«Ηρθε η ώρα να αντιστρέψουμε το κυρίαρχο αφήγημα»

marina_goyorner.jpg

Μαρίνα Γουόρνερ Η συγγραφέας και πανεπιστημιακός, Μαρίνα Γουόρνερ

Το πρώτο που λέει στην τάξη της όταν διδάσκει δημιουργική γραφή είναι: «Το πρόσωπο που γράφει δεν είσαι ΕΣΥ, ακόμη και αν χρησιμοποιείς το πρώτο ενικoύ».

Το ίδιο θα ήθελε να πει στους πρόσφυγες. Η συγγραφέας και πανεπιστημιακός Μαρίνα Γουόρνερ θα δώσει στις 25/11 στο Μέγαρο Μουσικής μια διάλεξη για τη δύναμη της λογοτεχνίας να βοηθήσει τους μεταναστευτικούς πληθυσμούς. Τίτλος της: «Ιστορίες σε τράνζιτ»

Είμαι μία από τις πρώτες φεμινίστριες της γενιάς μου που μπορούσε να ενδιαφέρεται για την εμφάνισή της, να φοράει μίνι φούστα και να παίρνει διδακτορικό

Αυτό είχε τονίσει η Μαρίνα Γουόρνερ σε συνέντευξή της στο κουλτουριάρικο «Prospect» και είχε προκαλέσει πολλαπλές ανατριχίλες.

Σήμερα, στα 70 της, διατηρεί το ίδιο ζωηρό ταμπεραμέντο, παρότι πλέον διαθέτει και τίτλο ευγενείας! Είναι Dame! Kαι έχει μια πολύ γεμάτη ζωή ως μυθιστοριογράφος («Ο χαμένος πατέρας»), διηγηματογράφος, συγγραφέας βραβευμένων κοινωνιολογικών δοκιμίων (για τον μύθο και τη λατρεία της Παρθένου Μαρίας, αλλά και για τα παραμύθια, τους θρύλους και τους παραμυθάδες).

Είναι παράλληλα πανεπιστημιακός, καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας και Δημιουργικής Γραφής στο διανοουμενίστικο λονδρέζικο Μπέρκμπεκ, βασικό στέλεχος του περίφημου περιοδικού αριστερής σκέψης και βιβλιοκριτικής «London Review of Books», πρόεδρος μέχρι πέρσι στην Κριτική Επιτροπή του διεθνούς λογοτεχνικού βραβείου Man Booker International, και συνεργαζόμενη με το Πανεπιστήμιο του Παλέρμο σε ένα πολιτισμικό πρόγραμμα για τους πρόσφυγες.

Την έχουν περιγράψει ως «εξαιρετική μυθογράφο» και είναι γεγονός ότι στα κείμενα και στις ομιλίες της κάνει τολμηρά άλματα και συσχετισμούς της αρχέγονης μυθολογίας και της σύγχρονης λογοτεχνίας. Μιλώντας στην «Εφημερίδα των Συντακτών» πριν από τη διάλεξη της Παρασκευής, αξιολόγησε τους ελληνικούς μύθους:

Αγαπώ πάρα πολλούς μύθους που είναι σκληροί, αδυσώπητοι και άσπλαχνοι. Ως παιδί, η απαγωγή της Περσεφόνης και ο πόνος της μητέρας της ήταν πολύ ισχυρές αφορμές λαχτάρας για εμένα.
Το ότι η Δήμητρα τριγύριζε τον κόσμο αναζητώντας την και τον βύθισε ολόκληρο στον χειμώνα επειδή είχε χάσει την κόρη της… Υπέροχο!
Αγαπούσα επίσης την Αριάδνη, επειδή ήξερε πώς να δραπετεύσει από τον λαβύρινθο, και την Αρτεμη για τη σφοδρότητα της ανεξαρτησίας της.
Αλλά ταυτιζόμουν και με την Καλυψώ που εξαπατήθηκε και προδόθηκε με τόσους πολλούς τρόπους. Τώρα όμως που έχω γεράσει, αγαπώ εκείνη τη μητέρα που προσεύχεται να μεταμορφωθεί ο γιος της σε κορίτσι ώστε να μην κληθεί στη μάχη όταν γίνει ο επόμενος πόλεμος…

• Eπιμένετε, Μαρίνα Γουόρνερ, πως «ήρθε η ώρα να αντιπαλέψουμε τα κυρίαρχα αφηγήματα και να υφάνουμε αντι-μύθους». Οι μύθοι, σχολιάζετε με οξυδέρκεια, «είναι ιδεολογικά εργαλεία και έχουν πολύ συχνά διατυπωθεί από τους ισχυρούς, προκειμένου να παγιώσουν την ισχύ τους. Τώρα έχει έρθει η ώρα να ανακτήσουμε αυτό το πεδίο». Ομως ποιον δρόμο να ακολουθήσουν οι «κομιστές λέξεων», οι αφηγητές, οι παραμυθάδες, οι συγγραφείς;

Η ψηφιακή εποχή με την εκπληκτική της ταχύτητα και τους απειράριθμους συνδέσμους της έδωσε μια απαράμιλλη επικοινωνιακή δυνατότητα στα στόματα και στα χέρια του καθένα και σχεδόν όλων. Δεν είμαι καθόλου πεπεισμένη ότι οι γενικές κατευθύνσεις της τρέχουσας πολιτικής σκέψης μπορούν να μεταβληθούν ή τουλάχιστον να αναχαιτιστούν. Αλλά δεν προτίθεμαι να ξαπλώσω και να πεθάνω.

Οχι ακόμα. Σκέφτομαι ότι εσείς στην Αθήνα ανεβάζατε τραγωδίες που αναφέρονταν στη φρίκη του πολέμου και ότι οι τραγικοί σας, όπως ο Αισχύλος, μπορούσαν να φανταστούν τι σήμαινε να είσαι Πέρσης. Οι συγγραφείς, οποιοδήποτε μέσο και αν χρησιμοποιούν, ακόμη και τα νέα μέσα, δεν είναι απαραίτητο να έχουν απόλυτη συνείδηση κάποιου «μηνύματος».

Μπορούν/μπορούμε να εκφράσουμε αυτό που σκεπτόμαστε και αισθανόμαστε, κι αυτές οι ιδέες να πέσουν μέσα στο ρεύμα και να μεταβάλουν την ταχύτητά του, τη θερμοκρασία του, τη δυναμική του, ανεξάρτητα από την όποια πρόθεση, εάν υπάρχει καμία. Το σημαντικό είναι να είμαστε εκεί, φουσκώνοντας τον χείμαρρο.

• Υπάρχει ένα περίφημο ποίημα του Ελληνα Τίτου Πατρίκιου που λέει: «Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα/ κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες» (…διότι οι ποιητές, λέει, δεν σκέφτονται πια τις μάζες αλλά πώς θα σώσουν τον εαυτό τους ή θα αναδειχθούν). Ομως υπάρχουν αρκετά παραδείγματα πεζογραφικών έργων που επηρέασαν τις στάσεις ζωής. Ποιες σύγχρονες ιστορίες έχουν τη δύναμη να παρέμβουν πολιτικά;

Με το κεφάλι μου δεν συμφωνώ με τον Τίτο Πατρίκιο, παρότι μοιράζομαι τα αισθήματά του στην καρδιά μου. Με το πνεύμα μου, όπου κι αν αυτό είναι εγκατεστημένο, δεν μπορώ να επιτρέψω σε αυτό το επιχείρημα να δικαιωθεί διότι θα σήμαινε πως παραχωρώ το πεδίο του λόγου και του στοχασμού σε άλλους.

Ο Αγγλος ποιητής Οντεν έγραψε κι αυτός «η Ποίηση δεν κάνει τίποτα να συμβαίνει». Ομως ιστορικά αυτό είναι λάθος. Συνάντησα πριν από χρόνια τον Μιροσλάβ Χόλουμπ και μου είπε ότι είχε γράψει ένα ποίημα που περιλάμβανε την εικόνα μιας πόρτας, μισάνοιχτης, έτοιμης να ανοίξει. Δεν είχε πρόθεση να περάσει κάποιο άμεσο μήνυμα, είπε, όμως το ποίημα αυτό έγινε ένας ύμνος για τη Βελούδινη Επανάσταση.

Θα σας το πω και διαφορετικά: Επικοινωνούμε με τα παιδιά μας με όρους ελπίδας και ονείρων διότι ενστικτωδώς πιστεύουμε στην επιρροή που έχουν οι λέξεις, σχεδόν σαν ξόρκια. Είναι κάτι που έχω επεξεργαστεί σε μη μυθοπλαστικά έργα μου: το πώς αποδεχόμαστε -δικαίως κατά την άποψή μου- την καταστροφική δύναμη του λόγου του μίσους. Ε λοιπόν, υπάρχει και το αντίβαρό του: είναι ο λόγος του δίκιου. Κι αυτός δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις μορφές του λυρισμού, της ευλογίας ή του παραμυθιού.

Μπορεί να αντιστρατευτεί τον λόγο του μίσους με τη φωνή της σάτιρας, του παράλογου ή της κατά μέτωπο αλήθειας. Εχω βρει πολλούς συγγραφείς με λόγο αστραφτερό που σε αφυπνίζουν με τα ερωτήματά τους, με τον θρήνο τους, με την οργή τους, με την αποτύπωση της κατάστασης των πραγμάτων. Θαυμάζω στη Σβετλάνα Αλεξίεβιτς τα ρεπορτάζ-ορατόρια φωνών, τόσο ποικίλα και απεγνωσμένα. Αλλοι πάλι έχουν ως μέσο το γέλιο. Αυτοί βρίσκονται στην πλευρά που θέλω να είμαι κι εγώ.

• Στην Ελλάδα εξελίσσεται μια ζωηρή συζήτηση γύρω από την ποιότητα της «λογοτεχνίας της κρίσης». Εχουμε εξαιρετικά δείγματα, ωστόσο αρκετοί συγγραφείς πιστεύουν ότι η λογοτεχνία που σέβεται τον εαυτό της πρέπει να παίρνει απόσταση από το εδώ και τώρα. Πώς αξιολογείτε εσείς τη λογοτεχνία που αλληλεπιδρά με την εμπειρία;

Εχω την αίσθηση ότι οι συγγραφείς που προέρχονται από γωνιές του κόσμου πέρα από τις πλούσιες μητροπόλεις και έξω από το εμπορικό εκδοτικό κατεστημένο βρίσκονται σε πολύ μεγαλύτερη επαγρύπνηση ως προς τα κρίσιμα ζητήματα. Σε αυτά θα συμπεριλάμβανα την οικολογία ή τη γυναικεία τρωτότητα, δίπλα στη φτώχεια, στον πόλεμο και στην προσφυγιά.

Είναι επινοητικοί, δυναμικοί, πνευματώδεις και οραματιστές: όπως ο Κονγκολέζος Αλέν Μαμπανκού, ο Ούγγρος Λάζλο Κρασναχόρκαϊ, ο Αργεντινός Σέσαρ Αϊρα, η Λιβανέζα Χόντα Μπαρακάτ, ο πορτογαλικής καταγωγής Ζοζέ Εντουάρντο Αγκουαλούζα από την Αγκόλα.

• Προεδρεύατε στην κριτική επιτροπή του σημαντικού διεθνούς λογοτεχνικού βραβείου Man Booker International, το οποίο ακριβώς πέρσι απονεμήθηκε στον Λάζλο Κρασναχόρκαϊ που τον γνωρίζουμε στην Ελλάδα από τις ταινίες του με τον Μπέλα Ταρ και από τα μυθιστορήματά του «Πόλεμος και πόλεμος» και «Η μελαγχολία της αντίστασης». Τον αποκαλούν «μετρ της Αποκάλυψης», καθώς εστιάζει στο πνεύμα της βίας και της καταστροφής που σαρώνει τις ανθρωπιστικές αξίες στον σημερινό κόσμο. Μπορεί άραγε να βοηθήσει η λογοτεχνία όταν είναι τόσο απαισιόδοξη;

ΝΑΙ! Ο Λάζλο Κρασναχόρκαϊ έχει μια φωνή σκοτεινή και αστεία και διεισδυτική και σοφή. Κατά τη δική μου αντίληψη είναι προφητικός χωρίς να έχει πρόθεση να γίνει. Ο Κάφκα είναι ο μεγάλος του ήρωας και ο Κάφκα ήταν επίσης ακούσια μαντικός. Να γιατί πρέπει οι αναγνώστες να ακούν τις ιστορίες: διότι αυτές γνωρίζουν τα πράγματα προτού να συμβούν.

Θα ήθελα να υπογραμμίσω και πάλι ότι ο Λ.Κ. δεν είναι ένας συγγραφέας διδακτικός. Εάν διαβάσετε τη «Μελαγχολία της αντίστασης» και δώσετε προσοχή, θα γίνετε επιφυλακτικοί απέναντι στους γκλαμουράτους μεσσίες που εμφανίζονται υποσχόμενοι τον κόσμο όλο.

Δυστυχώς δεν ήταν αρκετοί εκείνοι στο Ιλινόις, στο Οχάιο, στη Φλόριντα των ΗΠΑ, που είχαν διαβάσει ετούτη την ξεκαρδιστική και τρομερή τραγωδία που έγραψε ο Κρασναχόρκαϊ. Αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα μιλά για κάποιον που υπόσχεται τα πάντα, κι έπειτα σε γδύνει από την τελευταία σου δεκάρα και σ’ αφήνει να ψοφήσεις.

• Πιστεύετε ότι το διαδίκτυο και η ψηφιακή τεχνολογία θα φέρουν ουσιαστικές αλλαγές στις αφηγήσεις και στις ιστορίες της εποχής μας;

Πράγματι, τα ψηφιακά μέσα μεταβάλλουν τους τρόπους επικοινωνίας της λογοτεχνίας και μας γυρίζουν ώς έναν βαθμό σε ένα τοπίο προ Γουτεμβέργιου, πριν από την τυπογραφία, με τη φωνή και την εικόνα και την επιτέλεση (περφόρμανς) να ξανακερδίζουν έδαφος με την αμεσότητά τους και να εξελίσσονται σε ένα ιδιαίτερα εκφραστικό μέσο.

Κοιτάξτε τη σύνθετη δουλειά της Καρολάιν Μπέργκβαλ: υπέροχη, γεμάτη αποχρώσεις, θαυμάσια πρόζα-τέχνη-ποίηση-απαγγελία. Η ίδια η απαγγελία -η «λέξη που λέγεται», ο προφορικός λόγος- αναβιώνει, και ειδικότερα στη Μέση Ανατολή. Εχω ενθουσιαστεί μ’ αυτό, διότι η απαγγελία ωριμάζει έξω από τη μουσική σκηνή και ξαναφέρνει τις ιστορίες πίσω στον κόσμο των ήχων.

Οι ελευθερίες των προσφύγων, οι μαρτυρίες τους και το χρέος μας

Στην ομιλία της στο Μέγαρο Μουσικής η Μαρίνα Γουόρνερ θα αναφερθεί σε ποιήματα, ιστορίες, αφηγήματα σχετικά με το ζήτημα των πληθυσμών που μεταναστεύουν, των ανθρώπων που ξεριζώνονται από τον πόλεμο, από τους θρησκευτικούς, πολιτικούς, φυλετικούς κ.ά. διωγμούς ή από την ανάγκη…

Και θα μιλήσει για τις λέξεις ως καταφύγιο και για τη δύναμη της λογοτεχνίας να συντρέχει και να βοηθά τον πρόσφυγα, τον μετανάστη, τον εκτοπισμένο, τον περιπλανώμενο από την ανατολική Μεσόγειο, το Μαγκρέμπ, την υποσαχάρια Αφρική κ.α. Ομως ποιες ιστορίες χρειάζονται περισσότερο αυτοί οι άνθρωποι; Τις ιστορίες των δυτικών, που μιλούν γι’ αυτούς, ή μήπως τις δικές τους ιστορίες, που βγαίνουν από τα δικά τους σπλάχνα και ενδεχομένως να μας ξενίζουν;

«Πράγματι» σχολιάζει στην «Εφ.Συν» «το πλήθος των ανθρώπων που μετακινούνται για λόγους μεγάλης και επείγουσας δυστυχίας κουβαλούν μαζί τους μια ευρεία κουλτούρα: τη λογοτεχνία τους, τις ιδέες τους, τα τραγούδια τους αλλά και τον πολιτισμό που τους έχει μεταδοθεί μέσα από τις ιστορικές διασταυρώσεις τους με άλλους πληθυσμούς, καθώς πλέον και μέσα από τα ΜΜΕ.

Αυτή η πρόσληψη και η όποια επακόλουθη μετάδοση δεν είναι απαραίτητα προμελετημένη -δεν είναι όλοι ποιητές ή μουσικοί- αλλά οπωσδήποτε χρειάζεται χώρο και αναγνώριση για να εκφραστεί και να ακουστεί.

Χρειάζεται να τους αφουγκραστούμε, να συντονιστούμε μαζί τους. Και πράγματι, όταν δεν υπάρχει στέγη, οι λέξεις, εάν οργανωθούν σε ένα σύστημα που παράγει νόημα όπως είναι οι ιστορίες, τότε μπορούν να παρέχουν το αίσθημα ότι υπάρχει ένα αγκυροβόλι, μια γωνιά στον κόσμο, μια σχέση με τους άλλους: σου λέω αυτό που γνωρίζω για τον κόσμο κάτω από τη θάλασσα… μου λες ό,τι γνωρίζεις για…

Το πρόγραμμα στο οποίο έχω εμπλακεί μαζί με το Πανεπιστήμιο του Παλέρμο, στη Σικελία, προσπαθεί να διεκδικήσει έναν ελεύθερο χώρο για την κουλτούρα.

Δεν εννοούμε μονάχα έναν φυσικό χώρο (αν και αυτό θα ήταν μια δυνατότητα, ελπίζω), αλλά πάνω απ’ όλα το δικαίωμα για κοινωνική και ψυχολογική ελευθερία να εκφράζει κανείς τον εαυτό του. Και εμείς, που μάλλον είμαστε οι οικοδεσπότες, οι κάτοικοι της χώρας όπου φτάνουν οι ερχόμενοι, πρέπει να ακούμε και να βοηθάμε να κυκλοφορούν αυτές οι λέξεις, που είναι οι θεμέλιοι λίθοι της πατρίδας των λέξεων.

Προσωπικά, διαφωνώ με την πολιτική τού να ζητάμε από τους πρόσφυγες να αφηγούνται προσωπικές ιστορίες –είναι κάτι που το απαιτεί ο νόμος προκειμένου να τους δοθούν τα ανάλογα χαρτιά, τα σωστά δικαιολογητικά.Στο μυαλό μου οι ιστορίες είναι ευφάνταστες, παιχνιδιάρικες, μεταφορικές δημιουργίες και όχι απαραίτητα αυτοβιογραφικές ή αληθινές με τη θετικιστική έννοια.

Μην ξεχνάμε ότι η μαρτυρία δεν είναι παρά ένα είδος αφηγηματικού λόγου. Εχεις άπειρες άλλες δυνατότητες από τη στιγμή που απελευθερώνεσαι από το να καταθέσεις για τον εαυτό σου. Επιπλέον, ετούτη η αντίληψη για τον εαυτό, για την υποκειμενική φωνή, συνδέεται με μια συγκεκριμένη φάση της δυτικής φιλοσοφίας, ιδιαίτερα ατομικιστική, που καμία έμφαση δεν έδινε στην έννοια του συλλογικού».