Κηδεία μετά μουσικής της Μεταπολίτευσης

opera_ton_zitianon-11.11.jpg

Κηδεία μετά μουσικής της Μεταπολίτευσης «Νέα Ελλάδα (The making of)» από τις Οπερες των Ζητιάνων. | ΧΡΥΣΑΛΙΑ

Ρεμπέτικα, σκυλάδικα, παρωδίες Χατζιδάκι-Θεοδωράκη και φυσικά Γωγιός και Βάγκνερ. Η πρόταση των Αλέξανδρου Ευκλείδη - Χαράλαμπου Γωγιού δεν ήταν απλώς αυθάδης και δηλητηριώδης, ήταν ολοκληρωμένη τεχνικά και μουσικοθεατρικά.

Η δημιουργική ομάδα του θεσμού «Οι όπερες των ζητιάνων» έχει δώσει ώς τώρα πολλά δυνατά έργα μουσικού θεάτρου. Εν τάχει θυμίζω τα παλίμψηστα «Γεια σου Αΐντα» (Βερολίνο, Θεσσαλονίκη, Αθήνα 2012) και «AIRROSSINI» (Βερολίνο 2013), τις οπερέτες «Η κόρη της καταιγίδος» (Αθήνα 2011, Πειραιάς 2013) και «Σατανερί» (Πάτρα 2014) του Θεόφραστου Σακελλαρίδη.

Οπως δύο από τις προηγούμενες παραγωγές, έτσι και το «Νέα Ελλάδα (The making of)» ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη -ας το χωνέψουμε: ούτε συμβαίνουν ούτε ξεκινούν ΟΛΑ τα ενδιαφέροντα πράγματα στην Αθήνα! Πρωτοπαρουσιάστηκε στα «Δημήτρια» (2013) και επαναλήφθηκε αργότερα στην Αθήνα, στο πλαίσιο της Μπιενάλε 2014. Πρόσφατα ξαναδόθηκε για έξι παραστάσεις στο Θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου (22/10/2014).

Η νέα πρόταση της ομάδας ήταν μια ακόμη συλλογική δημιουργία, βασισμένη σε κείμενα Αλέξανδρου Ευκλείδη και Χαράλαμπου Γωγιού, στίχους Μαρίας Τοπάλη και Δημήτρη Δημόπουλου, μουσική Χαράλαμπου Γωγιού και Ρίχαρντ Βάγκνερ, δραματουργική συνεργασία Κατερίνας και Παναγιώτας Κωνσταντινάκου. Εφερε τον υπότιτλο «Λαϊκίστικο ορατόριο για την άνοδο, την πτώση και το rebranding του Εθνους»˙ κάλλιστα, θα μπορούσε να υπομνηματισθεί και ως «Ο δικός μας Μαρτάλερ», δίχως, όμως, αυτό να την καθιστά δευτερολογία σε επίπεδο μουσικής δραματουργίας.

Το «Νέα Ελλάδα (The making of)» είναι μια ευθύβολη, δηλητηριώδης σάτιρα, που σχολιάζει με κανιβαλιστική δριμύτητα την έκπτωση αξιών, το κατρακύλισμα ηθών και κοινωνίας στην ύστερη φάση της Μεταπολίτευσης. Χρησιμοποιεί σε ταχυδακτυλουργικές εναλλαγές τους κώδικες της σοβαρής παρωδίας, του μιούζικαλ, της επιθεώρησης, της συμμετοχικής περφόρμανς, ακόμη και του εκκλησιαστικού τελετουργικού, δημιουργώντας μια χαοτική, εφιαλτική παρέλαση θεατροποιημένων αναφορών σε οικείες συμπεριφορές, έξεις, ήθη, καταστάσεις: το μεταμοντέρνο, αποξενωμένο ελληνικό ζευγάρι με τις εξαχρειωμένες αδιέξοδες επιθυμίες, η θριαμβεύουσα ιδεολογική θολούρα, το μπάχαλο αριστερού και δεξιού λαϊκισμού, το lifestyle και η κλαψούρα, το παιχνίδι του καταναλωτικού εκμαυλισμού, ο αποθεωμένος αμοραλισμός εξουσίας και πολιτικής.

Στο τέλος, ηθοποιοί και μουσικοί καλούν τους ακροατές να συμμετάσχουν στην πάνδημη κηδεία της Μεσαίας Τάξης υπό τους ήχους του (φασιστικών επινοηματοδοτήσεων) πένθιμου εμβατηρίου από τον βαγκνερικό «Ζίγκφριντ». Οπως στον Επιτάφιο, λειτουργοί και ακροατήριο εγκαταλείπουν την αίθουσα/ναό και βγαίνουν στον δρόμο. Οι επικεφαλής της λιτανείας απαγγέλλουν με στόμφο το προσκλητήριο των επώνυμων πρωταγωνιστών της μεταπολιτευτικής εξαχρείωσης, καλώντας το κοινό/εκκλησίασμα να απαντήσει αναφωνώντας «Ζει!». Η λιτανεία/Επιτάφιος περιτρέχει το οικοδομικό τετράγωνο Φρυνίχου - Αμαλίας - Ηρώδου Αττικού και, ύστερα από στάση/στάσιμο ενώπιον της προτομής της Μελίνας, επιστρέφει στο θέατρο.

Εκεί, σε μια ακόμη παρωδία τελετουργικού εθνικής εορτής, που μοιάζει βγαλμένη από εικονογράφηση του Αναγνωστικού της Α΄ Δημοτικού, η Νέα Ελλάδα, τυλιγμένη με τη γαλανόλευκη, τραγουδά τον επικήδειό της επάνω στη μουσική του βαγκνερικού «Liebestod» («Ερωτας-θάνατος») με αλλαγμένα λόγια. Ακολουθεί μια ύστατη παρωδία πάνδημου ξεσαλώματος σε σκυλάδικο, υπό τον καταιγισμό βροχής ψεύτικων χαρτονομισμάτων με πορτρέτα από περσόνες τού σήμερα, και η παράσταση αποσυντίθεται ξεψυχώντας…

Σε όλο αυτό το κατευθυνόμενα δυστοπικό «παιχνίδι», φυσική και μουσική γλώσσα χρησιμοποιήθηκαν σαν δίκοπο μαχαίρι, ανανοηματοδοτούμενες συνεχώς μέσα από ελεγχόμενες παραποιήσεις, παρωδίες και στρεβλώσεις: υπερεμφάσεις, υπονομεύσεις, ανατρεπτικοί υπερτονισμοί, παραληρηματικές αναπαραστάσεις, μεταθέσεις (άλλος υποδύεται, άλλος εκφέρει), μουσικά φάλτσα, ενορχηστρώσεις-καρικατούρες, αναδράσεις με προηχογραφημένες μουσικές, «βλάσφημες» μουσικές παρωδίες οικείων, ανεξίτηλα ιδεολογικοποιημένων μουσικών…

Η τέχνη αντεπιτίθεται από το περιθώριο

Ακούσαμε σκυλάδικα, ρεμπέτικα και παρωδίες Χατζιδάκι και Θεοδωράκη, τραγούδια που θύμιζαν αλλά –τελικά– ήσαν κάτι άλλο, φρενήρη γλωσσικά παραμιλητά, όλα αυτά σε κείμενα που θα απαγγέλλονταν και σε ντιβάνι ψυχαναλυτή… Μακράν τού να βολεύεται με ευκολίες, χτισμένο με σφαιρική γνώση της τοπογραφίας του ευρωπαϊκού και του εγχώριου πολιτιστικού πεδίου, με καλά αφομοιωμένες αναφορές σε χρηστική και κλασική μουσική, και, κυρίως, με συναίσθηση του πόσο εύφλεκτα ήσαν κείμενα και αναφορές, το αποτέλεσμα πρόβαλε αισθητικά συνεκτικό και ανθεκτικό.

Σε πολυδιάστατη διασύνδεση, λόγος και μουσικές λειτουργούσαν ως ένα σφιχτό πλέγμα αμφίδρομων αναφορών όπως αυτές των ασυνείδητων συνειρμών ή του… διαδικτύου. Με άλλα λόγια, δεν επρόκειτο απλώς για μια εξυπναδίστικη, εύκολη φάρσα. Ετσι, ανάλογα με το προσωπικό του απόθεμα παιδείας και παραστάσεων, κάθε ακροατής «διάβασε» και εισέπραξε διαφορετική δέσμη νοημάτων. Οι έντονες, συγχρονισμένες αντιδράσεις, έδειξαν ότι άπαντες κατάλαβαν και με το παραπάνω.

Επιβάλλεται να αναφέρουμε τα ονόματα των εξαιρετικών ηθοποιών/τραγουδιστών: 

Η υψίφωνος Λυδία Ζερβάνου τραγούδησε αλλά και έπαιξε τσέλο, η μεσόφωνος Ιωάννα Φόρτη τραγούδησε ρεμπέτικο, παίζοντας μπαγλαμά, ο τενόρος Χρήστος Κεχρής τραγούδησε με πολλές διαφορετικές φωνές και έπαιξε κιθάρα.

Ο σκηνοθέτης Αλέξανδρος Ευκλείδης και ο συνθέτης Χαράλαμπος Γωγιός συμμετείχαν επίσης στην παράσταση ως εκτελεστές/ερμηνευτές.

Σίγουρα, η παράσταση στο ξύλινο θέατρο της οδού Φρυνίχου δεν μετέθεσε το κέντρο βάρους στον χάρτη της ελληνικής πολιτιστικής ζωής.

Ομως, η αυθάδης, τεχνικά και μουσικοθεατρικά ολοκληρωμένη πρότασή της, διεύρυνε με πολύτιμο χώρο τον τόπο, όπου μπορεί κανείς να σταθεί για να ατενίσει την επικαιρότητα, τα πεπραγμένα της ελληνικής κοινωνίας και τις δυνατότητες του σύγχρονου θεάτρου να προσφέρει καθαρτήριες εμπειρίες κριτικής ανάγνωσης.