Η πολιτική εξαπάτηση και το φάντασμα του ολοκληρωτισμού

donald_trump.jpg

Ντόναλντ Τραμπ Ντόναλντ Τραμπ | AP PHOTO/ KEVORK DJANSEZIAN

Στις ΗΠΑ, την παρούσα ιστορική στιγμή, η κενότητα του λόγου τρέφεται από μια προσβολή της φαντασίας των πολιτών. Ενα παράδειγμα είναι η άνοδος του Ντόναλντ Τραμπ στην πολιτική σκηνή.

Η γοητεία του Τραμπ δεν έγκειται στην τολμηρότητα όσων λέει ή στο σοκ που προκαλεί, αλλά στην αδυναμία απάντησης σ’ αυτό το σοκ με εγνωσμένη κρίση -κι όχι με υπερβολές ή μισόλογα. Οι έννοιες που καθοδηγούν την κατανόησή μας για την κοινωνία των ΗΠΑ κυριαρχούνται από ένα αυταρχικό μοντέλο που συντρίβει τη γλώσσα, την πολιτική και, κατ’ επέκταση, την ίδια τη δημοκρατία.

Από τον σχολιασμό της πολιτικής ανάδειξης του Τραμπ από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης απουσιάζει κάθε πλαίσιο που θα μπορούσε να προσφέρει μια κριτική αποτίμηση της ιδεολογικής και πολιτικής διαταραχής που μαστίζει την αμερικανική κοινωνία, η οποία είναι προσωποποιημένη στη δημοτικότητα του Τραμπ.

Μια αναβίωση της ιστορικής μνήμης θα μπορούσε να προσφέρει σημαντικά μαθήματα σχετικά με την παρούσα κρίση, ιδίως όσον αφορά τη μακρά παράδοση του ρατσισμού, της λευκής υπεροχής, του «ξεχωριστού» λαού, της πολεμοκαπηλίας και των εκτεταμένων απειλών κατά των νέων, των γυναικών και των μεταναστών...

Το να αποκαλείς τον Τραμπ «φασίστα» δεν είναι αρκετό. Είναι απλώς μια αξιακή κρίση – ορθή ίσως, αλλά όχι αρκετή. Χρειαζόμαστε βαθύτερες αναλύσεις, που θα ξεφεύγουν από το πρόσωπο αυτό καθαυτό και θα στοχεύουν στην ανάδειξη του ολοκληρωτισμού στον λόγο και τις πολιτικές εξαγγελίες του προσώπου (σ.σ. Τραμπ).

Φέρω ως παράδειγμα το άρθρο του Στιβ Ουάισμαν, όπου σκιαγραφείται η σχέση μεταξύ του ρατσισμού του Τραμπ και της ανόδου νεοφασιστικών κινημάτων σε όλη την Ευρώπη, που «ενδυναμώνονται μισώντας τους άλλους για το χρώμα του δέρματός τους, το θρήσκευμά τους ή τη μεταναστευτική τους ιδιότητα».

Λίγοι δημοσιογράφοι έχουν επισημάνει την παρουσία λευκών παραστρατιωτικών ομάδων και οπαδών της λευκής υπεροχής στην κούρσα ανόδου του Τραμπ και κανένας τις κραυγές υπέρ της λευκής δύναμης («white power») σε μερικές πολιτικές συγκεντρώσεις του, που αποτελούν δείγματα όχι μόνο για τη σχέση του με το ρατσιστικό παρελθόν, αλλά και την προηγηθείσα ναζιστική αντίληψη που οδήγησε στην τελική λύση της γενοκτονίας.

Ακόμη ένα παράδειγμα, που επισημαίνεται σε ανάλυση του Γκλεν Γκρίνβαλντ, αφορά την αντιμετώπιση από τα κυρίαρχα ΜΜΕ της επίθεσης του Τραμπ στον εκφωνητή του ισπανικού τηλεοπτικού δικτύου «Univision», Χόρχε Ράμος.

Οταν ο Ράμος τον ρώτησε σχετικά με τους μετανάστες, ο Τραμπ όχι μόνο δεν του απάντησε, αλλά προσβλητικά τού είπε να γυρίσει στο «Univision», δηλαδή πίσω από ‘κεί που ‘ρθε. Αντί να εστιάσουν στην έλλειψη πολιτικού πολιτισμού από τη μεριά του Τραμπ, πολλοί κατεστημένοι δημοσιογράφοι επέπληξαν τον Ράμος ότι η οπτική του άπτεται συγκεκριμένης πολιτικής αφήγησης...

Η αλήθεια είναι πως η επιθυμία του Τραμπ να καμαρώνει για τον ρατσισμό του, καθώς και το ότι κάνει ξεκάθαρο πως το χρήμα οδηγεί την πολιτική, δεν είναι κάτι νέο και δεν θα πρέπει να εκπλήσσει κάποιον που είναι ιστορικά και πολιτικά εγγράμματος... Τι κάνουμε με τους υπόλοιπους όμως;

Είναι ξεκάθαρο ότι η διαδεδομένη άγνοια του παρελθόντος δεν αποτελεί μόνο σημάδι της απουσίας ιστορικής συνείδησης στις σημερινές ΗΠΑ, αλλά ένα σκόπιμο πολιτικό όπλο των ισχυρών για να κρατήσουν τον κόσμο παθητικό και σε άγνοια της αλήθειας, αν όχι να τον περιορίσουν σε μια συζήτηση προερχόμενη από το κενό βασίλειο της «κουλτούρας των διασημοτήτων» (celebrity culture). Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που συμβάλλουν σ’ αυτήν την παραγωγή άγνοιας.

Τέτοιοι παράγοντες εκτείνονται από την προαναφερθείσα κουλτούρα των επωνύμων και τη μείωση του περιεχομένου σπουδών των αμερικανικών σχολείων μέχρι τον μετασχηματισμό των κυρίαρχων ΜΜΕ σε ένα θανατηφόρο μείγμα προπαγάνδας και διασκέδασης.

Ο χώρος και ο χρόνος

Υπό την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, ο χώρος και ο χρόνος, ακόμα και η γλώσσα, βρίσκονται υπό την επήρεια των δυνάμεων της ιδιωτικοποίησης και της εμπορευματοποίησης.

Ο δημόσιος χώρος έχει αντικατασταθεί από πολυκαταστήματα (malls) και εμπορικά ιδρύματα και κυριαρχείται πλέον από αξίες ανταλλαγής παρά από δημόσιες, ακριβώς όπως οι αξίες της κοινότητας έχουν αντικατασταθεί από ατομικιστικές και αξίες των αγορών, δηλαδή επιβίωσης του προσαρμοστικότερου.

Ο «χώρος» έχει αποσυνδεθεί από μακράς πνοής επενδύσεις, από την ανάπτυξη κοινωνικού κεφαλαίου και στόχων που ωφελούν τους νέους ανθρώπους και, φυσικά, από το δημόσιο συμφέρον.

Κατ’ αναλογία, ο «χρόνος» σχετίζεται με βραχυπρόθεσμες επενδύσεις και γρήγορα οικονομικά οφέλη. Ορίζεται από την ασταμάτητη λειτουργία των συναλλαγών και της κυκλοφορίας σε παγκόσμιο επίπεδο και τη φρενήρη αποθέωση του καταναλωτισμού, που αποπολιτικοποιεί τους ανθρώπους, μετατρέποντας τη δυνατότητα κριτικής σκέψης, εποπτείας και κοινωνικών σχέσεων σε αγορά προϊόντων και αγοραστικά όργια. Ταυτόχρονα, η οικονομική ελίτ αυξάνει την επιθυμία της για κέρδη... με όποιο κόστος.

Η αποπολιτικοποίηση είναι έννοια κεντρική στον λόγο του νεοφιλελευθερισμού, όπου η γλώσσα αποτελεί κύριο στοιχείο της διαμόρφωσης ταυτοτήτων, επιθυμιών, αξιών και κοινωνικών σχέσεων.

Οπως τονίζεται από την κοινωνιολόγο και ανθρωπογεωγράφο, Ντορίν Μάσεϊ (Dorren Massey), ο νεοφιλελευθερισμός οδηγεί τους πολίτες να γίνουν καταναλωτές, πελάτες και πολύ ανταγωνιστικοί, μαθαίνοντας πως τα μόνα συμφέροντα που αξίζουν είναι τα ατομικά, σχεδόν πάντα μετρούμενα σε χρήμα.

Επιθέσεις στη μόρφωση

Η αγραμματοσύνη των πολιτών είναι κάτι περισσότερο από την αποθέωση και την κατασκευή της άγνοιας σε ατομικό επίπεδο. Παράγει μια εθνικού επιπέδου κρίση της δυνατότητας εποπτείας, της μνήμης και της καθαυτό δυνατότητας συλλογισμού.

Οπως έχουν ξεκαθαρίσει οι Ρίτσαρντ Χοφστάντερ, Νόαμ Τσόμσκι και Σούζαν Τζακόμπι, η άγνοια δεν είναι απλώς απουσία γνώσης. Είναι ένα είδος ιδεολογικής αμμοθύελλας, όπου η λογική αντικαθίσταται από τα ένστικτα και ο ηθελημένος περιορισμός της κριτικής σκέψης διαχέεται μέσω μιας κουλτούρας που αποπολιτικοποιεί το κοινό.

Ο Τραμπ αποτελεί την ενσάρκωση μιας πολιτικής παράταξης και μιας κοινωνικής τάξης του τζόγου και του γρήγορου κέρδους, όπου οι τεκμηριωμένες αποφάσεις, η ηθική υπευθυνότητα και η συλλογική δράση απουσιάζουν από τον χώρο της πολιτικής. Με απλά λόγια, ο Τραμπ αντιπροσωπεύει ένα νέο πρόσωπο, αυτό που η Χάνα Αρεντ είχε αποκαλέσει «κοινοτοπία του κακού».

Είναι ξεκάθαρο ότι η επίθεση ενάντια στη λογική, την απόδειξη, την επιστήμη και την κριτική σκέψη έχει φτάσει σε επικίνδυνα επίπεδα στις ΗΠΑ. Ενας αριθμός από πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και τεχνολογικές δυνάμεις εργάζεται για τη νόθευση της πραγματικότητας, την παθητικοποίηση του κοινού, που είναι ανίκανο να σκεφτεί και να πράξει κριτικά, αυτόφωτα.

Η λογική καταρρέει στην απλή άποψη και η σκέψη εμφανίζεται να είναι ταυτόχρονα επικίνδυνη και αντι-θετική στην κατανόηση του εαυτού μας, των σχέσεων με τους άλλους και του μεγαλύτερου τμήματος των παγκοσμίων υποθέσεων.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η εγγραμματοσύνη (μόρφωση) εξαφανίζεται, όχι μόνο ως πρακτική μάθησης δεξιοτήτων, αλλά και ως η βάση για τεκμηριωμένη δράση. Η εγγραμματοσύνη αποτελεί το υπόβαθρο κάθε δημοκρατικής κοινωνίας και η παρακμή της δείχνει ότι ο ολοκληρωτισμός ενσαρκώνει την κρίση της εποχής μας.

Οι σημερινές μορφές ολοκληρωτισμού δεν αφορούν την εξόντωση Εβραίων, ομοφυλόφιλων, εγχρώμων και διανοουμένων (αν και δεν είναι λίγα τα περιστατικά βίας εναντίον τους), αλλά έχουν τη μορφή θεαμάτων βίας, της κουλτούρας των διασημοτήτων, μαζικών φυλακίσεων, αντι-διανοουμενισμού και επιθέσεων κατά της κριτικής εκπαίδευσης.

Υπάρχει αναγκαιότητα οι νέοι άνθρωποι, οι εργαζόμενοι, οι εκπαιδευτικοί, οι καλλιτέχνες, οι πανεπιστημιακοί και φυσικά οι διανοούμενοι να γίνουν μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού κινήματος που θα στοχεύει στη διάλυση των κατασταλτικών θεσμών που οδηγούν τις ΗΠΑ στη νέα αυτή αυταρχική εποχή.

Ενάντια στη βιαιότητα του νέου ολοκληρωτισμού υπάρχει ανάγκη δημιουργίας ενός νέου λόγου, ενός λεξιλογίου αξιών, επιθυμιών και αίσθησης της πνευματικότητας, που θα φέρει τους ανθρώπους κατ’ αρχάς κοντά τον έναν με τον άλλον και στη συνέχεια συναγωνιστές υπέρ του δικαιώματος για κριτική, με πάθος για δικαιοσύνη, επιθυμία για νέους τρόπους συλλογικής αντίστασης και δράση.

Μπορεί να βρισκόμαστε στην ομίχλη των σκοτεινών καιρών, αλλά το ελπιδοφόρο φως ποτέ δεν είναι μακριά και αν και δεν προσφέρει εγγυήσεις, θέτει, ωστόσο, τη δυνατότητα για ένα μέλλον που δεν θα μιμείται τις φρικαλεότητες του παρελθόντος και του παρόντος.

Xένρι Ζιρού

* Ο Χένρι Ζιρού είναι Αμερικανός ριζοσπάστης κοινωνικός αναλυτής, καθηγητής στην έδρα Πολιτιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο McMaster του Καναδά, διευθυντής του Κέντρου για τη Δημόσια Ερευνα στο ίδιο πανεπιστήμιο και ένας από τους πρωτοπόρους της κριτικής παιδαγωγικής. Το κείμενο αποτελεί μέρος μεγαλύτερου άρθρου που δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό TruthDig.com και αναδημοσιεύεται στα ελληνικά μόνο στην «Εφ.Συν.», με την άδεια του συγγραφέα.

Μέλος της
ΕΝΕΔ