«Η τέχνη δεν περιγράφει, δεν καλλιγραφεί, ερμηνεύει»

kapnisma-kokkinias.jpg

Κάπνισμα- Φωτογραφία: Πάνος Κοκκινιάς Κάπνισμα

«Η εικόνα εκσφενδονίζει την επιθυμία πέρα από εκείνο που μας δίνει να δούμε». Από τον «Φωτεινό Θάλαμο» του Ρολάν Μπαρτ δανειζόμαστε το όνομα για αυτόν εδώ τον χώρο. Δυο σελίδες γεμάτες πληροφορίες και σύμβολα, που ψηλαφίζουν ασυνείδητες οπτικές, αναζητούν πολύπλοκους σημασιοδοτικούς μηχανισμούς, αιτιώδεις συνδέσεις και συνειρμούς, καταδηλώσεις και συνδηλώσεις, διαστάσεις που προσεγγίζονται μεθοδικά κι άλλες που διαφεύγουν. Με όχημα τη φωτογραφική πρακτική επιχειρούμε να ανοίξουμε - και να ανοιχτούμε- (σ)τις απεριόριστες δυνατότητες της οπτικής ανάγνωσης.

Επιμέλεια:  Ντίνα Δασκαλοπούλου, Βασίλης Μαθιουδάκης, Δημήτρης Κεχρής, Ελένη Παγκαλιά.

Συνέντευξη στον Δημήτρη Κεχρή

Ο Πάνος Κοκκινιάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1965. Σπούδασε φωτογραφία με τον Πλάτωνα Ριβέλλη στο ΤΕΙ Αθήνας και στο School of Visual Arts. Εκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Yale και Ph.D. στο Derby University. Εχει εκθέσει δουλειά του στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Εργα του υπάρχουν σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Με χορηγία του Ιδρύματος Στ. Νιάρχος εκδόθηκε στις ΗΠΑ η μονογραφία του «Here We Are».

● Παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, τόσο στη φωτογραφική δημιουργία όσο και στον λόγο γύρω από τη φωτογραφία, μια μετατόπιση. Από μια παράδοση που αποθέωνε τη φόρμα αποκομμένη από οτιδήποτε, ερχόμαστε πια σε επαφή με προσεγγίσεις που δίνουν έμφαση στα συμφραζόμενα των εικόνων και στο πώς το πλαίσιο παίζει ρόλο στον σχηματισμό των νοημάτων τους. Πώς βλέπετε τις τάσεις αυτές και τη σχέση τους με ό,τι συμβαίνει διεθνώς;

Ναι, υπάρχει αυτή η μετατόπιση και στην Ελλάδα, ακόλουθη της κατεύθυνσης στη διεθνή συζήτηση. Η έμφαση στη φόρμα και την αυτάρκειά της έχει υποχωρήσει. Αυτό είναι θετικό γιατί η υποβάθμιση της σημασίας τού τι λέει μια φωτογραφία δημιουργεί φλυαρία και πλεόνασμα έργων τα οποία δεν έχουμε ανάγκη. Ωστόσο υπάρχει συχνά και το αντίθετο πρόβλημα, δηλαδή η επανάπαυση στα συμφραζόμενα, το πλαίσιο, την κοινωνική ή πολιτική σημασία κ.λπ.

Το τι διαπραγματεύεται κάποιος δεν προσθέτει από μόνο του αξία στο έργο του, εάν αυτό δεν μπορεί ή δεν καταδέχεται να συζητήσει με καλλιτεχνικούς όρους. Να ικανοποιεί δηλαδή την αναγκαία συνθήκη ισορροπίας φόρμας και περιεχομένου. Βλέπεις συχνά «έργα» που δεν διαφέρουν σε τίποτα από τη λεκτική τους περιγραφή. Αφού δεν κάνουν κάτι περισσότερο απ' αυτό, δεν έχουν νόημα ύπαρξης.

Η τέχνη εξυπηρετεί την ανάγκη να ειπωθεί κάτι που δεν μπορεί να εκφραστεί με άλλον τρόπο. Και εκεί έγκειται η σημασία της τεχνικής, του métier. Ως μέσου για την επίτευξη ενός δύσκολου στόχου, όχι ως επίδειξη δεξιοτεχνίας.

● Καθώς αναφέρεστε στην τεχνική, δεν θα μπορούσαμε να μην παρατηρήσουμε ότι μεγάλο μέρος των φωτογράφων χρησιμοποιούν -πέρα από κειμενική πλαισίωση- εκφραστικά μέσα από άλλα πεδία. Σε βαθμό που ο χαρακτηρισμός «φωτογράφος» δεν επαρκεί ώστε να περιγράψει ό,τι κάνουν. Σε βαθμό που μια έκθεση φωτογραφίας μπορεί να τείνει περισσότερο προς εικαστική εγκατάσταση. Αυτοί οι μετασχηματισμοί εμπλουτίζουν τη φωτογραφία ή «αλλοιώνουν» τη γλώσσα της, αν είχε ποτέ μια «καθαρή» γλώσσα;

Είναι κάπως σχετικό αυτό το μεγάλο μέρος των φωτογράφων που διαπράττουν επιμειξίες με άλλες καλλιτεχνικές πρακτικές. Αν με αυτό εννοούμε ότι είναι περισσότεροι απ' ό,τι στο παρελθόν, ναι, αυτό ισχύει.

Δεν είμαι σίγουρος όμως για το πόσο μεγάλο είναι αυτό το ποσοστό σε σχέση με όσους χρησιμοποιούν το μέσο στην «καθαρή» του μορφή.

Με την αυξανόμενη διάδοσή της, η φωτογραφία κερδίζει μάλλον περισσότερους νεοφώτιστους που ενθουσιάζονται με τα απολύτως δικά της χαρακτηριστικά.

Και χαίρονται που μπορούν χωρίς μεγάλο κόστος και δυσπρόσιτα τεχνικά μέσα να δοκιμάσουν να εκφραστούν με τη φωτογραφία. Αυτό δεν είναι μόνο μια ποσοτική αύξηση, αυξάνεται έτσι αναλογικά και το ποσοστό όσων δεν παραμένουν στην απλή γνωριμία.

Αυτόνομη θέση

Βόλακας Βόλακας |

Για όσους δεν αρκούνται στην «καθαρή» φωτογραφία, ο όρος φωτογράφος μπορεί όντως να μην είναι επαρκής αυτοπροσδιορισμός. Από τη δεκαετία του '70 που η φωτογραφία άρχισε πιο συνειδητά να διεκδικεί αυτόνομη θέση στον κόσμο της τέχνης γενικά -και ειδικά στην αγορά της- πολλοί ήταν αυτοί που, για να διαφοροποιηθούν από τον κλασικό φωτογράφο, άρχισαν να αυτοαποκαλούνται «καλλιτέχνης που χρησιμοποιεί τη φωτογραφία» (artist using photography).

Οταν δεν γίνεται από μόδα, άγνοια ή έλλειψη εμπιστοσύνης στην επάρκεια του μέσου, όταν εξυπηρετεί την ανάγκη να ειπωθεί κάτι ουσιαστικό που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς, όχι, η σύμπραξη με άλλες πρακτικές δεν αλλοιώνει τη φωτογραφία.

Αντιθέτως, την ενημερώνει για το τι συμβαίνει γύρω της και τη βγάζει από τον ιδιότυπο καλλιτεχνικό αυτισμό που την κατατρέχει από γεννησιμιού της.

Ο αυτισμός αυτός, προερχόμενος από τη μακρά αναζήτηση ταυτότητας -τεχνολογικό μέσο που μπορεί να παράγει και τέχνη- ενισχύθηκε από την άγνοια, την ημιμάθεια αλλά και από την παρηγοριά που πρόσφερε ως χόμπι σε διάφορους «μηχανάκηδες».

● «Η ανάγκη να ειπωθεί κάτι» λέτε… Μπορεί η φωτογραφία σήμερα να μιλήσει αποφεύγοντας το δίπολο αισθητικοποίηση-εξιστόρηση της πραγματικότητας;

Αν με τον όρο «αισθητικοποίηση» εννοούμε τη φροντίδα μόνο για τη φόρμα κι όχι για περιεχόμενο κι αν με την «εξιστόρηση» μιλάμε για την υποτιθέμενη αντικειμενική αποτύπωση της πραγματικότητας, δεν νομίζω ότι αυτά τα δύο συνιστούν ένα δίπολο που είναι πιο επικίνδυνο σήμερα απ' ό,τι ήταν στο παρελθόν. Η ισορροπία ανάμεσά τους πάντα ήταν, και εξακολουθεί να είναι, δύσκολη αλλά όχι ακατόρθωτη.

Αν έχεις αληθινή ανάγκη να μιλήσεις για κάτι, τότε αυτό το κάτι το έχουν ανάγκη κι άλλοι άνθρωποι. Βέβαια τα πράγματα που μας είναι ανάγκη να τα πούμε δεν εκφράζονται εύκολα.

Πρέπει να βρεθεί ο τρόπος που τους ταιριάζει, ο τρόπος που απαιτείται για να ειπωθούν.

Ο τρόπος είναι αυτό που μετατρέπει την εικόνα σε υπέρβαση. Δεν περιγράφει, δεν καλλιγραφεί. Ερμηνεύει. Αυτό κάνει η τέχνη.

● Ποια έργα και δημιουργοί από άλλες τέχνες έχουν «αγγίξει» δικές σας ανάγκες;

Νομίζω ότι η πρώτη μου καθοριστική επαφή με την τέχνη ήταν το τότε ανθολόγιο λογοτεχνίας της Στ' Δημοτικού, μια ποιοτικά σπάνια έκδοση. Τελευταία ξανάπεσε στα χέρια μου και είδα ότι είχε γίνει υπό την επιμέλεια του Γ.Π. Σαββίδη, τίποτα δεν είναι τυχαίο.

Αργότερα, στο Γυμνάσιο, μια παράσταση έργου του Μπρεχτ, το «Πόσο κοστίζει το σίδερο», ήταν αποκαλυπτική για το τι μπορεί να είναι η τέχνη.

Τη χρωστάω σε εκείνον τον φιλόλογο της Λεοντείου που τη σκηνοθέτησε με τρόπο τόσο επιδραστικό στην ώς τότε άγνοιά μου. Του την οφείλω την αναφορά, λεγόταν Δημήτρης Κεχρής. Σ' αυτούς τους παθιασμένους φιλολόγους χρωστάω το αρχικό ενδιαφέρον για τη γλώσσα.

Τότε στην εφηβεία μου διάβασα πολλή λογοτεχνία, σκάλιζα και κάτι ποιήματα, το «Μια εποχή στην κόλαση» ήταν για χρόνια δίπλα στο μαξιλάρι μου.

Μπορεί να διάβασα τον Μπέκετ αρκετά αργότερα, όμως ο ρόλος του σχολείου στις πρώτες βαθμίδες ήταν καθοριστικός. Μετά, το ένα οδηγούσε στο άλλο.

Στη μουσική, από τη ροκ και τον Μπόουι στον Στραβίνσκι και τον Σένμπεργκ. Στο σινεμά, από την «Κατάσταση των πραγμάτων» του Βέντερς, στον Φελίνι, στον Ταρκόφσκι, μετά στον Τζάρμους, αργότερα στον Ρόι Αντερσον.

Κι από το σινεμά στη φωτογραφία, ασχολούμενος με την οποία ενδιαφέρθηκα και για τα εικαστικά, είδα τον Ιερώνυμο Μπος, τον Βερμέερ, τον Χόπερ. Κάπου ανάμεσα ήταν ο χορός, η Πίνα Μπάους, η γνωριμία με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου.

Η εισαγωγή σε πολλά απ' αυτά οφειλόμενη στον Πλάτωνα Ριβέλλη, που δεν ήταν δάσκαλος μόνο φωτογραφίας.

Υπήρξα διαδοχικά ή παράλληλα μαθητευόμενος ποιητής, μαθητευόμενος μουσικός, μαθητευόμενος ηθοποιός, μαθητευόμενος χορευτής. Από ενδιαφέρον γι' αυτές τις τέχνες, χωρίς να καταλήξω σε καμιά τους. Αλλά η τριβή μαζί τους με διαμόρφωσε ως φωτογράφο.

● Ενα μέρος της δουλειάς σας φέρει έναν σαρκασμό για την πολιτική πραγματικότητα στην Ελλάδα, έναν χαρακτήρα παρωδίας σχετικά με την/τις πολιτισμική/ές ταυτότητα/ες των Ελλήνων. Εχει, θα έλεγε κάποιος, χαρακτηριστικά κοινωνικής-πολιτικής παρέμβασης. Μέχρι πού μπορεί να διεισδύσει αυτή η παρέμβαση όταν χρόνια τώρα το έργο σας παρουσιάζεται σε ιδιωτικές γκαλερί ή μεγάλης κλίμακας θεσμικά κανάλια, όπως η Documenta; Υπάρχουν άλλοι δρόμοι;

Δεν θα το έλεγα παρέμβαση, τουλάχιστον με τη σημασία που απέκτησε ο όρος στη δημοσιογραφική κατάχρησή του.

Δεν θέλησα λοιπόν να παρέμβω αλλά να εκφράσω το πώς έβλεπα τη χώρα όπου ζω, ειδικά εκείνα τα πρώτα χρόνια της κρίσης, ελπίζοντας ότι αυτό που εξέφραζα αφορούσε και άλλους. Συμφωνώ ότι οι καλλιτέχνες έχουν το δικαίωμα -όχι απαραίτητα την υποχρέωση- να μιλήσουν και πολιτικά, εντός ή εκτός του πλαισίου της δουλειάς τους.

Αλλά από το να μιλάς ώς το να πιστεύεις ότι κάνεις κάτι που αλλάζει δραστικά την κατάσταση, ονομάζοντάς το αυτό παρέμβαση, υπάρχει μεγάλη απόσταση.

Ζήτημα επιβίωσης

Πάρος Πάρος |

Ανεξάρτητα πάντως από το πόσο μπορείς να επηρεάσεις, το να πουλάς ένα έργο που έχει πολιτικό χαρακτήρα δεν καταλαβαίνω σε τι διαφέρει από το να πουλάς ένα έργο που δεν έχει. Εκτός κι εάν θεωρούμε ότι, συλλήβδην, η πώληση των έργων τέχνης ακυρώνει τη σημασία τους. Ακυρώνουμε τότε την πλειονότητα σημαντικότατων έργων επειδή έτυχε να αγοραστούν.

Ανέκαθεν οι καλλιτέχνες για να ζήσουν και να συνεχίσουν να κάνουν αυτό που κάνουν πουλούσαν τη δουλειά τους.

Οι εναλλακτικές λύσεις είναι άλλοτε ανέφικτες, όπως το να είσαι πλούσιος, κι άλλοτε ανεπαρκείς, όπως το να διδάσκεις.

Μπορείς βέβαια και να βιοπορίζεσαι από άλλο επάγγελμα αλλά συχνά, και ιδίως σήμερα, αυτό καταλήγει να μη σου αφήνει χρόνο για τέχνη.

Α, ξέχασα, μπορείς επίσης να τρέφεσαι αποκλειστικά με κρατική επιχορήγηση, μετά της συνεπόμενης (αυτο)λογοκρισίας.

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι συμφωνούμε πως ένα έργο έχει καλλιτεχνική και νοηματική αξία, ότι έχει μια σημασία, ίσως και κάποια επίδραση -πείτε το όπως θέλετε- με την έκθεσή του στο κοινό. Πώς μειώνεται η σημασία αυτή εάν εκτεθεί σε «θεσμικά κανάλια» ή αν έρθει κάποιος να το αγοράσει;

Και αν ο όρος «θεσμικά κανάλια» περιλαμβάνει και τα μουσεία, έχοντας αποκλείσει ήδη τις γκαλερί, τις φουάρ ή τις μεγάλες διεθνείς εκθέσεις, πού αλλού μπορεί να δείξει τη δουλειά του ένας εικαστικός;

Στον δρόμο, σε κάποια κατάληψη, σε εξειδικευμένα fanzines; Ή σε «αντιθεσμικά» websites, τα οποία κάποιοι μπορεί να θεωρούν ήδη πολύ θεσμικά; Αν γνωρίζετε άλλους δρόμους πείτε μου, μπορεί να μου διαφεύγουν. Θυμίζω πάντως ότι το «σύστημα» οικειοποιείται κατά προτίμηση και κατά προτεραιότητα οτιδήποτε λανσάρεται ως πειραματικό ή αντιθεσμικό, μετατρέποντάς το σταδιακά στο αντίθετό του.

Οι επαναστάσεις γίνονται αργά ή γρήγορα καθεστώτα, γι' αυτό και δεν τις εμπιστεύομαι.

Επιτρέψτε μου και μια σημείωση, για να είμαστε ακριβείς. H δουλειά μου δείχθηκε μέσα στο πλαίσιο της Documenta '14 όχι επειδή την επέλεξε η Documenta αλλά επειδή η τωρινή διευθύντρια του ΕΜΣΤ, η Κατερίνα Κοσκινά, με συμπεριέλαβε -και την ευχαριστώ- στην έκθεση του μουσείου στο Κάσελ.

● Μέσα από τις διαδρομές σας τι αποτύπωμα νιώθετε να έχει αφήσει το έργο σας, το καλλιτεχνικό και εκπαιδευτικό; Βρίσκετε συνδέσεις με νεότερες γενιές φωτογράφων;

Δεν είμαι σε θέση να κάνω τέτοια αποτίμηση, πραγματικά δεν έχω ιδέα αν υπάρχει και ποιο είναι το καλλιτεχνικό μου αποτύπωμα.

Μου ακούγεται και κάπως βαρύγδουπο, εκτός κι αν εννοείτε ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον για τους νεότερους ως ίχνος δεινοσαύρου. Αλλά και ως δεινόσαυρος, είμαι μάλλον αναρμόδιος να απαντήσω.

Σε κάθε περίπτωση, δεν δουλεύω για να αφήσω το αποτύπωμά μου, αλλά γιατί η φωτογραφία μού δίνει τη δυνατότητα να βρίσκομαι κοντά σε ό,τι με ενδιαφέρει περισσότερο στη ζωή μου.

Και γιατί, εφόσον έγινε και βιοπορισμός, έχω τη σπάνια τύχη να μη βαριέμαι ποτέ στη δουλειά μου.

Η εκπαίδευση με ενδιέφερε και με ενδιαφέρει, ωστόσο δεν είχα πολλές ευκαιρίες, εκτός από λίγα χρόνια σε ιδιωτικά ιδρύματα, κάποια ιδιωτικά μαθήματα ή σεμινάρια και σποραδικές διαλέξεις σε πανεπιστήμια. Η μόνη σοβαρή δυνατότητα που είχα ήταν το πέρασμά μου από το εργαστήριο φωτογραφίας της ΑΣΚΤ.

Οι εξαμηνιαίες συμβάσεις με τις οποίες δούλεψα εκεί δεν μου επέτρεψαν να συνεχίσω, καθώς δεν έχω άλλα εισοδήματα εκτός από τη δουλειά μου.

Δεν ξέρω αν στα τρία χρόνια της παραμονής μου πρόλαβα να αφήσω κάτι στους φοιτητές μου. Ξέρω ότι το προσπάθησα και ότι κάποιοι «τσίμπησαν». Αρκετοί, και όχι μόνο από την ΑΣΚΤ, έρχονται και με συμβουλεύονται ακόμα.

Φυσικά, δεν έχω πλήρη εποπτεία για το τι κάνουν οι νεότερες γενιές φωτογράφων εν Ελλάδι. Από τα όσα βλέπω, αυτό που κυρίως διακρίνω είναι ότι υπάρχει ζωντάνια, παραγωγή και, κυρίως, πολυφωνία.

Ολα «παίζουν», δεν κυριαρχεί κάποια τάση έναντι άλλων κι αυτό είναι άλλο ένα θετικό αποτέλεσμα της αυξημένης πληροφόρησης από το διαδίκτυο.

Και βλέπω επίσης έναν καλώς εννοούμενο επαγγελματισμό, με εξωστρεφείς τάσεις, ευτυχώς.

Γιατί δεν νομίζω ότι υπάρχει πια αγορά εδώ -με την ευρύτερη έννοια, δεν εννοώ μόνο τις γκαλερί- που μπορεί να στηρίξει τις προσπάθειές τους.

Αυτό που κυρίως θα χρειαστούν είναι αντοχή και διάρκεια. Τους τα εύχομαι από την καρδιά μου.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας