Η Οκτωβριανή Επανάσταση δεν έγινε

Ποια θα ήταν η πορεία της Ρωσίας αν δεν είχε γίνει η Οκτωβριανή Επανάσταση; Σε αυτό το υποθετικό ερώτημα επιχειρεί να απαντήσει με το ακόλουθο άρθρο του ο Βρετανός ιστορικός Ντόναλντ Σασούν, γνωστός στον Ελληνα αναγνώστη από το σπουδαίο δίτομο έργο του «Εκατό χρόνια σοσιαλισμού» (Καστανιώτης 2001)

Ο Βρετανός ιστορικός Ντόναλντ Σασούν
Ο Καρλ Πόπερ υποστήριζε ότι η ιστορία ενάντια στα γεγονότα (εκείνη που γράφεται με το «εάν») δεν έχει νόημα. Οποιος όμως έχει φαντασία μπορεί να δοκιμάσει. Ας δοκιμάσουμε.

Ας φανταστούμε ότι τον Μάρτιο του 1917 ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Ουλιάνοφ (γνωστός ως Λένιν) έπαιζε μπιλιάρδο στο μπαρ όπου σύχναζε εξόριστος στη Ζυρίχη.

Ερχεται αναστατωμένος ένας σύντροφός του και του αναγγέλλει ότι ο τσάρος παραιτήθηκε: «Λένιν, πρέπει να γυρίσεις στη Ρωσία. Υπάρχει ένα τρένο για την Πετρούπολη».

Ο Λένιν, συγκινημένος, βγαίνει από το μπαρ, διασχίζει τον δρόμο και… ένα αυτοκίνητο τον σκοτώνει. Δεν φτάνει ποτέ στη Ρωσία.

Δεν εισηγείται στους μπολσεβίκους να προετοιμαστούν για μια επανάσταση η οποία, κατά τη γνώμη του, θα υποκινούσε ξεσηκωμούς σε όλη την Ευρώπη. Η «μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση» δεν έγινε.

Τα ίδια προβλήματα θα παρέμεναν όμως ακόμη και χωρίς επανάσταση. Μια νέα κυβέρνηση, καθοδηγούμενη από επαναστάτες ή από φιλελεύθερους ή και από «λευκούς», όπως των στρατηγών Ντενίκιν ή Κολτσάκ, θα όφειλε να αντιμετωπίσει προβλήματα παρόμοια με εκείνα που αντιμετώπισαν στην «αληθινή» ιστορία οι μπολσεβίκοι.

Ποια ήταν αυτά τα προβλήματα; Το κυριότερο, η εκβιομηχάνιση της Ρωσίας, που βρισκόταν επί δεκαετίες στο επίκεντρο όλων των συζητήσεων τόσο μεταξύ των ευφυών συντηρητικών (όπως οι οικονομικοί σύμβουλοι του τσάρου) όσο και μεταξύ των δυνάμεων της αντιπολίτευσης.

Μετά την ήττα στον πόλεμο της Κριμαίας (1853-1856), ακόμη και οι αντιδραστικοί Ρώσοι είχαν πειστεί ότι χωρίς βιομηχανικό εξοπλισμό θα ήταν αδύνατο να αμυνθούν απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις.

Οι Ρώσοι βιομήχανοι κατηγορούνταν από τους πολιτικούς ότι επιδίωκαν τα στενά υλικά τους συμφέροντα, επιδεικνύοντας μια ολική έλλειψη κοινωνικού οράματος, ότι θεωρούσαν αντιπαραγωγική τη βελτίωση των συνθηκών ζωής της εργατικής τάξης, με δυο λόγια ότι δεν κατανοούσαν τι είναι μια σύγχρονη χώρα.

Ακόμη και οι ηγέτες του κόμματος των επιχειρηματιών, οι καντέτοι, εντυπωσιάζονταν αρνητικά από το πόσο στενά ήταν τα «ταξικά συμφέροντα» των βιομηχάνων και των ιδιοκτητών.

Οι σιδηροδρομικές εταιρείες, που υποστηρίζονταν από το κράτος, ήταν μια καταστροφή: επαίσχυντη κερδοσκοπία, υπερχρέωση, ολική ανικανότητα.

Ο Νικολάι Μπούνγκε, που έγινε αργότερα υπουργός Οικονομικών (1881-1887) και έπειτα πρωθυπουργός (1887-1895), είχε πειστεί ότι ήταν αναγκαίο να εθνικοποιηθούν οι σιδηρόδρομοι.

Σε ένα υπόμνημα που έγραψε για τον τσάρο, ο Μπούνγκε υποστήριζε ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα. Η Ρωσία έπρεπε να θεμελιώσει συγκεντρωτικό κράτος σε όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας, να επεκτείνει τα όργανα τοπικής διακυβέρνησης, να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των αγροτών, να ενσωματώσει τις μειονότητες και, τέλος, να υποχρεώσει τους επιχειρηματίες να μεριμνούν περισσότερο για την εργατική τάξη.

Ευφυείς πολιτικοί, όπως ο Μπούνγκε και αργότερα ο Σεργκέι Βίτε, ήταν μεταρρυθμιστές που είχαν κατανοήσει ότι, για να σωθεί το καθεστώς, έπρεπε να αλλάξουν τα πάντα, κυρίως δημιουργώντας πλούσιους και εύπορους αγρότες.

Επρόκειτο για μια συζήτηση παρόμοια με εκείνη που έγινε μετά την Επανάσταση μεταξύ των μπολσεβίκων, όταν ο Μπουχάριν -αλλά πολύ αργά- υποστήριξε την υπόθεση των αγροτών προκειμένου να εκβιομηχανιστεί η χώρα.

Ο Βίτε, στο υπόμνημά του για το αγροτικό ζήτημα (1903), σημείωνε ότι η ομπτσίνα (η αγροτική κοινότητα), που θεωρούνταν κατάλοιπο του παρελθόντος, ήταν ένα εμπόδιο.

Μακράν του να είναι η γη της επαγγελίας που ονειρεύονταν οι λαϊκιστές, αυτή κυριαρχούνταν στην πραγματικότητα από μια μειονότητα εύπορων αγροτών, οι οποίοι ήταν απεχθείς πολύ πριν από το 1918, όταν ο Λένιν τους κατήγγειλε σαν «βδέλλες» και «βαμπίρ», ζητώντας την εξάλειψή τους με έναν «ανελέητο πόλεμο εναντίον των κουλάκων».

Οταν βρέθηκε στην εξουσία, ακόμη και ο Λένιν, όπως πριν από αυτόν οι οικονομικοί ηγέτες του τσαρικού καθεστώτος, προσπάθησε να πλουτίσει τους κουλάκους με τη λεγόμενη Νέα Οικονομική Πολιτική, μια λύση που επανέφερε μορφές αγοράς.

Αυτό που σχεδόν όλες οι ελίτ ήθελαν ήταν μια σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία, καπιταλιστική ή σοσιαλιστική.

Η επιτυχία του μαρξισμού στη Ρωσία τον 19ο αιώνα (και αργότερα στον Τρίτο Κόσμο) οφειλόταν στο γεγονός ότι αυτός θεωρούνταν μια ιδεολογία σύμφωνα με την οποία η έλευση μιας βιομηχανικής κοινωνίας ήταν νόμος της ιστορίας, ενάντια στον οποίο δεν μπορούσαν ή δεν έπρεπε να κάνουν τίποτα.

Λίγο μετρούσαν οι Ρώσοι επιχειρηματίες. Η εκβιομηχάνιση απαιτούσε επενδύσεις. Κανείς δεν πήρε ποτέ στα σοβαρά την ιδέα ότι θα αναπτυσσόταν μια ισχυρή εθνική αστική τάξη.

Η Ρωσία θα εκβιομηχανιζόταν κυρίως από το κράτος με ξένο χρήμα ή από ξένους με κρατικό χρήμα.

Η κυρίαρχη γνώμη ήταν ότι είναι αναγκαίο να εκβιομηχανιστεί από τα πάνω, από τις ελίτ.

Το πρόβλημα ήταν ότι η αστική τάξη ήταν πάρα πολύ αδύναμη και ότι οι φιλελεύθερες ιδέες δεν υιοθετούνταν από τους επιχειρηματίες, αλλά από τη διανόηση. Πολύ πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση, την αστική τάξη την περιφρονούσαν κυρίως οι υπουργοί Οικονομικών.

Αυτοί ήταν οι αρχιτέκτονες της πονεμένης ρωσικής εκβιομηχάνισης, ενός καθήκοντος που δεν ήταν απλό, στον βαθμό που το ζητούμενο ήταν να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο κράτος στο εσωτερικό ενός απολυταρχικού καθεστώτος.

Στα απομνημονεύματά του, ο Βίτε δήλωνε ότι οι αριστοκράτες «ήταν μια μάζα εκφυλισμένης ανθρωπότητας που σκεφτόταν μόνο τα εγωιστικά της συμφέροντα».

Ο Βίτε θεωρούσε -όπως είχαν θεωρήσει ήδη ο Ρικάρντο, ο Μαρξ και θα θεωρήσει αργότερα ο Κέινς- ότι ένας ευφυής αστός δεν θα έπρεπε να επιτρέπει άπληστοι αριστοκράτες να μπλοκάρουν τη βιομηχανική ανάπτυξη.

«Ανόητοι -συνέχιζε ο Βίτε- θα με κατηγορήσουν ότι υιοθετώ τεχνητά μέτρα για να πετύχω τον σκοπό. Πόσο ανόητοι είναι! Με ποιον άλλο τρόπο μπορούμε να εκβιομηχανιστούμε;».

Ωστόσο, οι «ανόητοι» που εκνεύριζαν τον Βίτε είχαν αποδεχθεί ένα κλασικό φιλελεύθερο αξίωμα: η βιομηχανία πρέπει να αναπτυχθεί με τρόπο αυθόρμητο, χωρίς κρατικές παρεμβάσεις.

Η Ρωσία μπορούσε όμως να εκβιομηχανιστεί μόνον από τα πάνω. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν, στη μακρά περίοδο, αυτή η συνταγή θα λειτουργούσε.

Το κεντρικό γεγονός είναι τούτο: η Ρωσική Επανάσταση, απροσδόκητη και αδιανόητη χωρίς τον Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν υποχρεωμένη να προσπαθήσει να επιλύσει προβλήματα που υπήρχαν επί δεκαετίες.

Ο απολογισμός, παρά τις σφαγές και τους νεκρούς, δεν είναι ολικά αρνητικός: δημιουργήθηκαν μια βιομηχανική κοινωνία και ένα υψηλό μορφωτικό επίπεδο, αλλά δεν κατόρθωσαν να δημιουργήσουν μια καταναλωτική κοινωνία (η αληθινή μεγάλη νίκη του καπιταλισμού), ούτε η Ρωσία μπόρεσε να ενταχθεί στη διαρκώς αυξανόμενη παγκόσμια αγορά.

Θα το κατορθώσουν, αντίθετα, με πολύ διαφορετικό τρόπο, δύο ασιατικές δυνάμεις: πρώτα η Ιαπωνία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και έπειτα η Κίνα τις τελευταίες δεκαετίες.

Το γιατί η ρωσική κοινωνία παρέμεινε τόσο υπανάπτυκτη, εξαρτημένη από την τιμή των πρώτων υλών, θα έπρεπε να είναι σημαντικό θέμα ανάλυσης για τους μελετητές.

Σε τελική ανάλυση, στη Ρωσία δεν απέτυχε μόνον ο κομμουνισμός, απέτυχε και ο καπιταλισμός.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας