Η ψυχή ξεμούδιαζε

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές.

Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους. 

Συνιδρυτής του περιοδικού της Κοζάνης «Παρέμβαση», βιβλιοκριτικός στην «Αυγή» αλλά και πεζογράφος με ανάγλυφες κοινωνικές μέριμνες και στέρεος δοκιμιογράφος. Ο Μάκης Καραγιάννης ξεδιπλώνει μέρες και σελίδες που τον σφράγισαν στο πέρασμα του χρόνου.

Ο αναγνωστικός και ο βιωμένος χρόνος του σημερινού φιλοξενούμενου της στήλης πλέκεται αβίαστα και ερεθιστικά. 

Επιμέλεια Μισέλ Φάϊς 

«Στην ηλικία μου είναι αργά πια να αλλάξω τα γούστα μου. Προτιμώ τη μυρωδιά των τυπωμένων βιβλίων και την ιστορική βιβλιοθήκη από την αιθάλη των καφενείων».

Ετσι ξεκινάει μία από τις ιστορίες μου στον «Καθρέφτη και το πρίσμα» και εκφράζει σε μεγάλο βαθμό κι εμένα. 

Εμαθα τη λογοτεχνία από τον Ιούλιο Βερν. «Η μυστηριώδης νήσος» που διάβασα στην Α΄ Γυμνασίου ήταν η αποκάλυψη ενός κόσμου.

Εκτοτε διάβασα πολλά βιβλία, αλλά κανένα δεν ξεπέρασε εκείνο το συναίσθημα.

Τα ανέμελα φοιτητικά χρόνια της δεκαετίας του 1970, όταν, φορτωμένοι αυταπάτες, τρέχαμε από κατάληψη σε κατάληψη για να σώσουμε τον κόσμο, ήταν η εποχή της θεωρίας και της πολιτικής.

Οι «Θέσεις» του Αλτουσέρ, «Οι διανοούμενοι» του Γκράμσι, το «Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις» του Πουλαντζά, «Ο μονοδιάστατος άνθρωπος» του Μαρκούζε είναι όλα υπογραμμισμένα με κόκκινο μαρκαδοράκι. 

Τα ίδια χρόνια μέσα από τα κινηματογραφικά περιοδικά, τον «Σύγχρονο Κινηματογράφο» ή την «Οθόνη», ανακάλυπτα τον γαλλικό δομισμό με τον φανατισμό του νεοφώτιστου.

Ρολάν Μπαρτ, Ζακ Λακάν, Φρανσουά Λιοτάρ. Από τους δυο τελευταίους δεν υπήρχαν μεταφρασμένα βιβλία και έτσι, όταν το 1982 βγήκαν στη βιτρίνα του «Μπαρμπουνάκη» οι «Τέσσερις θεμελιακές έννοιες της ψυχανάλυσης» του Λακάν, έσπευσα στην πηγή όπως ο διψασμένος που διασχίζει την έρημο.

Ακολούθησαν πολλά δοκίμια και βιβλία θεωρίας και προχωρώ θεωρώντας και αναθεωρώντας. 

Εκανα μια απότομη στροφή προς τη λογοτεχνία, γιατί κατάλαβα ότι η ζωή κατακτά την αλήθεια της μέσα από τις ιστορίες και το ψέμα της γραφής.

Την εποχή που ήμουν ερωτευμένος με την ποίηση, η γνωριμία μου με τον Γιάννη Ρίτσο είχε ως συνέπεια να γεμίσω τη βιβλιοθήκη με τα άπαντά του και κατά καιρούς επανέρχομαι στην «Τέταρτη διάσταση».

Αγάπησα όμως τον Τάσο Λειβαδίτη, τον τελευταίο ρομαντικό των γραμμάτων μας, με «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου» και τις «Βιολέτες για μια εποχή». 

Εκανα μια μεγάλη θητεία στις σελίδες του Παπαδιαμάντη. Ο πεζογράφος με τα ωραιότερα ελληνικά έχει έναν ασύλληπτο τρόπο να σε καθηλώνει.

Απόλαυσα ολόκληρο το καλοκαίρι του ’89 διαβάζοντας με πάθος τα «Απαντα» του Ροΐδη.

Η ευφυΐα, ο κοσμοπολιτισμός του και η ανηλεής κριτική της ελληνικής κοινωνίας είναι πάντα ένα ισχυρό αντίδοτο στον επαρχιωτισμό μας. 

Από ένα σημείο και μετά άρχισε συνειδητά ή ασυνείδητα η συγγραφική ιδιοτέλεια που αναζητά τα μυστικά της γραφής στη μνήμη της τέχνης.

H «Αισθηματική αγωγή» του Φλομπέρ, το ασίγαστο πάθος του ανεκπλήρωτου έρωτα, ήταν για μένα μια έκπληξη.

Στο πρόσωπό του θαύμασα το πρότυπο του συγγραφέα που αγωνίζεται ως ασκητής για την ακρίβεια της μοναδικής σωστής λέξης.

Στον Μπόρχες τον ιδανικό αναγνώστη και τον λαβύρινθο των βιβλίων.

Ο Τσέχοφ με τα διηγήματα μού έμαθε τα χαμηλόφωνα πάθη. Τίποτα συνταρακτικό δεν φαίνεται να συμβαίνει. Κι όμως, στα μικρά αυτά καθημερινά στιγμιότυπα φαίνεται να κρύβεται η ανθρώπινη μοίρα. 

Το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ, «Το έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι κι ο «Οδυσσέας» του Τζόις μού έμαθαν ότι είχα ακόμη μπροστά μου μια ανεξερεύνητη ήπειρο. 

Η ενασχόλησή μου με την κριτική και τη σύγχρονη ξένη πεζογραφία μού άνοιξαν νέους ορίζοντες.

Ζήλεψα την αφήγηση του Ιαν Μακ Γιούαν που μοιάζει με ψιλοβελονιά, την υπαινικτικότητα του Κάρβερ, τη μεγάλη τέχνη του Πιερ Μισόν.

Πρόσεξα ότι, όταν η ελληνική πεζογραφία πολιορκούσε το «εγώ» ή έκανε τη φυγή στο ιστορικό παρελθόν, ο Φίλιπ Ροθ δημιουργούσε με την τριλογία του την τοιχογραφία της Αμερικής, ο Ντον Ντελίλο στο «Κοσμόπολις» μιλούσε για τις χρηματαγορές, ο Τζόναθαν Κόου για την εποχή της Θάτσερ.

Αναπόφευκτα, αυτά έδωσαν μια έντονα κοινωνική διάσταση και στα δικά μου μυθιστορήματα. 

Καμιά φορά, κοιτάζοντας τη βιβλιοθήκη αναρωτιέμαι τι μένει από όλα αυτά. Ισως ένα μεγάλο κείμενο όπου διαβάζεις την πάλη της ποίησης να ακυρώσει με τις λέξεις τον χρόνο και να γευτεί την αθανασία.

Ή την επική μάχη της πεζογραφίας να εκπορθήσει το νόημα του κόσμου. Την αλήθεια για τον έρωτα, τον θάνατο και την ψυχή όταν ανοίγεται στο πέλαγος της μεγάλης αγωνίας.

Και νοσταλγώ πάλι την άδολη νεανική εποχή της ανάγνωσης, όταν με μια παράξενη αλχημεία οι λέξεις άρχιζαν να κυματίζουν, η ψυχή ξεμούδιαζε και μπαίναμε γοητευμένοι σ’ έναν άλλο κόσμο. 

* Τελευταίο βιβλίο του Μ. Καραγιάννη είναι το μυθιστόρημα «Πόλη χωρίς θεούς» (Μεταίχμιο, 2017).
Μέλος της
ΕΝΕΔ