«Η σκλάβα της οικογένειάς μου»- Η ιστορία της Λόλα

Είναι μια προσωπική εξομολόγηση του βραβευμένου με Πούλιτζερ δημοσιογράφου Alex Tizon για μια γυναίκα που έφερε ο πατέρας του στις ΗΠΑ όταν μετανάστευσε από τις Φιλιππίνες- μια «σκλάβα» όπως την χαρακτηρίζει.

«Εζησε μαζί μας 56 χρόνια... Μεγάλωσε εμένα και τα αδέλφια χωρίς χωρίς καμία αμοιβή. Ήμουν 11 ετών, ένα τυπικό Αμερικανάκι, πριν καταλάβω ποια ήταν.....», γράφει ο Tizon και η ιστορία του έγινε κεντρικό θέμα και εξώφυλλο στο τεύχος του Ιουνίου του περιοδικού The Atlantic, λίγες εβδομάδες μετά τον θάνατο του στα 58 του χρόνια.

Επί χρόνια έγραφε ο Tizon αυτή την ιστορία, είπε η σύζυγός του, που έδωσε άδεια να δημοσιευτεί με τον θάνατο του, πυροδοτώντας ποικίλες αντιδράσεις.

«Ο Tizon δεν αποφεύγει το θέμα όταν την χαρακτηρίζει "σκλάβα", παρότι ο ίδιος την ονομάζει Λόλα (γιαγιά)», σχολιάζει στο BBC η συγγραφέας Ninotchka Rosca που γεννήθηκε και μεγάλωσε στις Φιλιππίνες.

«Και η λέξη "σκλάβα" ήταν το φιτίλι. Ονομάτησε την ουσία της υποτέλειας, πολύ οικείας στους Φιλιππινέζους, τόσο στην πατρίδα τους όσο και στο εξωτερικό. Αλλοι χρησιμοποιούν τις λέξεις υπηρέτης, yaya, utusan (αυτός που παίρνει εντολές), kasambahay (οικιακή σύντροφος) και πλέον στη βιομηχανική εποχή μας: "οικιακή βοηθός". Η ονομασία συνεχίζει να αλλάζει, αλλά η ουσία παραμένει η ίδια: μια ζωή υπό ομηρία». 

Ο Tizon πιάνει το νήμα από τον θάνατο της Λόλα και μετά, το ταξίδι της επιστροφής που έκανε στις Φιλιππίνες με τις στάχτες της για να γυρίσει την αφήγηση προς τα πίσω, στην αρχή της εξομολόγησης μιας πολύ επώδυνης οικογενειακής ιστορίας: 

«Οι στάχτες της γέμισαν ένα μαύρο πλαστικό κουτί, περίπου το μέγεθος μιας τοστιέρας. Ζύγιζε περίπου 1,5 κιλό. Εβαλα την πάνινη τσάντα μέσα στη βαλίτσα μου τον περασμένο Ιούλιο για την πτήση στη Μανίλα. Από εκεί θα πήγαινα με αυτοκίνητο σε ένα χωριό.

Οταν θα έφτανα, θα παρέδιδα αυτό που είχε απομείνει από την γυναίκα που ξόδεψε 56 χρόνια ζωής ως σκλάβα στην οικογένεια μου.

Το όνομα της ήταν Ευδοκία Τόμας Πουλίδο. Την φωνάζαμε Λόλα. Είχε ύψος 1,49, με μελαμψό δέρμα και αμυγδαλωτά μάτια που ακόμα τα βλέπω να με κοιτάζουν- η πρώτη μου ανάμνηση.

Ηταν 18 χρονών όταν ο παππούς μου την έκανε δώρο στην μητέρα μου και όταν η οικογένεια μου μετακόμισε στις ΗΠΑ, την πήραμε μαζί μας.

Καμία άλλη λέξη παρά η λέξη "σκλάβος" δεν ανταποκρίνεται καλύτερα στη ζωή που έζησε.

Η ημέρα της άρχιζε πριν ξυπνήσουμε και τελείωνε αφού είχαμε πάει για ύπνο.

Ετοίμαζε τρία γεύματα την ημέρα, καθάριζε το σπίτι, περίμενε τους γονείς μου να επιστρέψουν και φρόντιζε εμένα και τα τέσσερα αδέλφια μου.

Οι γονείς μου ποτέ δεν την πλήρωσαν και την επέπλητταν συνέχεια. Δεν ήταν αλυσοδεμένη. Αλλά ζούσε σαν να ήταν.

Τόσες πολλές νύχτες, πηγαίνοντας στο μπάνιο, την έβλεπα σε μια γωνία, κουλουριασμένη πάνω σε ένα σωρό από άπλυτα, τα δάκτυλα της να κρατούν ακόμα ένα ρούχο που είχε αρχίσει να διπλώνει.  

Για τους Αμερικανούς γειτόνους μας, ήμασταν υποδειγματικοί μετανάστες, μια οικογένεια υπόδειγμα. Αυτό μας έλεγαν.

Ο πατέρας μου είχε σπουδάσει νομικά, η μητέρα μου τελείωνε γιατρός και τα αδέλφια μου κι εγώ είχαμε καλούς βαθμούς στο σχολεία και λέγαμε πάντα "ευχαριστώ" και "παρακαλώ".

Ποτέ δεν μιλούσαμε για την Λόλα. Το μυστικό μας άγγιζε τον πυρήνα τού ποιοι ήμασταν και - τουλάχιστον για εμάς τα παιδιά - ποιοι θέλαμε να γίνουμε.  

Μετά τον θάνατο της μητέρας μου από λευχαιμία το 1999 η Λόλα ήρθε να μείνει μαζί μου σε μια μικρή πόλη βόρεια του Σιάτλ.

Είχα δική μου οικογένεια, καριέρα, ένα σπίτι στα προάστια- το Αμερικανικό όνειρο. Και είχα και μια σκλάβα».  

Η ιστορία της Λόλα ξεκίνησε στα βόρεια των Φιλιππίνων, στην επαρχία Tarlac.

«Την χώρα του ρυζιού», όπως γράφει ο Tizon, «την πατρίδα του υπολοχαγού Tomas Asuncion, του παππού μου. Στις οικογενειακές ιστορίες ο Λοχαγός Τομ είναι ένας τρομερός άνδρας- λόγω της εκκεντρικότητας του και των σκοτεινών του διαθέσεων- που είχε πολύ γη αλλά λίγα χρήματα και "είχε σπιτώσει" τις ερωμένες του σε διαφορετικά καταλύματα στην ιδιοκτησία του. Η σύζυγός του πέθανε στη γέννα της μητέρας μου. Την μεγάλωσαν μια σειρά από utusans- δηλαδή "αυτοί που υπακούν εντολές"».

Το 1943 και ενώ τα νησιά ήταν υπό γιαπωνέζικη κατοχή, ο λοχαγός Τομ έφερε στο σπίτι ένα κορίτσι από κοντινό χωριό.

Ηταν πάμφτωχη και δεν είχε πάει σχολείο. Της προσέφερε φαγητό και στέγη με αντάλλαγμα να φροντίζει την κόρη του και μητέρα του Tizon που ήταν τότε 12 ετών. 

«Η Λόλα συμφώνησε» γράφει ο Tizon, «χωρίς να καταλαβαίνει ότι αυτή η συμφωνία ήταν για όλη της τη ζωή. "Είναι το δώρο μου σε σένα" είπε ο Λοχαγός Τομ στην μητέρα μου».

Επτά χρόνια αργότερα η μητέρα του Tizon παντρεύτηκε, μετακόμισε στη Μανίλα- μαζί με τη Λόλα φυσικά - και γέννησε πέντε παιδιά, το ένα μετά το άλλο.

Μετά ήρθε η πρόταση από το υπουργείο Εξωτερικών με μια προσφορά για δουλειά σε προξενείο στις ΗΠΑ και την άδεια να εγκατασταθεί στο Λος Αντζελες όλη η οικογένεια και η οικιακή βοηθός.

Το ταξίδι έγινε το 1964. Η Λόλα ήταν τρομοκρατημένη με την ιδέα ότι θα φύγει «τόσο μακριά», αλλά αυτό που την έπεισε ήταν η υπόσχεση του πατέρα του Tizon ότι στις ΗΠΑ θα της έδινε ένα μικρό «επίδομα» που θα μπορούσε να στέλνει στους γονείς της πίσω στο χωριό για να καταφέρουν να χτίσουν ένα σπίτι από τσιμέντο και να φύγουν από την καλύβα όπου ζούσαν. 

Ο Tizon περιγράφει στη συνέχεια μια ζωή ταραγμένη και δύσκολη για την οικογένεια και πολύ πιο δύσκολη και βασανιστική για την Λόλα.

Οι υποσχέσεις του πατέρα του ποτέ δεν τηρήθηκαν, το «επίδομα» ποτέ δεν δόθηκε και η Λόλα συνέχιζε να υπηρετεί νυχθημερόν την οικογένεια.

Επιπλέον, οταν ο πατέρας του Tizon έπαψε να εργάζεται για το υπουργείο Εξωτερικών, η Λόλα ζούσε «παράνομα» στις ΗΠΑ.

Και έτσι «παράνομα» έζησε επί 20 χρόνια χωρίς να μπορεί ταξιδέψει στην πατρίδα της ούτε για την κηδεία των γονιών της.   

Η ζωή της Λόλα άλλαξε όταν ο πατέρας του Tizon είχε φύγει από το σπίτι, εγκαταλείποντας την οικογένεια του και η μητέρα του, μετά από ατυχείς γάμους, αρρώστησε.

Την δεκαετία του '90 απέκτησε η Λόλα την πρώτη δική της κρεβατοκάμαρα και το 1989 απέκτησε και το δικό της διαβατήριο με την μεταναστευτική μεταρρύθμιση του Ρόναλντ Ρίγκαν. 

Στα 75 της χρόνια πήγε να ζήσει με την οικογένεια του συγγραφέα- τον ίδιον την γυναίκα του και τις δυο κόρες τους. 

«Η Λόλα είχε το δικό της δωμάτιο και την άδεια να κάνει ό,τι θέλει: να κοιμηθεί, να δει τηλεόραση, να μην κάνει τίποτα όλη την ημέρα.

Μπορούσε να ξεκουραστεί και να είναι ελεύθερη για πρώτη φορά στη ζωή της. Επρεπε να ξέρω ότι δεν θα είναι τόσο εύκολο.

Ετοίμαζε το πρωινό παρότι κανείς από εμάς δεν έτρωγε το πρωί. Εφτιαχνε τα κρεβάτια μας και έπλενε τα ρούχα μας. Καθάριζε το σπίτι.

Στην αρχή της είπα ευγενικά "Λόλα δεν είσαι υποχρεωμένη να κάνεις τίποτε από όλα αυτά"... "Εντάξει" έλεγε, αλλά συνέχιζε να τα κάνει.

Με εκνεύριζε να την βλέπω να τρώει όρθια στην κουζίνα ή να την βλέπω να τσιτώνει και να αρχίζει να καθαρίζει όταν με έβλεπε να μπαίνω στην κουζίνα.

Μια ημέρα, μετά από λίγους μήνες, την κάθισα απέναντι μου να μιλήσουμε. "Δεν είμαι ο πατέρας μου" της είπα." Δεν είσαι σκλάβα εδώ" κι άρχισα να της απαριθμώ όλα αυτά που κάνει.

Οταν κατάλαβα ότι με κοιτούσε κατάπληκτη, πήρα βαθιά ανάσα έπιασα το πρόσωπο της στις παλάμες μου, τής φίλησα το μέτωπο και τής είπα: "Αυτό είναι και δικό σου σπίτι τώρα. Δεν πρέπει να μας υπηρετείς. Μπορείς να ξεκουραστείς. Εντάξει;".

"Εντάξει" μου απάντησε και άρχισε πάλι να καθαρίζει... Δεν γνώριζε πώς αλλιώς να ζήσει. [...]

Στα 12 χρόνια που έμεινε μαζί μας, την ρωτούσα για τον εαυτό της προσπαθώντας να μάθω την ιστορία της.

Στις ερωτήσεις μου συχνά μου απαντούσε με ένα "Γιατί;". Γιατί ήθελα να μάθω για την παιδική της ηλικία. Γιατί ήθελα να μάθω πώς συνάντησε τον παππού μου;

Δεν ήταν συνηθισμένη να τής κάνουν προσωπικές ερωτήσεις. “Katulong lang ako”, έλεγε- Είμαι μόνο για να υπηρετώ.

Η πρώτη επιστροφή της Λόλα στην πατρίδα της έγινε όταν ήταν 83 ετών. Δεν αναγνώρισε το χωριό της, την γειτονιά της, δεν βρήκε τους περισσότερους συγγενείς της.

Δεν ήταν έτοιμη, όπως είπε, να μείνει και θέλησε να γυρίσει πίσω στις ΗΠΑ, εκεί όπου ήταν το μοναδικό σπιτικό που γνώρισε.

Πέθανε τρία χρόνια αργότερα από την καρδιά της.

«Θυμάμαι», γράφει ο Tizon, «να κοιτάζω τους νοσοκόμους που στέκονταν από πάνω από αυτή την γυναίκα που ήταν μικρόσωμη όσο ένα παιδί και να σκέφτομαι ότι δεν έχουν ιδέα τι ζωή έζησε...» 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας