Η σκοτεινή Αμερική του Robert Crumb

kare-kare.jpg

Η πρώτη σελίδα του «America» του Robert Crumb προειδοποιεί τον αναγνώστη για τη σκληρή κριτική που θα ασκήσει ο καλλιτέχνης ενάντια στο «αμερικανικό μοντέλο» Η πρώτη σελίδα του «America» του Robert Crumb προειδοποιεί τον αναγνώστη για τη σκληρή κριτική που θα ασκήσει ο καλλιτέχνης ενάντια στο «αμερικανικό μοντέλο»

Το underground ρεύμα των κόμικς στις ΗΠΑ ήταν θνησιγενές, αλλά οι παρακαταθήκες που άφησε είναι ανυπολόγιστες. Ο σημαντικότερος εκπρόσωπός του και αναμφίβολα ο πιο παραγωγικός και ο πιο αμφιλεγόμενος είναι ο Robert Crumb, που από τη δεκαετία του 1960 άσκησε ανελέητη κριτική στο «αμερικανικό μοντέλο». Μια συλλογή από παλαιότερα έργα του που κυκλοφόρησε το 1995 με τίτλο «America» ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, αλλά απέσπασε και διθυραμβικές κριτικές

Τα underground κόμικς που άνθησαν στις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1960 είχαν κατά πλειονότητα στο επίκεντρο της θεματολογίας τους τα ανοικτά πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της εποχής.

Τα πολυποίκιλα και πολύχρωμα κοινωνικά κινήματα διεκδικούσαν μαχητικά τα δικαιώματα των νέων, δηλαδή των εκπροσώπων της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ο πόλεμος του Βιετνάμ βρισκόταν εν εξελίξει, ενώ ο Ψυχρός Πόλεμος εξακολουθούσε να απειλεί όλο τον πλανήτη με ένα πυρηνικό «ατύχημα», σε μια ισορροπία τρόμου ανάμεσα στις δυο υπερδυνάμεις.

Ο κοινωνικός συντηρητισμός των περασμένων δεκαετιών και το πολιτικό τέλμα της εναλλαγής στην εξουσία των δυο παραδοσιακών κομμάτων δεν μπορούσαν να εκφράσουν τη νέα γενιά, που άρχισε να συσπειρώνεται σε εναλλακτικές μορφές πολιτικής ομαδοποίησης και να παλεύει για τη χειραφέτηση.

Το αντιπολεμικό κίνημα, το κίνημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης, τα κινήματα για τα δικαιώματα των μαύρων, των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, των μειονοτήτων, το κίνημα για την αποποινικοποίηση της χρήσης ψυχοτρόπων ουσιών κ.ά. ασκούσαν έλξη σε όλο και περισσότερους εικοσάρηδες.

Επίκεντρο των αγώνων ήταν η Δυτική Ακτή και πιο συγκεκριμένα το Σαν Φρανσίσκο, στο οποίο συνέρρεαν πολιτικοί ακτιβιστές, τραγουδιστές, καλλιτέχνες, συγγραφείς, ανήσυχοι νέοι από κάθε σημείο της Αμερικής.

Ανάμεσά τους και πολλοί δημιουργοί κόμικς. Ενας από αυτούς ήταν και ο εικοσιτετράχρονος Robert Crumb, ο οποίος, έπειτα από κάποιες σύντομες απόπειρες να εργαστεί επαγγελματικά ως δημιουργός κόμικς στο Κλίβελαντ και στη Νέα Υόρκη, το 1967 μετακόμισε στο Σαν Φρανσίσκο για να ζήσει από κοντά τις κοσμογονικές εξελίξεις.

Εκεί γνώρισε ορισμένους από τους σπουδαιότερους, μεταγενέστερα, δημιουργούς κόμικς όπως τον Art Spiegelman, τον Gilbert Shelton, τον S. Clay Wilson κ.ά., συνεργάστηκε μαζί τους, έγινε εκδότης, σχεδίασε εξώφυλλα δίσκων ακόμα και για την Janis Joplin, έβγαλε ατέλειωτα low budget περιοδικά που μοιράζονταν από χέρι σε χέρι, βυθίστηκε στις ουσίες και ξεκίνησε να δημιουργεί τα δικά του κόμικς με φρενήρεις ρυθμούς επινοώντας διαρκώς νέους χαρακτήρες.

Αν και το έργο του χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα και οι ιστορίες του, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ήταν πάντα ολιγοσέλιδες, η κυκλοφορία του «America» το 1995, αφού εν τω μεταξύ είχε ήδη μετακομίσει στη Γαλλία το 1991 ως αντίδραση στην πολιτική του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου, κατέδειξε μια πιθανώς παραγνωρισμένη μέχρι τότε διάσταση της δουλειάς του: την αυστηρή κριτική στο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ.

Στο καταπληκτικό ντοκιμαντέρ «Crumb» του 1994, σε σκηνοθεσία του Terry Zwigoff και παραγωγή του David Lynch, είχε την ευκαιρία να αναπτύξει διεξοδικά τις απόψεις του για τον κατήφορο της χώρας.

Το «America», όμως, ήταν ένας καταπέλτης.

Αποδοχή ή απόρριψη των στερεοτύπων;

Στην πρώτη ιστορία της συλλογής με τίτλο «Ας μιλήσουμε λογικά για τούτη 'δώ τη μοντέρνα Αμερική», ο Crumb συνοψίζει από την πρώτη κιόλας σελίδα την κριτική του.

Γι’ αυτόν η μοντέρνα Αμερική είναι ένας «άκαρδος νταής» που ξεχειλίζει από γλουτένη και λίπος, μια άσχημη χώρα.

Στην ίδια ιστορία περιγράφει όλα αυτά που μισεί στις ΗΠΑ: τους χοντρούς καπιταλιστές και όλες τις μεγάλες εταιρείες, τους ριζοσπάστες που αναμασούν χιλιοειπωμένα σλόγκαν, όσους κυκλοφορούν χαμογελαστοί για να σφίξουν χέρια, την κουλτούρα των νέων και όλους τους εφήβους, τις μοδάτες γυναίκες, τις πλαστικές επιγραφές, τις προσωπικότητες της σόου-μπιζ και τα ΜΜΕ γενικά, τους διανοούμενους των πόλεων, τα υπερηχητικά αεροπλάνα, τις λεωφόρους, τις αερογέφυρες, τους «νέγρους» και την αργκό τους, τους Εβραίους, τους αγενείς Ιταλούς, τη μοντέρνα αρχιτεκτονική, το real estate κ.ά.

Βέβαια, μια τέτοια κριτική θα μπορούσε άνετα να χαρακτηριστεί ρατσιστική και πολλοί έχουν καταλογίσει στον Crumb ρατσιστικά και μισανθρωπικά κίνητρα.

Ο ίδιος δεν αρνείται αυτές τις κατηγορίες αλλά ούτε και τις αποδέχεται. Απλώς απαντά με τις ιστορίες του.

Γι’ αυτό σε μια άλλη ιστορία από τη συλλογή με πρωταγωνιστή τον Whiteman, έναν μέσο, ηλίθιο, καταπιεσμένο και κρυψίνου Αμερικανό, αντιστρέφει την ενδεχόμενη ρατσιστική κριτική του καθιστώντας θετικούς χαρακτήρες τους μαύρους και αρνητικό τον λευκό, ενώ στην ιστορία «Salty Dog» παρουσιάζει την αστυνομική βία και τον ρατσισμό με θύματα τους μαύρους.

Τα «Σκουπίδια» είναι μια ιστορία που περιγράφει την καταναλωτική μανία του σύγχρονου Αμερικανού και τους τόνους από απορρίμματα που αυτός παράγει, με αποτέλεσμα την οικολογική καταστροφή.

Στη συνέχεια επιτίθεται με σφοδρότητα στον στρατό των ΗΠΑ και στη νοοτροπία της επίλυσης των διαφορών μέσω των όπλων αλλά και στη γενικευμένη οπλοκατοχή, σκιαγραφεί με τα πιο μελανά χρώματα την υποκρισία και τη φαντεζί βιτρίνα της μίας και μοναδικής τελετής απονομής των Οσκαρ στην οποία παρέστη, σαρκάζει το δικομματικό πολιτικό σύστημα και τους ανεγκέφαλους ψηφοφόρους που τραγουδούν τον αμερικανικό εθνικό ύμνο, μιλά για την ερήμωση της υπαίθρου, την καταλήστευση των φυσικών πόρων και την καταστροφή του περιβάλλοντος και προβάλλει το «οικοτοπικό» του όραμα αντί του άκρατου οικονομικού ανταγωνισμού.

Οι πιο αμφιλεγόμενες, όμως, ιστορίες του και σίγουρα οι πιο παρεξηγήσιμες (ίσως όχι άδικα) είναι δυο τρισέλιδα κόμικς, δημοσιευμένα αρχικά το 1993 στο περιοδικό «Weirdo» το οποίο και διηύθυνε μαζί με τη σύζυγό του και επίσης δημιουργό κόμικς Aline Cominsky.

Η μια έχει τίτλο «Οταν οι Νέγροι κατακτήσουν την Αμερική» και η άλλη «Οταν οι καταραμένοι Εβραίοι κατακτήσουν την Αμερική».

Στην πρώτη παρουσιάζει μια φανταστική εξέγερση του αφροαμερικανικού πληθυσμού που με τα όπλα και ασκώντας ωμή βία επιβάλλει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς εκδικητικής μανίας απέναντι στους λευκούς, οδηγώντας τους στις βαμβακοφυτείες και μαστιγώνοντάς τους ανελέητα, ενώ στη δεύτερη εμφανίζει τους Εβραίους ως συνωμότες και πάμπλουτους που κινούν τα νήματα της παγκόσμιας οικονομίας και ελέγχουν σαν μαριονέτες τούς πολιτικούς μέχρι να καταστρέψουν όλο τον κόσμο με μια πυρηνική έκρηξη.

Οι αντιδράσεις που προκάλεσαν αυτές οι δυο ιστορίες είχαν στο επίκεντρό τους έναν πιθανολογούμενο υφέρποντα ρατσισμό καθώς και τις εξώφθαλμα στερεοτυπικές απεικονίσεις και περιγραφές των Αφροαμερικανών και των Εβραίων.

Οι υπερασπιστές, ωστόσο, του Crumb μίλησαν για μια γκροτέσκα απολαυστική υπερβολή που, καλλιτεχνική αδεία, ως στόχο της δεν είχε τους φανταστικούς «κατακτητές» του κόσμου, αλλά το ακριβώς αντίθετο: όσους, δηλαδή, υποκύπτουν με ευκολία στην αποδοχή των στερεοτύπων και τα αναπαράγουν για να σπείρουν φόβο και διχόνοια.

Επιπροσθέτως, ειδικότερα για την περίπτωση των Αφροαμερικανών, το συνολικό έργο του Crumb μόνο ρατσιστικό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.

Τουναντίον, η καθ’ υπερβολήν παρουσίαση των θυμάτων μιας κατάστασης ως θυτών μόνο ως τροφή προς σκέψη μπορεί να λειτουργήσει. Σκέψη που οδηγεί στο πιθανό συμπέρασμα ότι αφού η ζωή απέδειξε πώς μεταξύ δυο ενδεχομένων επικράτησε το ένα, ίσως μόνο αυτό μπορούσε να επικρατήσει στο δεδομένο πολιτικοοικονομικό σύστημα. Και το ενδεχόμενο που επικράτησε ήταν η καταπίεση των μαύρων από τους λευκούς και όχι το αντίθετο.

Μετά την κυκλοφορία του «America» ο Robert Crumb εξακολούθησε να ασχολείται με τις ΗΠΑ και τις κοινωνικές παθολογίες τους επιχειρώντας πάντα να διαλύσει τις ψευδαισθήσεις περί ανωτερότητας, οικονομικής παντοκρατορίας και πλανητικής κυριαρχίας ως αποτέλεσμα ενός, τάχα, κοινωνικού δαρβινισμού.

Η αλήθεια είναι, όμως, ότι με το πέρασμα των χρόνων η καυστική του ματιά και η βιτριολική του προσέγγιση μαλάκωσαν και λειάνθηκαν.

Ισως πάλι να βοήθησε σε αυτό και η μόνιμη μετεγκατάστασή του στην Ευρώπη, μακριά από τη χώρα των αντιφάσεων που αγαπούσε να μισεί.

Στα 72 του σήμερα, παραμένει ενεργός και δραστήριος.

Και πιθανώς δεν έχει πει την τελευταία του λέξη για τις ΗΠΑ όσο αυτές εξακολουθούν να καταστρέφουν και να αυτοκαταστρέφονται παίζοντας τον ρόλο του παγκόσμιου χωροφύλακα.

comics@efsyn.gr