Η Πολιτική Επιστήμη σε δέκα τόμους

Ενα δεκάτομο έργο με τον υπότιτλο «Διακλαδική και Συγχρονική Διερεύνηση της Πολιτικής Πράξης». Εκατόν ογδόντα οκτώ συμμετοχές για όλους τους κλάδους που καλύπτει η Πολιτική Επιστήμη: Πολιτική Ψυχολογία, Πολιτική Κοινωνιολογία, Πολιτική Επικοινωνία, Πολιτικοί Θεσμοί, Συγκριτική Πολιτική, Διεθνείς Σχέσεις, Πολιτική Θεωρία και Μεθοδολογία.

Η οριοθέτηση της παρουσίασης και ανάλυσης των ειδικότερων θεμάτων στο πλαίσιο των παραπάνω κλάδων, ώστε να διασφαλίζεται η πολλαπλότητα των απόψεων, αλλά και η αλληλεπίδραση των ιδεών, δεν θα ήταν δυνατή, αν ο υπεύθυνος του έργου, εκείνος που είχε τη σχεδίαση και εξασφάλιση της πληρότητας, ο επίτιμος καθηγητής Πανεπιστημίων Γιάννης Μεταξάς (φωτ.) και μέλος της Académie Européenne Interdisciplinaire des Sciences, δεν έθετε ευθύς εξαρχής και αυτοτελώς στον πρώτο τόμο τις επιστημολογικές προϋποθέσεις ώστε ο έλεγχος του αναγνώστη να είναι δυνατός στη βάση κανόνων.

Η συζήτηση με αφορμή την ταυτόχρονη έκδοση όλων των τόμων (εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Απρίλιος 2016) είχε σκοπό να προβάλει τις σκέψεις του Γιάννη Μεταξά που στοιχειοθέτησαν μια τέτοια διεθνώς πρωτότυπη πρωτοβουλία.

Γιάννης Μεταξάς (Γ. Μ.): Με απασχόλησε πολύ η σχεδίαση του έργου. Και σχεδίαση σημαίνει ότι θα δώσεις κάτι που θα φανεί λογικό και εφόσον θα φανεί λογικό, θα θελήσει κάποιο μάτι ή κάποιο αυτί να το συζητήσει. Η σχεδίαση δεν είναι σχήμα, γιατί αυτό μπορεί να συνιστά μια παραπλανητική αισθητική. Η σχεδίαση είναι πιο ουδέτερη, πιο χειρωνακτική.

Από την άλλη πλευρά, το σχήμα απαιτεί συγκεκριμένη παιδεία και η σχεδίαση είναι πιο επιεικής, πιο δημοκρατική. Βέβαια κινούμαστε σε έναν χώρο που αναμένεται ότι το ακροατήριο αυτού του πονήματος είναι κάποιοι, που είτε ασχολούνται με τα θέματα γενικά της Πολιτικής Επιστήμης, είτε είναι πολίτες που ενδιαφέρονται για την εξουσία.

Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής (Φ. Δ.): Εχουμε στη διάθεσή μας δέκα τόμους και, αν αφαιρέσουμε τον πρώτο, στον οποίο αναφέρθηκα, και τον τελευταίο, όπου παρέχονται διασταυρούμενα ευρετήρια και γενική βιβλιογραφία, τι περιμένουμε από αυτόν τον όγκο;

Γ. Μ.: Κάθε τόμος αναφέρεται συμβατικά σε κάθε κλάδο της Πολιτικής Επιστήμης, κλαδί δέντρου δηλαδή, που δεν το σπας και το παίρνεις σπίτι σου, το κλαδί μένει στο δέντρο.

Οταν λοιπόν έχεις καλέσει κάποιους, κατά τη γνώμη σου πάντοτε έγκριτους ανθρώπους, να γράψουν είτε για τα πολιτικά φαινόμενα, είτε για τις προϋποθέσεις διερεύνησής τους, είτε για τις συνέπειές τους στο καθαρά πολιτικό επίπεδο, αυτόματα ο κάθε τόμος εισφέρει στη γνώση προβλημάτων θεμελιακών για έναν πολίτη και για έναν επιστήμονα.

Πέραν αυτού, σε κάθε τόμο υπάρχει ένα εκτεταμένο κείμενό μου με υπαρκτά παραδείγματα. Ετσι, ο αναγνώστης διαθέτει ελεγκτικά εργαλεία και αναφορές.

Φ. Δ.: Ο τελευταίος τόμος όπου η βιβλιογραφία, ο Φουκό και ο Αγκάμπεν βρίσκονται μαζί με τον Μπόρχες, τον Σάμπατο και άλλους λογοτέχνες.

Γ. Μ.: Η βιβλιογραφία είναι ενδεικτική. Από εκεί και πέρα, ο καθένας μπορεί να παραπεμφθεί σε οτιδήποτε άλλο. Από χρόνια υποστηρίζω ότι δεν πρέπει να αγνοήσουμε την ανάγνωση της πολιτικής μέσα από τη μουσική, τη λογοτεχνία, μέσα από ό,τι εκ πρώτης όψεως δεν δείχνει να είναι πολιτικό ή καμιά φορά και απορρίπτει το πολιτικό ως κατακριτέο ενώ, στην πραγματικότητα, κάνει πολιτική. Αυτό αποκαλώ παρακείμενη προσέγγιση.

Φ. Δ.: Ενα τόσο εκτεταμένο έργο, που φαίνεται ότι περιλαμβάνει τόσο κρίσιμα θέματα, δείχνει να ανταποκρίνεται στην τρέχουσα ιστορική περίοδο. Κατά κανόνα, οι συμμετέχοντες πραγματεύονται τα θέματά τους με κάποια συστολή, με κάποιους φόβους απέναντι σε ένα είδος απανθρωπισμού, βαρβαρότητας, που αν δεν είναι πανταχού παρούσα, είναι ορατή και ώριμη.

Γ. Μ.: Αυτές τις ώρες που μιλάμε ετοιμάζω ένα κείμενο, όπου εκθέτω γιατί το απάνθρωπο οφείλεται σε απουσία εποπτείας, κοινωνικής εποπτείας. Κρατική εποπτεία μπορεί να υπάρχει, αλλά δεν είναι πάντοτε αυτή που θα υπαγόρευε η κοινωνία.

Παράδειγμα μπορεί να είναι η απουσία εποπτείας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο είναι απολύτως μειοψηφικό ως προς εκείνους που το καρπούνται. Θα πει κανείς πως αυτό συνέβαινε πάντα κάπως έτσι. Κάπως έτσι πράγματι, αλλά όχι εντελώς.

Το γεγονός ότι φτάσαμε σε μια παγκόσμια μορφή με τοπικές εξαθλιώσεις, ιδιαίτερα στις ασθενέστερες κοινωνίες, αυτό οδήγησε κάποιους να πιστεύουν σε διασώστες.

Σήμερα, το ενδιαφέρον στρέφεται περισσότερο σε πρόσωπα παρά σε διαδικασίες, παρά σε λειτουργίες. Στις αναμενόμενες γαλλικές εκλογές για την προεδρία της Δημοκρατίας, η τάση στα πρόσωπα και λιγότερο στα προγράμματα είναι έκδηλη. Κάποιοι κάνουν απόπειρες και ορισμένα μέσα επικοινωνίας επιτέλους φωνάζουν «μιλήστε μας για προγράμματα».

Θα ρωτήσει κανείς: Δεν είναι συνδεδεμένα τα πρόσωπα με τα προγράμματα; Τα πρόσωπα δεν είναι η αξιοπιστία της εφαρμογής ενός προγράμματος;

Ναι, αλλά τέτοια συζήτηση δεν γίνεται. Βλέπω τον Μακρόν, έναν πολύ «μοντέρνο» ξύπνιο, βλέπω τον Αμόν, πολύ αισθηματία, ως πρόσωπο πολύ δοσμένο στην κοινωνική ανησυχία, βλέπω τον εκπρόσωπο του Κ.Κ., ο οποίος, έχοντας μια άλλη παιδεία και ίσως έχοντας μια καλλιέργεια διαφορετικής εποχής, προσπαθεί να «υπονομεύσει» την εικόνα του προσώπου μέσα από κάτι άλλο.

Φ. Δ.: Οι διεπιστημονικές μελέτες υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος, βιολογικά τουλάχιστον και για την επιβίωσή του, εξαρτάται από τις αυταπάτες του.

Γ. Μ.: Αυτό είναι πολύ ωραίο, γιατί με τις αυταπάτες αναβάλλει την υποχρέωση υπεύθυνης αναζήτησης κάποιας αλήθειας. Ο Διαφωτισμός είναι από εκείνα τα κινήματα τα οποία, από την ώρα που διατυπώθηκαν και αναγνωρίστηκαν ως συγκροτημένα, απόκτησαν στη συνέχεια μεγάλη πολυτυπία, ώστε κάθε εποχή να αναφέρεται νομιμοποιητικά σε έναν «διαφωτισμό».

Το νομιμοποιητικό δεν είναι ότι εκείνος που έκανε το α ή το β, ενδιαφερόταν να πιστεύει ότι έκανε το σωστό σύμφωνα με τη συνείδησή του. Το νομιμοποιητικό είναι ότι όλοι οι άλλοι θα το αναγνώριζαν ως σωστό.

Ο εξωτερικός προσδιορισμός του τρόπου σκέψης ενός ανθρώπου, όσο και να φαίνεται δημοκρατικός, επιβάλλεται και λειτουργεί σε μια γενικότητα, στη γενικότητα όπου όλοι είναι ευτυχείς στο τέλος.

Ετσι έχουμε πολλούς «διαφωτισμούς», απέναντι στους οποίους οφείλουμε να είμαστε δημιουργικά κριτικοί. Δεν μας επιτρέπεται όμως να ξεχνάμε ότι παρήγαγαν μια επιταγή: αν ο ορθός λόγος είναι αποδεκτή σύμβαση, τα επιχειρήματα είναι ελέγξιμα. Π

ηγαίνοντας ενάντια στην αυθαιρεσία που έχει μια δημοκρατική επίπτωση, όχι υπαρκτή ιστορικά πάντοτε, αλλά κυρίως διεκδικούμενη, αγγίζουμε την ιδιότητα του πολίτη. Η δημοκρατία είναι καθεστώς το οποίο διεκδικείται και δεν θα πάψει ποτέ να διεκδικείται, γιατί ποτέ δεν θα ολοκληρώνεται. Σε κάθε περίπτωση, αυτή είναι και η ευτυχία του πράγματος.

Φ. Δ.: Η ανώνυμη κοινωνία του καιρού μας αποκλείει την ικανοποίηση της ατομικής απαίτησης.

Γ. Μ.: Η ανώνυμη κοινωνία δεν είναι τόσο για να της δώσεις εξουσία, αλλά για να την υπηρετήσεις, ώστε από κάποια στιγμή και μετά να αποκτήσει εξουσία. Δεν υπάρχει μία μόνο στιγμή. Κάθε εποχή έχει τις δικές της στιγμές. Αν σταθεροποιήσουμε την άποψη ότι η ανώνυμη κοινωνία δεν πρέπει να έχει εξουσία, τότε ακυρώνουμε τη δημοκρατία.

Φ. Δ.: Και η τυραννία της μειοψηφίας εντός αυτής της ανώνυμης κοινωνίας;

Γ. Μ.: Η τυραννία της μειοψηφίας είναι διαρκώς δεδομένη, διότι η μειοψηφία παραπέμπει συνεχώς στον νομιμοποιητικό όρο της ειδικευμένης γνώσης, σε κάτι μερικές φορές απολύτως αποκρουστικό ότι οι ηθικοί άνθρωποι είναι λίγοι. Δεν είναι διόλου έτσι. Τα πράγματα μάλιστα, θα έλεγα, μπορεί να είναι εντελώς αντίθετα.

Δεν μας ενδιαφέρει ποιος εκπροσωπεί ένα ήθος. Μας ενδιαφέρει ότι το ήθος διεκδικείται από όλους, ακόμα και από εκείνους που το προδίδουν. Από τη στιγμή που θα φτάσουν στο σημείο να ομολογούν την προδοσία τους στον εαυτό τους, αρχίζουν και διακατέχονται από κάποιο ήθος. Η ντροπή είναι η αφετηρία της αξιοπρέπειας.

Φ. Δ.: Υπό αυτούς τους όρους, αυτό το δεκάτομο έργο παραπέμπει σε μια ηθική.

Γ. Μ.: Μα είναι δυνατόν να είναι διαφορετικό ένα έργο Πολιτικής Επιστήμης; Να μην παραπέμπει σε παιδεία; Και, αφού παραπέμπει σε παιδεία, παραπέμπει σε μια ηθικοπολιτική διάσταση, σε σχήμα ειρηνικής συμβίωσης, όπου όμως μέσα σε αυτήν, να είναι ανεκτή η αντίθετη γνώμη του άλλου ως πλούτος για εκείνον που διαφωνεί.

Φ. Δ.: Με αυτόν τον τρόπο γνωστοποιείται ένα ιδεολογικό στίγμα.

Γ. Μ.: Κάθε συγγραφέας πρέπει να το προαναγγέλλει έγκαιρα πριν γράψει οτιδήποτε. Και όσο το γνωρίζει, γιατί καμία φορά δεν συνειδητοποιεί ο ίδιος την ιδεολογία από την οποία διακατέχεται, είναι σαν να μη δίνει στον αναγνώστη του τη δυνατότητα να διακρίνει ανάμεσα σε εκείνο που είναι πραγματικότητα και σε εκείνο που οφείλεται στις προϊδεάσεις μας.

Φ. Δ.: Θα ήθελα να αναφερθώ εδώ στο ζήτημα της ιδιωτικότητας, το οποίο θίγεται από αρκετούς επιστήμονες στη μια ή την άλλη ενότητα του έργου.

Γ. Μ.: Η ιδιωτικότητα είναι αξία ελευθερίας, εφόσον είναι στο περιεχόμενό της ομολογημένη. Από τη στιγμή που το περιεχόμενό της είναι γνωστό, τότε η ιδιωτικότητα συγκρίνεται και ό,τι συγκρίνεται κάμπτεται σε απολυτότητα. Η σύγκριση διασφαλίζει το σχετικό.

Σήμερα, η ιδιωτικότητα είναι μια πάλη αναζήτησης. Διότι στην ισχύουσα κουλτούρα κυριαρχεί η γενίκευση, όλα τα μέσα πληροφόρησης περίπου τα ίδια λένε. Η ατομικότητα είναι διεκδίκηση.

Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, για παράδειγμα, ένα από τα πολύ μεγάλα επιτεύγματα, έστω και αν έχουμε τα χάλια μας σήμερα, είναι η πολυγλωσσία.

Η πολυγλωσσία, έστω αυτή η τυπική που υπάρχει, είναι σημαντικό κέρδος. Δεν ξέρω πόσο θα κρατήσει, διότι η απειλή της παγκόσμιας γλώσσας που θα διευκόλυνε τη συνεννόηση όλων, δηλαδή τη συνεννόηση των όμοιων, τη συνένωσή τους, δεν είναι ζητούμενο πολιτισμού, είναι ζητούμενο υποταγής.

Φ. Δ.: Και αφού έγινε μνεία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, τι σας απασχολεί;

Γ. Μ.: Αν η Ευρώπη ως τρόπος σκέψης, πράγμα για το οποίο όλοι συμφωνούμε ότι είναι κάτι το ιδιαίτερα αξιόλογο, δεν αποτελέσει αντικείμενο εξαγωγής, τότε, όταν το μέγεθος της ευρωπαϊκής ηπείρου στις επόμενες δεκαετίες θα έχει μειωθεί με ποσοτικούς όρους λόγω μετατόπισης των μεγεθών προς Ανατολάς, αυτή η αξία θα απειληθεί.

Εχω την εντύπωση όμως ότι αν αυτό που ονομάζουμε σήμερα Ευρωπαϊκή Ενωση αναδιαρθρώνεται συστηματικά, ώστε οι εσωτερικές ισορροπίες να μην είναι ζητούμενα συμβιβασμού, αλλά ζητούμενα συναντήσεων για να παράγεται κάθε φορά κάτι καινούργιο, να προκαλεί το ενδιαφέρον, να υπάρχει γόνιμη αντιπαράθεση, νομίζω ότι είναι μια τύχη που δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί αυτή τη στιγμή.

Δεν κρύβω ότι παρ’ όλα τα προβλήματα που βλέπουμε, εξακολουθώ να νομίζω ότι η Ευρώπη είναι για την ώρα και υπό τις κρατούσες συνθήκες μια σωτηρία απέναντι σε κινδύνους που είναι υπαρκτοί.

Επομένως, πρέπει άμεσα να υπάρξουν, κάνω συγκεκριμένη πρόταση, συνδιασκέψεις αναδιάρθρωσης, διότι το όραμα έχει κουραστεί, το όραμα έχει υπονομευθεί από το γεγονός ότι οι μεν σεισμογράφοι άρχισαν να γράφουν από την πρώτη ώρα δονήσεις, αλλά εμείς κοιτάζαμε αλλού.

Δεν γίνεται όταν σου δίνουν μηνύματα να τα αγνοείς, διότι τότε εγκαταλείπεσαι στην ευτυχία της στιγμής και αγνοείς τη δυστυχία του καιρού. Ο καιρός έχει δυστυχία, η στιγμή έχει ευτυχία. Ο καιρός έχει άλλη αυστηρότητα και είναι διαφορετικό να λέμε «διαχρονικά» για να τονίσουμε τη συνέχεια, θα έπρεπε να λέμε «διακαιρικά» για να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας.

Μέλος της
ΕΝΕΔ