Η Μίλενα του Κάφκα, η Μίλενα του στρατοπέδου

yesenska.jpg

Μίλενα Γέσενσκα Από τα δεκαεννέα κεφάλαια του βιβλίου, εννέα αφορούν τον βίο της Μίλενα

To βιβλίο αυτό αποτελεί ταυτόχρονα βιογραφία αλλά και αυτοβιογραφία, μαρτυρία για το ναζιστικό στρατοπεδικό σύμπαν και κατάθεση φιλίας.

Η φροντίδα της ελληνικής έκδοσης το καθιστά συναρπαστικό ανάγνωσμα.

Η Γερμανίδα συγγραφέας, κομμουνίστρια στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όταν οι ναζί καταλαμβάνουν την εξουσία καταφεύγει με τον δεύτερο σύζυγό της στη Σοβιετική Ενωση.

Το 1938, στο πλαίσιο των σταλινικών διώξεων, και ένα χρόνο μετά τη σύλληψη του συζύγου της, οδηγείται σε στρατόπεδο εργασίας στο Καζακστάν.

Με την υπογραφή του γερμανο-σοβιετικού συμφώνου παραδίδεται στους Γερμανούς και το 1940 φυλακίζεται στο ναζιστικό στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ.

Επιζεί και δημοσιεύει το 1948 το πρώτο της βιβλίο για τα σταλινικά και τα ναζιστικά στρατόπεδα. Πεθαίνει το 1986, αφού έχει γίνει μέλος του γερμανικού χριστιανοδημοκρατικού κόμματος.

Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόιμαν / «Μίλενα από την Πράγα»

Η ηρωίδα στο βιβλίο «Μίλενα από την Πράγα», που πρωτοδημοσιεύεται το 1963, δεν είναι άλλη από τη γυναίκα που οι περισσότεροι γνωρίζουμε ως αποδέκτη των συγκλονιστικών ερωτικών επιστολών του Κάφκα: η ανυπόταχτη Μίλενα Γέσενσκα, ισχυρή και τραγική προσωπικότητα, που βγαίνει από τους κύκλους της μεσοπολεμικής διανόησης, από τον κόσμο της πολυεθνικής και γερμανόφωνης Μεσευρώπης.

Η Μίλενα, που καταγόταν από τη σλοβακική αριστοκρατία, γνωρίστηκε με τον Κάφκα και έγινε φίλη και ερωμένη του.

Εκανε δύο αντισυμβατικούς γάμους και εργάστηκε ως δημοσιογράφος στη Βιέννη και στην Πράγα.

Δραστηριοποιήθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά απομακρύνθηκε από αυτό μετά το 1936.

Οταν οι Γερμανοί εισβάλλουν στην Πράγα, η Μίλενα μπαίνει στην Αντίσταση. Η Γκεστάπο τη συλλαμβάνει και, έναν χρόνο αργότερα, το 1940, εκτοπίζεται στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ.

Το στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ, μέσα σε ένα ειδυλλιακό τοπίο από δάση και λίμνες, βόρεια του Βερολίνου, ήταν λοιπόν ο τόπος συνάντησης της συγγραφέως και της ηρωίδας.

Το Ράβενσμπρουκ, που προοριζόταν αποκλειστικά για γυναίκες κρατούμενες, λειτουργούσε από το 1939 ως τόπος «αναμόρφωσης» για Γερμανίδες και Αυστριακές που «μόλυναν την άρια φυλή», πόρνες και «ακοινωνικές».

Προκειμένου να ανταποκριθεί στις ανάγκες της πολεμικής βιομηχανίας, μετεξελίχθηκε σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας και ο πληθυσμός του πολλαπλασιάστηκε.

Το 1945, σχεδόν 50.000 κρατούμενες από την Πολωνία, τη Σοβιετική Ενωση, το γερμανικό Ράιχ και τις κατεχόμενες χώρες της Ευρώπης συνωθούνταν στις εγκαταστάσεις του: αντιστασιακές, Εβραίες, Τσιγγάνες, μάρτυρες του Ιεχωβά, πολιτικές και ποινικές κρατούμενες.

Το Ράβενσμπρουκ δεν ήταν στρατόπεδο εξόντωσης, εκεί δεν γινόταν «επιλογή» για τους θαλάμους αερίων.

Ο θάνατος δεν ήταν προγραμματικός στόχος αλλά αναπόδραστο επακόλουθο της απρόκλητης βίας, των βασανισμών, των εκτελέσεων, των ασθενειών και της εξαντλητικής εργασίας.

Επιβίωση σήμαινε καθημερινό αγώνα για περισσότερο χώρο, λίγη τροφή, νερό.

Από τα δεκαεννέα κεφάλαια του βιβλίου, εννέα αφορούν τον βίο της Μίλενα πριν από τον εγκλεισμό στο στρατόπεδο, επτά, τη ζωή στο στρατόπεδο μετά τη συνάντηση των δύο γυναικών, ενώ σε τέσσερα από αυτά οι δύο αφηγήσεις μπλέκονται.

Η Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόιμαν συνθέτει μια συνεκτική εικόνα για τη στρατοπεδική πραγματικότητα, σε μια αφήγηση χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις.

Δεν θα μπορούσε να συγκριθεί ούτε με τη γραφή του Πρίμο Λέβι, που ανατέμνει τη στρατοπεδική εμπειρία στο Αουσβιτς, αλλά ούτε με τη μινιμαλιστική ποιητική, υπαινικτική φωνή της Γαλλίδας αντιστασιακής Σαρλότ Ντελμπό, που γράφει και αυτή για το Ράβενσμπρουκ, αποφεύγοντας την «εύκολη» πρόσβαση του αναγνώστη στην στρατοπεδική καθημερινότητα.

Αντίθετα με το προηγούμενο βιβλίο της Μπούμπερ-Νόιμαν, τούτο εδώ δεν έχει πολιτική στόχευση.

Οπως συχνά συμβαίνει με τις μαρτυρίες επιζώντων, το βιβλίο αποτελεί εκπλήρωση της ηθικής δέσμευσης να κρατηθεί ζωντανή η μνήμη της νεκρής φίλης.

Λίγο πριν πεθάνει η Μίλενα της είχε πει: «Ξέρω ότι εσύ τουλάχιστον δεν θα με ξεχάσεις. Θα πεις στον κόσμο ποια ήμουν…».

Η Μαργκαρέτε αναγνωρίζει ότι κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες η Μίλενα της άνοιξε τον κόσμο της λογοτεχνίας, της τέχνης, του Κάφκα, της έδωσε τη δυνατότητα να αφηγηθεί, να βάλει σε τάξη τη χαοτική στρατοπεδική εμπειρία.

Το σχέδιο που κρατούσε στη ζωή και τις δύο ανήκε στη Μίλενα: «Οταν θα είμαστε και πάλι ελεύθερες θα γράψουμε μαζί ένα βιβλίο».

Το βιβλίο φέρνει στο προσκήνιο τη φιλία των δύο γυναικών, σχέση απροϋπόθετης φροντίδας για τον αλλότριο πόνο.

«Υπέρμετρη, ειλικρινή κατανόηση για τον άλλο», αναγνωρίζει η Μαργκαρέτε στη Μίλενα.

Περήφανη αντίσταση, επίσης, στην πειθαρχία του στρατοπέδου, στον εξευτελισμό και στην υποταγή στη βία.

«Η Μ. έχει δίκιο: δυστυχία είναι ο φόβος…», σημείωνε ο Κάφκα στο ημερολόγιό του.

Το όνομα Μίλενα, γράφει η Μπούμπερ-Νόιμαν, «σημαίνει στα τσέχικα ερώσα, αλλά και ερωμένη και, σαν να ήταν γραφτό της, έρωτας και φιλία έμελλε να κυριαρχήσουν σ' ολόκληρη τη ζωή της Μίλενα, να γίνουν η μοίρα της».

Η φιλία δεν ήταν ίδιον των γυναικών κρατουμένων, αλλά στις μαρτυρίες τους οι γυναίκες που επέζησαν αναφέρονται συχνότερα σε μια στενή φιλία -ή στην υποκατάσταση της οικογένειας, με μια «κόρη», μια «μικρή αδελφή»- που τις κράτησε στη ζωή.

Δεν αναφέρονται σε ερωτικές σχέσεις «μη αποδεκτές», και αποφεύγουν να τις εκθέσουν στη νοσηρή περιέργεια του κοινού.

Στην αφήγηση της Μπούμπερ-Νόιμαν, ένας έρωτας σφιχταγκαλιασμένος με τη φιλία διεκδικεί τη δική του θέση, πλάι στον καθημερινό αγώνα για αυτοσεβασμό και επιβίωση.

«Ερως φιλότητος» είναι ο τίτλος, δάνειο από στίχους του Αρχιλόχου, που φέρει το θαυμάσιο επίμετρο της Αδριανής Δημακοπούλου.

Πολυσέλιδο δοκίμιο, στο οποίο οι φιλολογικές μέριμνες συναντούν δημιουργικά την ευαισθησία της προσωπικής ανάγνωσης για να υφάνουν ένα κείμενο που καταφέρνει να κρατηθεί μακριά από την «ιδεοκρατία του συρμού».

Το παράρτημα με τα βιογραφικά σημειώματα όλων των -πολλών- προσώπων που συνάντησε στη σύντομη ζωή της η Μίλενα δεν αποτελεί έκφραση υπερβάλλοντος σχολαστικισμού· προσφέρει ένα πολύτιμο παράθυρο στον πνευματικό κόσμο της Κεντρικής Ευρώπης που ο ναζισμός και ο πόλεμος τον πλήγωσαν θανάσιμα.