Η λογοτεχνία έχει καθήκον να θυμίζει τις άβολες αλήθειες

vaskes.jpg

Η λογοτεχνία έχει καθήκον να θυμίζει τις άβολες αλήθειες Λατινοαμερικάνος και Ευρωπαίος μαζί στη ματιά του, διαλέγει θέματα δύσκολα, όπως την τρομοκρατία των καρτέλ, για να κάνει μια τέχνη υψηλή, αλλά απολαυστική για τον αναγνώστη | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Από την πατρίδα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες ξεπήδησε ξαφνικά στο διεθνές στερέωμα ένας συγγραφέας ρεαλιστής, που γράφει για Ιστορία και όχι για μύθους. Που είναι κλασικός και ταυτόχρονα μοντέρνος. Ο 42χρονος σήμερα Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες έγινε ανάρπαστος και διάσημος κυρίως με τα βιβλία του «Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν» και «Οι πληροφοριοδότες».

Χάρη στις εκδόσεις «Ικαρος» και τον μεταφραστή Αχιλλέα Κυριακίδη τα ανακαλύψαμε -οι τυχεροί- σχεδόν ταυτόχρονα με την υπόλοιπη Ευρώπη, που πέρυσι, μάλιστα, του απένειμε το μεγάλο βραβείο Impac. Τρέξτε να τα διαβάσετε, κυρίως τον «Ηχο» αν μου επιτρέπεται η συμβουλή. Η σημερινή Κολομβία θα ανοιχτεί μπροστά σας πραγματική, σύνθετη, συναρπαστική, με πληγές από τα καρτέλ των ναρκωτικών που δεν σβήνουν εύκολα. Αλλά και οι «Πληροφοριοδότες», που μόλις κυκλοφόρησαν, για τις «λίστες» και τις διώξεις των Γερμανών μεταναστών στην Κολομβία του 1943, για ζωές αθώες που καταστράφηκαν, είναι σαν να αφορούν το μισαλλόδοξο σήμερα.

Ο Βάσκες έζησε πολλά χρόνια στην Ευρώπη. Γαλλία, Βέλγιο, Ισπανία. Τώρα πια επέστρεψε στην Μπογκοτά και τα «φαντάσματά» της, όπως λέει. Από κει μας ήρθε (πρώτη φορά στην Ελλάδα) και ήταν ανάγκη μεγάλη να τον συναντήσουμε και να μιλήσουμε μαζί του.

• Λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία, μια τεράστια ομπρέλα που εξαφάνιζε και εξαφανίζει ιδιαιτερότητες, προσωπικότητες, στιλ. Νιώσατε ποτέ ότι το κύρος της είναι συγχρόνως βάρος και εμπόδιο;

Υπάρχουν δύο είδη συγγραφέων στη γενιά μου. Αυτοί που νιώθουν ότι το κίνημα του 20ού αιώνα, γνωστό ως Latin American Boom, είναι ένα βάρος. Κι αυτοί που δεν το νιώθουν. Ανήκω στους δεύτερους. Πιστεύω ότι αυτή η γενιά των συγγραφέων μάς επέτρεψε να κάνουμε πράγματα που αλλιώς δεν θα μπορούσαμε.

• Για παράδειγμα;

Ενα από τα μεγάλα πράγματα που ανακάλυψαν είναι ότι ένας Λατινοαμερικάνος συγγραφέας μπορεί να βασίζεται στο σύνολο της δυτικής παράδοσης. Ο Μπόρχες, ο Γκαρσία Μάρκες και ο Χουάν Κάρλος Ονέτι από την Ουρουγουάη ήταν οι πρώτοι που είπαν, «δεν είμαστε υποχρεωμένοι να γράψουμε στην παράδοση της ισπανικής γλώσσας, είμαστε ελεύθεροι να διαλέξουμε τον Φόκνερ ή τον Χέμινγουεϊ». Αυτού του είδους την ελευθερία κληρονομήσαμε. Κι αυτή είναι που μου επιτρέπει να διαλέγω εγώ σήμερα τα πρότυπα και τις επιρροές μου έξω από τη λατινοαμερικάνικη παράδοση, τη δική τους. Και την ίδια στιγμή να απολαμβάνω το μεγαλύτερο δώρο που χάρισαν στη γενιά μου: τη δημιουργία μιας παράδοσης. Οι ίδιοι δεν είχαν δική τους, λατινοαμερικάνικη, τη δημιούργησαν. Για να μπορώ εγώ τώρα να πω «γράφω στην παράδοση του Μπόρχες και του Γκαρσία Μάρκες».

• Ακόμα κι αν δεν γράφετε σ΄ αυτή την παράδοση;

Ακόμα κι έτσι. Γράφω σ΄ αυτή την παράδοση και όταν επαναστατώ απέναντι της. Η εξέγερση είναι μια μορφή αγάπης. Πιστεύω ότι κάθε μεγάλη λογοτεχνία είναι σαν ένα παιχνίδι συναναστροφής. Ξεκινάς να ανακαλύψεις τι είδους συγγραφέας είσαι μέσα από την επαφή αλλά και την άρνηση των παλιότερων.

• Ζήσατε πολύ έξω, σπουδάσατε στη Γαλλία, μεταφράζετε γαλλική και αγγλική λογοτεχνία. Τι δεσμοί σάς συνδέουν με την άλλη μεγάλη παράδοση, τη δυτική;

Νομίζω ότι τα βιβλία μου σ΄ αυτήν ανήκουν, στην κλασική παράδοση του ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Είναι πολύ σημαντικοί για μένα οι Ρώσοι συγγραφείς (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι) όπως και το γαλλικό μυθιστόρημα του 19ου αιώνα (Σταντάλ, Φλομπέρ). Και έχω δυο θεούς, τον Τζόζεφ Κόνραντ και τον Τζέιμς Τζόις. Υπάρχει, δηλαδή, μια ολόκληρη οικογένεια Ευρωπαίων συγγραφέων που διαμόρφωσαν τη λογοτεχνία μου, το ίδιο, μπορεί και περισσότερο από τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία.

• Και μια ερώτηση που θα έχετε κουραστεί να απαντάτε. Τι συμβαίνει με σας και τον Κολομβιανό θεό Μάρκες; Σας άρεσε, σας αρέσει, σας επηρέασε; Πώς είναι να ζει ένας συγγραφέας στη σκιά του;

Καθόλου δεν έχω κουραστεί να την απαντάω, το νιώθω καθήκον μου. Μου αρέσει να θυμάμαι ότι το «100 χρόνια μοναξιά» ήταν ένα απ΄τα μυθιστορήματα που με έκαναν να θέλω να γίνω συγγραφέας. Οταν το διάβασα στα 16 μου, σκέφτηκα ότι αν μπορεί κάποιος να σαγηνεύει έτσι τον αναγνώστη, ναι, τότε ενδιαφέρομαι να γίνω συγγραφέας. Αλλά νομίζω ότι αυτή η μεγάλη ανακάλυψη του Γκαρσία Μάρκες, που την είπαμε «μαγικό ρεαλισμό», ήταν ένας νέος και χρήσιμος τρόπος να κοιτάξεις τον κόσμο τη δεκαετία του ΄60. Δεν είναι πια ούτε νέος ούτε χρήσιμος. Ενα από τα μεγάλα πράγματα που κάνει η λογοτεχνία είναι να μας διδάσκει νέους τρόπους εξερεύνησης και ερμηνείας του κόσμου. Ο μαγικός ρεαλισμός παραχρησιμοποιήθηκε, έγινε κλισέ. Ετσι, η υποχρέωσή μου ως συγγραφέα ήταν να βρω ένα νέο εργαλείο, διαφορετικό από τον μαγικό ρεαλισμό, για να εξερευνήσω τις δικές μου, προσωπικές εμμονές.

• Και τα δύο βιβλία σας αναφέρονται σε παλιές, σκοτεινές περιόδους της κολομβιανής Ιστορίας με σημείο, όμως, εκκίνησης το σήμερα. Είναι αυτός ο τρόπος σας να γράφετε μυθιστόρημα;

Θα ΄λεγα ότι είναι η λογοτεχνική στρατηγική μου. Αλλά δεν θεωρώ τα μυθιστορήματά μου ιστορικές αφηγήσεις. Εχουν θέμα τη μνήμη, αφορούν το παρελθόν, αλλά η αφήγηση γίνεται στο παρόν, οι αφηγητές μου λειτουργούν σαν ντετέκτιβ του παρελθόντος. Γιατί αυτό που με ενδιαφέρει είναι η ιδέα ότι το παρελθόν δεν είναι κάτι παγιωμένο, ότι συνεχίζει να αλλάζει, ότι είναι παρόν, ζει μαζί μας. Τα μυθιστορήματά μου έχουν εμμονή με την ιδέα ότι οι ζωές μας πλάθονται από το παρελθόν. Εκτός από στρατηγική είναι, όμως, και μια ηθική απόφαση. Νομίζω, δηλαδή, ότι ένα από τα καθήκοντά μας ως πολιτών, αλλά κι από τα σημαντικότερα πράγματα που κάνει η λογοτεχνία, είναι να προσπαθούμε να θυμηθούμε ό,τι οι άλλοι προσπαθούν να ξεχάσουν. Η λογοτεχνία είναι ο τρόπος που ανακάλυψε ο άνθρωπος για να κρατάει ζωντανό το παρελθόν τη στιγμή που πολύ ισχυρές δυνάμεις, οι κυβερνήσεις, τα κράτη, η επίσημη δημοσιογραφία και Ιστορία, προσπαθούν να καταπνίξουν τις άβολες αλήθειες.

• Δεν παίρνετε, όμως, θέση.

Φυσικά. Η διαφορά κακής από καλή λογοτεχνία είναι ότι η πρώτη δίνει απαντήσεις, η δεύτερη θέτει ερωτήσεις. Αυτό προσπαθώ να κάνω σε όλα μου τα μυθιστορήματα. Να θέσω ενδιαφέρουσες, δύσκολες ερωτήσεις και να τις εξερευνήσω με τον πιο ανοιχτό τρόπο.

• Καταφέρατε να βάλετε το θέμα του εμπορίου ναρκωτικών και στα δύο σας βιβλία. Στο κέντρο του ενός, στο φόντο του άλλου. Γιατί ήταν τόσο βασικό για τη λογοτεχνία σας ένα θέμα που έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από ταινίες και δημοσιογραφία;

Ενας από τους λόγους που έγραψα τον «Ηχο των πραγμάτων όταν πέφτουν» είναι γιατί συνειδητοποίησα ότι τα χρόνια της ναρκω-τρομοκρατίας στην Μπογκοτά είχαμε έναν τεράστιο όγκο από πληροφορίες, φωτογραφίες, στατιστικές, ρεπορτάζ, ακόμα και ταινίες και σίριαλ. Αλλά όλα αυτά αντιμετώπιζαν το θέμα από τα έξω. Αρχισα να σκέφτομαι πώς θα μπορούσαμε να ερευνήσουμε τις εσωτερικές πτυχές του, δηλαδή τις ηθικές και συναισθηματικές επιπτώσεις μιας τέτοιας περιόδου πάνω στους ανθρώπους. Αυτό κάνουν τα μυθιστορήματα - είναι το καλύτερο εργαλείο που έχουμε για να κοιτάμε τις ηθικές και συναισθηματικές επιπτώσεις των δημόσιων γεγονότων. Γεννήθηκα στις αρχές του ΄70, ακριβώς την εποχή που άρχισαν να φεύγουν από την Κολομβία για τις ΗΠΑ τα πρώτα αεροπλάνα γεμάτα με μαριχουάνα. Αρχισα να αναρωτιέμαι τι να σήμαινε για μια ολόκληρη γενιά, τη δική μου, να έχει γεννηθεί μαζί με το εμπόριο των ναρκωτικών, να έχει περάσει την εφηβεία της και ενηλικιωθεί ενώ εξελισσόταν ο ναρκω-πόλεμος. Οταν ήμουν παιδί είχα γνωρίσει μια πολύ ειρηνική χώρα, εκτός από τους γκερίλας στα βουνά, και μια πολύ ήρεμη Μπογκοτά. Οταν έγινα 11 χρόνων ο Πάμπλο Εσκομπάρ σκότωσε έναν υπουργό Δικαιοσύνης και ξεκίνησε τον πόλεμο εναντίων των πολιτών της Κολομβίας. Για εννέα-δέκα χρόνια, μέχρι να σκοτωθεί το 1993, οι Μπογκοτάνοι ζούσαμε σε εμπόλεμη ζώνη. Προσπαθούσαμε να κρατήσουμε μια κανονικότητα στις ζωές μας ενώ γύρω μας έσκαγαν βόμβες και σφύριζαν σφαίρες.

Η λογοτεχνία έχει καθήκον να θυμίζει τις άβολες αλήθειες Ο 42χρονος σήμερα Χουάν Γκαμπριέλ Βάσκες έγινε ανάρπαστος και διάσημος κυρίως με τα βιβλία του «Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν» και «Οι πληροφοριοδότες» |

• Γράψατε όμως το βιβλίο αυτό στην Ισπανία, πολύ μακριά από την πατρίδα σας. Η απόσταση το έκανε πιο εύκολο; Πιο δύσκολο;

Τον «Ηχο των πραγμάτων» και τους «Πληροφοριοδότες» μόνο από απόσταση θα μπορούσα να τα γράψω. Εφυγα από την Κολομβία το 1996, τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Εσκομπάρ, ενώ η Μπογκοτά εξακολουθούσε να είναι μια πολύ βίαιη πόλη, τα καρτέλ εξαπέλυαν αντεπίθεση. Εφυγα γιατί ήθελα να γίνω συγγραφέας. Το πρώτο μου βιβλίο ήταν μια συλλογή διηγημάτων, ερωτικές ιστορίες στη Γαλλία και το Βέλγιο, τις χώρες όπου είχα ζήσει. Και άρχισαν να με ρωτάνε, «γιατί δεν γράφεις για την Κολομβία, γιατί γράφεις για ζευγάρια στις βελγικές Αρδένες αντί για τον ναρκω-πόλεμο;». Απαντούσα ότι δεν καταλαβαίνω την Κολομβία, άρα δεν έχω το δικαίωμα να γράψω γι’ αυτή.

• Τι σας έκανε, τελικά, να την καταλάβετε και να γράψετε γι’ αυτή;

Καμιά απολύτως κατανόηση δεν υπήρξε. Το αντίθετο συνέβη: συνειδητοποίησα ότι το να μην καταλαβαίνεις κάτι είναι ο καλύτερος λόγος για να γράψεις γι΄ αυτό. Αυτή η αποκάλυψη μου ήρθε μόνο και μόνο επειδή είχα ζήσει έξι χρόνια στο εξωτερικό. Μου την επέτρεψαν η γεωγραφική, αλλά και χρονική απόσταση.

• Πώς έγινε δεκτός στην Κολομβία ο «Ηχος των πραγμάτων όταν πέφτουν»;

Είχε αμέσως επιτυχία. Εγινε κατά κάποιον τρόπο η φωνή μιας ολόκληρης γενιάς αναγνωστών. Ερχονταν και μου έλεγαν, «δεν είχαμε τις λέξεις να εκφράσουμε τι νιώθαμε, αλλά τώρα το βιβλίο μάς τις έδωσε».

• Επιστρέψατε στην Κολομβία. Αναρωτιέμαι πώς θα σας επηρεάσει αυτό ως συγγραφέα. Μήπως χάσετε τα πλεονεκτήματα της απόστασης που λέτε;

Εκανα στον εαυτό μου την ίδια ερώτηση. Ηδη δημοσίευσα ένα μικρό μυθιστόρημα που το έγραψα στην Κολομβία, λέγεται «Reputations» (σ.σ. το επόμενο βιβλίο του που θα κυκλοφορήσει από τον «Ικαρο»). Είναι η ιστορία ενός πολιτικού σκιτσογράφου σε εφημερίδα και τοποθετείται στο 2010. Το παράξενο είναι ότι επιστρέφοντας κατάλαβα καλύτερα τον τρόπο με τον οποίο δουλεύω: μπορώ να γράψω μόνο για πράγματα που μου φαίνονται περίεργα και ξένα. Επειτα από 16 χρόνια ζωής στο εξωτερικό εξακολουθώ να νιώθω την Κολομβία περίεργη, δεν αισθάνομαι άνετα ζώντας σ΄ αυτή. Ετσι η συνθήκη που χρειάζομαι για να γράφω εξακολουθεί να ισχύει. Νομίζουμε ότι οι συγγραφείς γράφουν για τις πόλεις τους επειδή τις γνωρίζουν. Λάθος. Ο λόγος που γράφουμε για τις πόλεις μας είναι επειδή νομίζαμε ότι τις ξέρουμε και ξαφνικά μας εξέπληξαν. Ανακαλύψαμε κάτι που δεν ξέραμε. Για μένα βγαίνουν ακόμα φαντάσματα σε κάθε γωνιά της Μπογκοτά.

• Και σε κάθε γωνιά της ιστορίας σας. Το θέμα με τις διώξεις των Γερμανών μεταναστών στην Κολομβία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πάνω στο οποίο στηρίξατε τους «Πληροφοριοδότες», όντως δεν το ξέρατε;

Οχι μόνο εγώ. Οταν βγήκε το βιβλίο ανακάλυψα ότι δεν το ήξεραν ακόμα και καλλιεργημένοι Κολομβιανοί που γνώριζαν πολύ καλά την Ιστορία της χώρας.

• Οι «Πληροφοριοδότες» γράφτηκαν μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001. Οι «λίστες» με τις οποίες καταστράφηκαν στην Κολομβία τόσες αθώες ανθρώπινες ζωές λόγω της γερμανικής τους καταγωγής θυμίζει λίγο τις επιθέσεις εναντίον μουσουλμάνων μετά τους Δίδυμους Πύργους.

Ενδιαφέρον, δεν έκανα, όμως, αυτή τη σύνδεση. Αντίθετα υπάρχει στον «Ηχο των πραγμάτων όταν πέφτουν». Γράφτηκε την εποχή της τρομοκρατικής επίθεσης στη Μαδρίτη. Ζούσα στη Βαρκελώνη, είχαμε κι εμείς δύο βομβιστικές απόπειρες στο μετρό, που η αστυνομία πρόλαβε την τελευταία στιγμή. Δηλαδή ο «Ηχος» γράφτηκε μια εποχή που η τρομοκρατία ήταν στο μυαλό όλων μας και ασχολείται με μια παλιότερη και εξαφανισμένη μορφή τρομοκρατίας, τη ναρκω-τρομοκρατία στην Μπογκοτά.

• Δεν υπάρχει πια τόσο μεγάλο πρόβλημα στην Κολομβία με τα ναρκωτικά;

Δεν υπάρχει πια η τρομοκρατία των καρτέλ. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το εμπόριο και τα ναρκω-δολάρια δεν είναι τεράστιο πρόβλημα. Χάρη σ΄ αυτά τροφοδοτούνται ακόμα οι αντάρτες του FARC και ο πόλεμός τους εναντίον του κράτους.

 

Ο λατινοαμερικάνικος λαϊκισμός απειλεί την ελευθερία του λόγου

• Εχουμε την τάση αυτόματα να τοποθετούμε τους Λατινοαμερικάνους συγγραφείς, με την εξαίρεση του Βάργκας Λιόσα, στην Αριστερά και δη την επαναστατική. Εσείς πού ανήκετε;

Είμαι αυτό που θα λέγαμε αριστερός φιλελεύθερος. Πιστεύω σε μια δημοκρατική Αριστερά σαν αυτή που υπάρχει στην Ευρώπη.

• Στην Ελλάδα μεγάλο μέρος του κόσμου, αλλά και της κυβέρνησης, θαυμάζει το καθεστώς του Τσάβες.

Είμαι πολύ κριτικός απέναντι στον λατινοαμερικάνικο λαϊκισμό. Νομίζω ότι αυτές οι κυβερνήσεις (ο Μαδούρο στη Βενεζουέλα, ο Κορέα στον Ισημερινό, ο Ορτέγα στη Νικαράγουα) αντιπροσωπεύουν φρικτές παλινδρομήσεις. Eίναι χώρες στις οποίες η ελευθερία της έκφρασης απειλείται συνεχώς, εφημερίδες εξαφανίζονται, όσοι κάνουν κριτική υποχρεώνονται να σιωπήσουν για να μη φυλακιστούν. Πολιτικές απόψεις οδήγησαν στη φυλακή ανθρώπους στη Βενεζουέλα, ακόμα και ηγέτες της αντιπολίτευσης. Τα δικαιώματα και οι ελευθερίες των πολιτών δεν έχουν καμιά αξία.

• Τι γνωρίζετε και πιστεύετε για την κρίση στην Ελλάδα;

Οσα έγραφαν και γράφουν οι ισπανικές εφημερίδες. Υπάρχει και σκεπτικισμός απέναντι στην κυβέρνησή σας, όχι μόνο υποστήριξη. Από μια απόσταση, μπορώ πάντως να δω ότι έχει ένα πολύ ισχυρό στοιχείο λαϊκισμού και έχω μάθει μέσα από την εμπειρία μου να μην τον εμπιστεύομαι. Στη Λατινική Αμερική πάντα οδήγησε στην απώλεια της ελευθερίας του λόγου. Πρέπει να το αποφύγετε.

 

Ο Σοφοκλής εξίσου ζωντανός με Μπόρχες

• Ανήκει η αρχαία ελληνική σκέψη σ’ αυτά που σας διαμόρφωσαν:

Δεν ισχύει, νομίζω, για πολλούς Λατινοαμερικανούς συγγραφείς, αλλά εγώ έχω ισχυρή συνείδηση του χρέους μου στην αρχαία ελληνική λογοτεχνία και σκέψη. Οταν γράφω νιώθω ότι έχω μέσα μου τον τρόπο με τον οποίο η τραγωδία κοίταζε τον κόσμο. Ο Σοφοκλής είναι για μένα το ίδιο ζωντανός με τον Μπόρχες. Οι αρχαίοι Ελληνες καθόρισαν την τέχνη μου. Για να μην πιάσω και την πολιτική, τη δημοκρατία. Γράφω για εφτά χρόνια μια εβδομαδιαία πολιτική στήλη σε εφημερίδα της Κολομβίας. Ο όγκος των ιδεών που παίρνω απευθείας από τον Αριστοτέλη είναι απίστευτος. Για παράδειγμα, χρησιμοποιώ αποσπάσματα από τα «Ηθικά» για να υπερασπιστώ το κοσμικό κράτος, την ανάγκη της νομιμοποίησης των ναρκωτικών και του γάμου των ομόφυλων ζευγαριών. Η Καθολική Εκκλησία είναι πολύ ισχυρή στην Κολομβία. Υπάρχει ένα τεράστιο σχίσμα μεταξύ των δημοκρατών και αυτών που χρησιμοποιούν θρησκευτικές ιδέες για να κρατήσουν καθηλωμένη την κοινωνία και τη χώρα μας.