Καταρρέοντας στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης

Ο Ρούντολφ Ντίτσεν (Rudolf Ditzen), γνωστός σε όλο τον κόσμο με το όνομα Χανς Φάλαντα, έγραψε σε τέσσερις μήνες από τον Οκτώβριο του 1931 έως τον Φεβρουάριο του 1932 το τέταρτο μυθιστόρημά του με τίτλο «Και τώρα, ανθρωπάκο;» (Kleiner Mann - Was nun?). Ηταν ένα μικρό διάλειμμα, όπως έχει πει ο ίδιος, από τη γραφή ενός άλλου μυθιστορήματος που ετοίμαζε την ίδια περίοδο.

Για τον Φάλαντα η αναγνωστική και συγγραφική του δραστηριότητα ήταν κατ’ εξοχήν υπαρξιακή ανάγκη. Συνέτρεχαν μ’ αυτήν όμως και οι αϋπνίες, οι εφιάλτες, οι φαντασιώσεις, η χρήση ψυχοτρόπων φαρμάκων και μορφίνης, το αλκοόλ. Την υπερκινητικότητα και την υπερεργατικότητα του Φάλαντα ακολουθούσαν διαστήματα ακηδίας και νωθρότητας. Αναγνωστικοί του συνοδοί από την εφηβική του ηλικία ήταν ο Οσκαρ Ουάιλντ και ο Φρειδερίκος Νίτσε.

Χανς Φάλαντα «Και τώρα, ανθρωπάκο;» Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου Gutenberg, 2017 Σειρά Orbis Literae Σελ. 637 Χανς Φάλαντα «Και τώρα, ανθρωπάκο;» Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου Gutenberg, 2017 Σειρά Orbis Literae Σελ. 637 |

Η ζωή του Φάλαντα ήταν ταραχώδης. Το τρίτο παιδί του δικαστή Βίλχελμ Ντίτσεν και της Ελίζαμπεθ Λόρεντς, μεγάλωσε σ’ ένα περιβάλλον που δεν μπόρεσε ποτέ να αποδεχτεί. Οι πιέσεις του πατέρα του για μiα επιτυχημένη επαγγελματική σταδιοδρομία έφεραν γρήγορα την αποξένωση και την ανάγκη φυγής από το οικογενειακό περιβάλλον.

Οι διαφαινόμενες αυτοκτονικές τάσεις του και η ολοκλήρωση μόλις στα δεκαοχτώ του ενός ψυχογραφικού αυτοβιογραφικού σχεδιάσματος σε συνδυασμό με τις προσπάθειες αποθεραπείας του, ήταν τα γεγονότα που οριστικοποίησαν τη ρήξη με τις καταγωγικές καταβολές του και την αναζήτηση ενός δρόμου πέρα από τις εμπειρίες της τότε ανώτερης αστικής τάξης. Αυτός ο δρόμος ήταν ο δρόμος της γραφής και της απελπισίας. Ηταν ο δρόμος που θα μπορούσε να αναρωτιέται συνέχεια «και τώρα;».

Οπως συμβαίνει σε πολλές ανήσυχες φύσεις, ο Φάλαντα βρισκόταν πάντα εμπρός από συγκλονισμούς ψυχικούς. Η γραφή ήταν ο τρόπος να αντιμετωπίσει τα αδιέξοδα και να προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τον ιστορικό χρόνο. Εζησε στην περίοδο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, λίγο πριν έρθει στην εξουσία το ναζιστικό κόμμα.

Οταν γράφηκε το μυθιστόρημα, το Βερολίνο μαστιζόταν από την αυξανόμενη ανεργία και τον πληθωρισμό. Η Γερμανία έχει βγει ηττημένη από τον Μεγάλο Πόλεμο, ενώ το οικονομικό κραχ του 1929 είχε αλυσιδωτές αντιδράσεις στη γερμανική οικονομία και κοινωνία με επακόλουθο την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933.

Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δεν έχει πάψει να παρουσιάζεται ως μία ανώτερη μορφή δημοκρατικού πολιτεύματος που σημάδεψε την εποχή του Μεσοπολέμου. Η αίγλη της, ωστόσο, οφείλεται και στην πνευματική ζωή της Γερμανίας εκείνης της εποχής, όπου άνθησαν πολλές καλλιτεχνικές πρωτοπορίες.

Το Βερολίνο ήταν η πόλη -πολιτισμός, όπου συγκέντρωνε τα κινήματα και τις ιδέες που αποτύπωναν τις κοινωνικές ανησυχίες της εποχής. Οι Χάινριχ και Τόμας Μαν, ο Αλφρεντ Ντέμπλιν, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο Οτο Ντιξ, ο Μαξ Μπέκμαν, ο Φριτς Λανγκ, ο Εριχ Φον Στροχάιμ, ο Οτο Χαν, ο Γκέοργκ Γκρος, ο Μαξ Χορκχάιμερ της σχολής της Φρανκφούρτης, το περίφημο κίνημα του Μπάουχαους κ.ά.

Στο «Και τώρα, ανθρωπάκο;» αυτή η αστραφτερή εικόνα της εποχής, η γοητεία του περίφημου κοσμοπολιτισμού του Βερολίνου στην περίοδο του Μεσοπολέμου, μόνο υπονοείται. Το μυθιστόρημα κατοπτρίζει την άλλη πλευρά της εποχής της Βαϊμάρης. Το Βερολίνο εκείνης της εποχής εκτός από διοικητικό και πνευματικό κέντρο ήταν και μια μεγάλη βιομηχανική πόλη με έναν εξαιρετικά δραστήριο πολιτικά εργατικό πληθυσμό.

Οι διαχωριστικές γραμμές στις διάφορες κοινωνικές τάξεις του αστικού χώρου ήταν ιδιαίτερα έντονες, με την εργατική τάξη να αμφισβητεί βασικά αξιώματα του κοινωνικού συστήματος. Από τη γερμανική επανάσταση του 1918 και τις ακόλουθες πολιτικές εξελίξεις άλλωστε, το Βερολίνο δεν έπαψε να είναι μια ανήσυχη πόλη. Γι’ αυτό και οι εργασίες της Εθνοσυνέλευσης έγιναν στη μικρή πόλη της Βαϊμάρης στη Θουριγγία, από την οποία πήρε το όνομά της μία ολόκληρη ιστορική περίοδος.

Ο Γιοχάνες Πίνεμπεργκ, ο ήρωας του μυθιστορήματος, με το προσαγορευτικό «Μικρός», είναι ένας υπάλληλος ιδιωτικών επιχειρήσεων, ο οποίος ξεκινά από μια μικρή και άσημη πόλη, το Ντούχεροβ, την πορεία του προς το Βερολίνο, προκειμένου να απασχοληθεί σε μεγάλη αλυσίδα καταστημάτων ένδυσης. Μαζί του η έγκυος σύζυγός του Εμμα Μέρσελ, με το χαϊδευτικό «Μανάρι» (Lämmchen στα γερμανικά).

Η αγωνία για την εύρεση εργασίας, η προσπάθεια για οικονομική διαχείριση στα όρια της ανέχειας, οι παραλογισμοί των αφεντικών, οι γκροτέσκες μορφές των συναδέλφων του, οι ενοικιάσεις έπειτα από πολλές περιπέτειες κατοικιών που θα μπορούσαν να συνθλίψουν ψυχικά τους διαμένοντες, συνθέτουν το δημιουργικό πλαίσιο της αφήγησης. Γύρω τους οι υπόλοιπες μορφές του μυθιστορήματος έχουν τα μερικότερα χαρακτηριστικά που αντανακλούν την ταξική κοινωνία του Βερολίνου στις αρχές της δεκαετίας του ’30.

Η μητέρα του Πίνεμπεργκ, μία ευκατάστατη αστή που φαίνεται να ζει από τη διοργάνωση νυχτερινών συναντήσεων, υπό την εποπτεία και βοήθεια του πλούσιου και μυστηριώδους φίλου της Γιάχμαν, ο προσωπάρχης Λέμαν που αποφασίζει με κάθε τρόπο για τη διατήρηση ή απόλυση υπαλλήλων στη μεγάλη αλυσίδα ετοίμων ενδυμάτων, ο παράξενος συνάδελφος και φίλος του Πίνεμπεργκ, Χάιλμπουτ, που αντιστέκεται σε κάθε είδους επαγγελματική βαρβαρότητα με τίμημα την απόλυσή του. Γύρω τους ρουφιάνοι υπάλληλοι, ανελέητα αφεντικά που αποφασίζουν με γνώμονα τα πάθη τους, παράλογες διατυπώσεις μεθόδων εργασίας.

Ο Φάλαντα δίνει δεξιοτεχνικά τη ζοφερότητα της εποχής, που φαίνεται ότι έχει ήδη μπει στη σκιά της μισαλλοδοξίας που αμέσως αργότερα θα εκφραστεί με την άνοδο στην εξουσία του ναζιστικού κόμματος. Ο ίδιος ο Πίνεμπεργκ, αν και δεν φαίνεται να έχει μια ξεκάθαρη ιδεολογικά πολιτική άποψη, δεν παύει με τη στάση του να αναζητά αυτό που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη· την αξιοπρέπεια. Σε αυτή την υπαρξιακή συνθήκη βασίζει τις ιδέες του και καθορίζει τη στάση του.

Η γραφή του Φάλαντα είναι νευρώδης και αρκετές φορές ασθματική. Με αυτό τον τρόπο πετυχαίνεται να αποδοθεί η βιωματική αγωνία του ήρωα, η ανασφάλεια και η διάχυτη αδυναμία να στηρίξει την οικογένειά του, σ’ ένα περιβάλλον ψυχικής μετεώρισης. Γράφει σαν κάτι να λείπει πάντα από τις περιγραφές και αυτή η ατέλεια αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη σε μία διαρκή προσοχή. Οι τόποι όπως το μαιευτήριο, τα ενοικιαζόμενα διαμερίσματα, τα καμπαρέ, οι μεγάλοι δρόμοι του Βερολίνου, τα καταστήματα, σκιαγραφούνται με αχνά περιγράμματα, εξυπηρετώντας τη μετατόπιση στις ψυχικές διαθέσεις των ηρώων.

Οι διάλογοι και οι επιμέρους στιχομυθίες, αποδίδονται εκφραστικώς με λεπτό ειρωνικό τόνο και με χιουμοριστική υφή, όπου ανιχνεύεται ο υποδόριος σαρκασμός του Φάλαντα για τα οδυνηρά γεγονότα που μπορούν να συνθλίψουν ψυχικά τον ήρωά του.

Από την άλλη, η σχεδόν καρικατουρίστικη και περιπαιχτική προσέγγιση των υπόλοιπων μορφών του μυθιστορήματος, αποτρέπει από το μυθιστόρημα το υφολογικό βάρος του μελοδραματισμού, στο οποίο θα χάνονταν ο ψυχρός ρεαλισμός των καταστάσεων και η στεγνή απεικόνιση της κοινωνικής διαστρωμάτωσης του Βερολίνου, και που θα παραμόρφωνε τον Πίνεμπεργκ ως μεγαλοπρεπή ήρωα μιας αυτονόητης αντίστασης.

Αντίθετα ο Φάλαντα δεν προσπαθεί να φτιάξει έναν ακόμη λογοτεχνικό ήρωα που θα αντισταθεί για τις αξίες του ανθρωπισμού. Γνωρίζει, ίσως και επηρεασμένος από τις προσωπικές του ψυχικές συντριβές, ότι η εποχή του είναι πιο ισχυρή από τον ήρωά του. Ο Πίνεμπεργκ καταρρέει από το αδυσώπητο κλίμα της αστάθειας και του παραλογισμού. Φθείρεται σταδιακά, αντιστεκόμενος, ματαίως, στην επερχόμενη νομοτελειακή απόλυση.

Ο ίδιος λέει, «μία βλακεία είναι η ζωή, είτε πάνω είσαι είτε κάτω, όλοι ξεθεώνονται και δεν χαίρονται πραγματικά. Ολα είναι απλώς μία ανοησία». Στις τελευταίες σελίδες του μυθιστορήματος αυτή η ζωή χρεώνεται στην εξαθλίωση, στην ποταπότητα και στη φθορά, σαν το φθαρμένο παλτό του, το οποίο κάλυπτε την άνεργη ύπαρξή του.

Στις βερολινέζικες φτωχικές συνοικίες η γεμάτη απόγνωση ερώτηση του άντρα προς τη γυναίκα του, «...με πήραν στο κυνήγι πώς να κοιτάξω πάλι τους άλλους στα μάτια...;», διαρρηγνύει το βαρύ σκοτάδι και απλώνει την ντροπή της ύπαρξης παντού. Γιατί ο άνθρωπος δεν παύει να υπάρχει μέσα από τους άλλους και έτσι πορεύεται στο κοινωνικό και πολιτικό τοπίο. Αλλοτε συνθλιμμένος, άλλοτε συνθλίβοντας ο ίδιος.

Η ανθρώπινη ευαισθησία, όμως, δεν θα επιτρέψει ποτέ να καταστεί η ζωή μία απλή μηχανική διαδικασία, υποταγμένη στους νόμους της φυσικής εξόντωσης. Η Εμμα Μέρσελ, ενσαρκώνοντας την πίστη στην αξία και στο νόημα αυτής καθεαυτήν της ζωής, δεν διστάζει να δώσει άμεσα την απάντηση: «Εμένα μπορείς να με κοιτάς όμως! Πάντα!»

Η απόδοση της γραφής του Φάλαντα με τον ιδιαίτερο τόνο και ρυθμό ανήκει οπωσδήποτε στη μεταφράστρια Ιωάννα Αβραμίδου. Η έκδοση στη σειρά Orbis Literae, των εκδόσεων Gutenberg, περιλαμβάνει μία εξαιρετική εισαγωγή του Κώστα Κουτσουρέλη, όπου περιλαμβάνονται στοιχεία για την ιστορικότητα του μυθιστορήματος. Σε δική του μετάφραση είναι και το επίσης κατατοπιστικό επίμετρο του Χέρμπερτ Σβενκ (Herbert Schwenk).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας