαν» από τα σχολεία, άφησαν βαθιά σημάδια στη νεοελληνική πραγματικότητα. Αυτά τα βιβλία, ή μάλλον τα πιο εμβληματικά ανάμεσά τους, και οι σφοδρές διαμάχες που προκάλεσαν, πρωταγωνιστούν στη μελέτη του Χάρη Αθανασιάδη Τα αποσυρθέντα βιβλία. Εθνος και σχολική Ιστορία στην Ελλάδα 1858-2008 (εκδ. Αλεξάνδρεια). Μια μελέτη επιστημονικά τεκμηριωμένη και αφηγηματικά γλαφυρή, που διαβάζεται σαν θρίλερ με σφιχτή πλοκή και έντονη δράση. Μόνο που εδώ οι ήρωες είναι ιστορικά πρόσωπα, και τα εγκλήματα είναι ιδεολογικά και πολιτικά με κίνητρο τη διαμόρφωση της συλλογικής μας ταυτότητας.

Ιστορικός της Εκπαίδευσης στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων, με παιδαγωγική και κοινωνιολογική σκευή, ο συγγραφέας έχει ξεχωρίσει έξι διδακτικά βιβλία που παραπέμπουν σε κομβικές εποχές και υπηρέτησαν όλα ένα ευρύτερο στοίχημα προόδου της ελληνικής κοινωνίας και προσαρμογής της στις πρότυπες κοινωνίες της δυτικής Ευρώπης, καθώς και ένα αντίστοιχο εκπαιδευτικό στοίχημα. Το περιεχόμενό τους ήταν η εθνική μας Ιστορία αλλά το πραγματικό τους διακύβευμα, όπως σημειώνει ο Αθανασιάδης, ήταν το περιεχόμενο της εθνικής μας ταυτότητας. Αρα και ο εθνοποιητικός ρόλος της σχολικής μας Ιστορίας.

Ο παιδαγωγός Ευάγγελος Παπανούτσος Ο παιδαγωγός Ευάγγελος Παπανούτσος, γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας |

Ειδικότερα, τα τέσσερα «αποσυρθέντα βιβλία» είχαν κοινό παρονομαστή τις ουσιώδεις αποκλίσεις τους από την επίσημη δημόσια αφήγηση του παρελθόντος. Αυτήν που εκφράζεται από το «σχήμα της συνέχειας» ενός αρχέγονου και ανάδελφου έθνους «από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της σήμερον». Ενα σχήμα που εδράζεται στην πεντάτομη Ιστορία του ελληνικού έθνους του Παπαρρηγόπουλου (1874), αποτυπώθηκε στην αγωγή των νέων έπειτα από τον «ατυχή» πόλεμο του 1897, και ρίζωσε στη συνείδηση των σχολικών γενεών από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ενα σχήμα που (θέλει να) παράγει μια συμπαγή και μαχητική εθνική ταυτότητα.

Αιρετικά σχολικά βιβλία και πολιτικά σχέδια

Η πρώτη απόκλιση από τον κανόνα του Παπαρρηγόπουλου, μας λέει ο Αθανασιάδης, εκφράζεται εμβληματικά στον Μεσοπόλεμο με το αναγνωστικό Τα ψηλά βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τη «σημαία» του βενιζελισμού, που κυκλοφορεί το 1918, «όταν το σχολείο κλήθηκε να συνδράμει το ευρύτερο σχέδιο για τον αστικό εκσυγχρονισμό μιας μεγάλης και ισχυρής Ελλάδας».

Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος |

Η δεύτερη απόκλιση εκφράζεται στη Μετεμφυλιακή περίοδο με το εγχειρίδιο της Β΄ Γυμνασίου Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική 146 π.Χ.-1453 μ.Χ. του Κώστα Καλοκαιρινού, «σημαία» του Παπανούτσου και της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης του Γεώργιου Παπανδρέου. Kυκλοφορεί το 1965 στο πλαίσιο της «ευρύτερης προσπάθειας για τον εκδημοκρατισμό της ελληνικής κοινωνίας και πολιτικής».

Μαρία Ρεπούση  Γιώργος Κόκκινος Μαρία Ρεπούση | EUROKINISSI/ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ

Η τρίτη απόκλιση παρουσιάζεται στην περίοδο της Μεταπολίτευσης, «όταν η Ελλάδα έχει ενταχθεί τελεσίδικα στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης». Εκφράζεται με το εγχειρίδιο της Γ΄ Λυκείου Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου του Γεώργιου Κόκκινου, που δεν πρόλαβε καν να μπει στις τάξεις του 2002 (κι ας λογοκρίθηκε τηλεφωνικά από τον τότε υπουργό Παιδείας Πέτρο Ευθυμίου έπειτα από διαμαρτυρία του Κύπριου ομόλογού του Ουράνιου Ιωαννίδη).

Και επίσης με το εγχειρίδιο της ΣΤ΄ Δημοτικού Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια της Μαρίας Ρεπούση (2006-2008), «σημαία» του πνεύματος Σημίτη που πάντως υποστηρίχτηκε από την υπουργό Παιδείας της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή, Μαριέττα Γιαννάκου. Με αυτό ακριβώς το βιβλίο που χαρακτηρίστηκε «εθνοκτόνο», προδοτικό της «δόξας» και του «τραύματος» της Μικρασίας, και που ξεσήκωσε το μεγαλύτερο κύμα αντιδράσεων (2.000 δημοσιεύματα μεταξύ 2006-2008) απ’ όλα, ανοίγει η μελέτη Τα αποσυρθέντα βιβλία.

Οπως αποδείχτηκε, σχολιάζει ο συγγραφέας, οι αποσύρσεις των συγκεκριμένων σχολικών βιβλίων προανήγγελλαν τις «ευρύτερες εθνικές και κοινωνικές υπαναχωρήσεις που ακολούθησαν και στις τρεις περιπτώσεις».

Ο Αθανασιάδης δεν είναι ούτε ο πρώτος ούτε ο μόνος που επισημαίνει την ηγεμονία του «σχήματος της συνέχειας» στα σύγχρονα εγχειρίδια Ιστορίας. Αρκεί κανείς να ανατρέξει στο περί εθνοκεντρισμού στην εκπαίδευση βιβλίο Τι είν’ η πατρίδα μας; των Φραγκουδάκη και Δραγώνα (Αλεξάνδρεια 1997). Ούτε και τα αιρετικά εγχειρίδια που αναφέρει, είναι τα μοναδικά που αποσύρθηκαν.

Γιώργος Κόκκινος Γιώργος Κόκκινος |

Ομως ο Αθανασιάδης επιλέγει ειδικότερα τα ανήσυχα βιβλία που προκάλεσαν μια «είσοδο των μαζών στην Ιστορία» και έκαναν «γκελ» στην κοινωνία. Και επιμένει στο πολωμένο πολιτικό πλαίσιο και στις εναλλαγές κυβερνήσεων που επηρέασαν τις τεταμένες συζητήσεις γύρω από αυτά τα βιβλία. Υπογραμμίζει επιπλέον τα διαφορετικά διακυβεύματα της κάθε εποχής αλλά και τον καθοριστικό ρόλο της συγκυρίας που «φόρτωνε» επιπλέον κατηγορίες στα επίμαχα εγχειρίδια. Η διαπολιτισμικότητα λ.χ. με την οποία συνομιλούσε το έργο της Ρεπούση, δεν κατάφερε να συγκινήσει τους πολέμιους του βιβλίου. Ούτε και η επιστημονική διαπίστωση του Γ. Κόκκινου για τον «κοινωνικά υπερσυντηρητικό εθνικισμό» της ΕΟΚΑ του Γρίβα κατάφερε να διαβαστεί ψύχραιμα στην Κύπρο.

Ο αναγνώστης παρακολουθεί τη μελέτη του Αθανασιάδη από το παρόν προς το παρελθόν, από την Ελλάδα της παγκοσμιοποίησης προς την Ελλάδα του μαχητικού εθνικισμού στις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε παγιώθηκε ως ιστοριογραφικό προαπαιτούμενο η ενίσχυση του εθνικού φρονήματος. Κάθε επίμαχο σχολικό βιβλίο έχει το πορτρέτο του. Αλλά ο συγγραφέας συμπληρώνει την εικόνα, με το εγχειρίδιο-μήτρα του άλλου στρατοπέδου: την Ελληνική ιστορία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της σήμερον των παιδαγωγών Αριστοτέλη Κουρτίδη και Βλάσιου Σκορδέλη, που εισήγαγε το 1888 την «ηρωική αφήγηση του εθνικού μας παρελθόντος» στο Δημοτικό, αποτυπώνοντας με ακρίβεια το πνεύμα του Παπαρρηγόπουλου.

Τέλος, ο Αθανασιάδης φτάνει ακόμα πιο πίσω, στον 19ο αιώνα, πριν από τις διαμάχες για τη σχολική Ιστορία. Ετσι, η μελέτη κλείνει με τον Γεροστάθη του Λέοντος Μελά (1858), που υπήρξε το μακροβιότερο ανάγνωσμα για το Δημοτικό (άντεξε περισσότερα από 30 χρόνια, μέχρι το 1901). Ενα βιβλίο που σήμερα θα αποσυρόταν πάραυτα…

Με τη μελέτη του αυτή, ο Χάρης Αθανασιάδης υπερασπίζεται εντέλει την αναγκαιότητα της κάθαρσης της σχολικής Ιστορίας από τα σταγονίδια του εθνικισμού, της ξενοφοβίας, του κοινωνικού συντηρητισμού, της δογματικής σκέψης, του ηθικού φρονηματισμού.

Τι χρειάζεται λοιπόν από εδώ και πέρα; Οπως είπε στην «Εφ.Συν.»: «Τόσο οι πρόοδοι της ιστοριογραφίας όσο και τα σημερινά ευρύτερα πολιτικά και ιδεολογικά διακυβεύματα, μας αναγκάζουν πλέον να επαναδιαπραγματευτούμε το σχήμα του Παπαρρηγόπουλου, και να το αμφισβητήσουμε με δημιουργικό τρόπο. Ο Παπαρρηγόπουλος απάντησε για την εποχή του. Σήμερα είμαστε υποχρεωμένοι να απαντάμε με άλλο τρόπο. Τότε το στοίχημα ήταν η συνεκτική, αρραγής εθνική ταυτότητα, που έχει απόλυτη εσωτερική συνέπεια. Σήμερα όμως οι ταυτότητες δεν μπορεί παρά να είναι ρευστές».

Κοινωνικά στοιχήματα, αριστερή οπτική

«Αραγε η σημερινή κυβέρνηση της Αριστεράς θα μπορούσε να μας δώσει διδακτικά βιβλία που να διευρύνουν τους ορίζοντες της κοινωνίας, όπως το έκανε το αναγνωστικό Τα Ψηλά Βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου και η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική της Β΄ Γυμνασίου, που είχε συγγράψει ο Κώστας Καλοκαιρινός κινούμενος στην αιχμή των ιστοριογραφικών αναζητήσεων;»

Αυτό το ερώτημα διατυπώνει ως ευχή ο Χάρης Αθανασιάδης, εστιάζοντας πρώτα σ΄ εκείνο το εγχειρίδιο Ιστορίας που είχε καταγγελθεί ως «βιβλίο-παγίδα» και αποσύρθηκε δύο μόλις μήνες μετά την έναρξη του σχολικού έτους 1965-66, όταν πια είχε πέσει η κυβέρνηση της Ενωσης Κέντρου που το είχε εισηγηθεί. Η ουσία ήταν, εξηγεί ο Αθανασιάδης στην «Εφ.Συν.», πως η Ιστορία του αριστερού Καλοκαιρινού, ο οποίος εργαζόταν ως φιλόλογος στο Κολλέγιο Αθηνών, προσέγγιζε την εθνική συνείδηση των Ελλήνων εκφράζοντας την οπτική της ΕΔΑ.

Αλλά και τα Ψηλά βουνά, αντιμετωπίστηκαν ως αιρετικό βιβλίο το 1918, κυρίως για όσα δεν υπήρχαν στο αφήγημα του Παπαντωνίου («παραπέταξαν τον Θεό και το Εθνος») και διορθώθηκαν σιωπηρά το 1919. Ωστόσο το Αναγνωστικό αποσύρθηκε το 1921 μετά την ήττα των Φιλελευθέρων για να επανεγκριθεί με νέες αλλαγές το 1924 και το 1933. Και τα δύο βιβλία ξαναμπήκαν συμβολικά στις τάξεις μετά το ’74, αλλά ήταν πια ευνουχισμένα.

Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική. Ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου ήταν τολμηρός, καθώς υπαινισσόταν την σύνδεση της βυζαντινής περιόδου με την ρωμαϊκή, και την ένταξη της βυζαντινής Ιστορίας στην ευρύτερη Μεσαιωνική. Ετσι η πρώτη ένσταση εναντίον του ήταν πως αμφισβητούσε την ελληνικότητα του Βυζαντίου, άρα και υπονόμευε τον κανόνα της αδιάσπαστης ενότητας του ελληνισμού.

Τα Ψηλά Βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου και η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική της Β΄ Γυμνασίου Τα Ψηλά Βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου και η Ιστορία Ρωμαϊκή και Μεσαιωνική της Β΄ Γυμνασίου |

Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο φανατικοί επικριτές του ήταν δημοσιογράφοι, παλαιοί μαρξιστές που μεταστράφηκαν, και κατέληξαν υποστηρικτές της χούντας: ο Σάββας Κωνσταντόπουλος (εκδότης αργότερα του «Ελεύθερου Κόσμου») και ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου, κατοπινός υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης Παπαδόπουλου και έπειτα αρθρογράφος της Απογευματινής.

Καινοτόμο στο περιεχόμενο, το βιβλίο του Καλοκαιρινού «συνομιλούσε» με σπουδαίους ιστορικούς όπως ο μαρξιστής Χομπσμπάουμ ή ο Αντερσον, και αναδείκνυε ως σημαντικό παράγοντα των ιστορικών εξελίξεων τους πολιτικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό του Βυζαντίου και όχι μόνο τις συγκρούσεις με τους εξωτερικούς εχθρούς.

Μια τέτοια, όμως, προσέγγιση, είπαν οι πολέμιοί του, αποδιάρθρωνε δυνητικά την ενότητα του έθνους. Η τρίτη βασική ένστασή τους ήταν ότι η Ιστορία εξωράιζε τους αντιπάλους του Βυζαντίου όταν π.χ. περιέγραφε το όραμα του Σέρβου Στέφανου Ντουσάν που είχε σκοπό να ενώσει τα Βαλκάνια σε μια ορθόδοξη αυτοκρατορία. Το ερμήνευσαν ως αμφισβήτηση του δόγματος του από Βορρά κινδύνου, ως αποσιώπηση του σερβικού επεκτατισμού, και εντέλει ως έμμεση υπονόμευση της εθνικής συσπείρωσης.

Η Ιστορία του Καλοκαιρινού είναι ένα παράδειγμα διδακτικού βιβλίου που ξεπέρασε το εκπαιδευτικό στοίχημα και «ανίχνευσε τα όρια ανοχής της κυρίαρχης ιδεολογίας σε κοινωνικές αλλαγές». Αντίστοιχα, πίσω από την δριμύτατη πολεμική που ξεδιπλώθηκε γύρω του, κρυβόταν η άποψη ότι αυτό το εγχειρίδιο, διαβάζοντας αλλιώς (μαρξιστικά) το παρελθόν θα επηρέαζε αλλιώς το παρόν. Οι επικριτές του φοβούνταν πως μπορούσε να αναδείξει ή να αποκαταστήσει την αριστερή οπτική στα εθνικά και πολιτικά πράγματα της μετεμφυλιακής συγκυρίας. Αρα και να λειτουργήσει εντέλει, υπέρ των Λαμπράκηδων.

Τα Ψηλά βουνά. Γραμμένο με τη στήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου, το Αναγνωστικό αυτό μπήκε στις τάξεις, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, όταν η χώρα είχε διπλασιαστεί εδαφικά και δημογραφικά, και αγκάλιαζε πλέον μεγάλους πληθυσμούς που προέρχονταν από άλλες εθνότητες και γλώσσες: Σλαβομακεδόνες, Βλάχους, Αρμένιους, Τούρκους κ.ά.

Η αναγκαιότητα «να αποφευχθεί ο σωβινισμός» ήταν εγγεγραμμένη στην ίδια την υπόθεση του βιβλίου: Μια ομάδα 26 μαθητών φεύγουν από το άστυ και μένουν μόνοι για ένα μήνα στα βουνά της Ρούμελης όπου έρχονται σε επαφή με τον ταξικό και τον εθνοτικό Αλλο, έτσι ώστε η διάδραση μεταξύ τους ανοίγει μια προοπτική ενσωμάτωσης. Αυτή η αρχική εκδοχή των Ψηλών βουνών ήταν και η ριζοσπαστικότερη, γι΄ αυτό και χτυπήθηκε από κωνσταντινικούς και βενιζελικούς, καθαρολόγους και δημοτικιστές, συντηρητικούς και ρομαντικούς.

Το συντηρητικό στρατόπεδο (με κύριο εκπρόσωπο τον γλωσσολόγο Γ. Ν. Χατζιδάκι) είπε ότι το Αναγνωστικό δεν οικοδομεί την παραδοσιακή ταυτότητα, εννοώντας το τρίπτυχο Πατρίς-Θρησκεία -Οικογένεια που σύμφωνα με τον Αθανασιάδη, τότε «δένεται». Από την πλευρά του, το στρατόπεδο των δημοτικιστών και ρομαντικών εθνικιστών (με εκπροσώπους τη Γαλάτεια Καζαντζάκη και την Πηνελόπη Δέλτα) είπε ότι απουσιάζει η Ιστορία.

Ομως ο Δημήτρης Γληνός χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Δ. Φωτεινός, είχε ήδη έτοιμη μια τολμηρή απάντηση. Το «έθνος» έλεγε, δεν είναι αίμα, δεν είναι μόνο Ιστορία, ούτε καν μόνο γλώσσα. Το «έθνος» είναι μια απόφαση συνύπαρξης γύρω από ένα κοινό σχέδιο για το μέλλον.

«Τα όσα είπε πριν από έναν αιώνα ο Γληνός», σχολιάζει ο Αθανασιάδης, «μπορούν να λειτουργήσουν ως βάση για να συζητηθούν κρίσιμα διακυβεύματα των ημερών μας, όπως το ποια είναι η σχέση των μεταναστών δεύτερης γενιάς με το ελληνικό έθνος. Διότι το στοίχημα του 21ου αιώνα, δεν είναι πια εκείνο που είχε θέσει η υπόθεση Τσενάι, απαντώντας στο δίλημμα “εξοβελισμός ή αφομοίωση”. Σήμερα, το στοίχημα είναι πώς οι μετανάστες μπορούν να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία, διατηρώντας πτυχές της πολιτισμικής τους ταυτότητας».