Η λάθος διαδικασία

Η διαδικασία που ακολουθείται από τη Βουλή σε σχέση με τα εξοπλιστικά και τον Γιάννο Παπαντωνίου είναι δικονομικά λανθασμένη και πιθανότατα θα οδηγήσει σε παρενέργειες που θα παρεμποδίσουν τον επιδιωκόμενο σκοπό της γρήγορης τιμωρίας των ενόχων, θα βλαβεί δε και το κύρος της Βουλής.

Η Εισαγγελία απέστειλε δικογραφίες στη Βουλή επειδή θεώρησε ότι εμπλέκεται ο Παπαντωνίου.

Η Βουλή αποφάσισε, με ομοφωνία μάλιστα των κομμάτων του συνταγματικού τόξου, την υιοθέτηση της πρότασης της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. για συγκρότηση ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, με σκοπό τη διακρίβωση ή μη της ύπαρξης ενδείξεων τέλεσης από τον υπουργό αδικημάτων, ώστε κατόπιν, εάν υιοθετήσει το πόρισμα η Ολομέλεια της Βουλής, να αποφασίσει την άσκηση δίωξης με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (όπως τέτοια πλειοψηφία προβλέπει το αυτό άρθρο 86 του Συντάγματος και για τη συσταθείσα ήδη επιτροπή που προαναφέρθηκε).

Τα αδικήματα προς διερεύνηση είναι η απιστία και το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, ως περαιτέρω αποτέλεσμα της απιστίας.

Ομως, το μεν έγκλημα της απιστίας έχει παραγραφεί με τη γνωστή επονείδιστη διάταξη του άρθρου 86 παρ. 3 του Συντάγματος, καθόσον έχει περατωθεί προ πολλού χρόνου η δεύτερη τακτική σύνοδος της βουλευτικής περιόδου, που άρχισε μετά τη φερόμενη τέλεση του αδικήματος της απιστίας.

Το δε ξέπλυμα βρόμικου χρήματος (νομικά ως όρος: καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες) δεν υπάγεται για εκδίκαση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (Υπουργοδικείο), αλλά στα κοινά ποινικά δικαστήρια, δηλαδή στο Εφετείο Κακουργημάτων.

Εκεί ακριβώς δικάστηκε και ο Ακης Τσοχατζόπουλος για το ίδιο αδίκημα του ξεπλύματος, έχοντας για τον ίδιο λόγο παραγραφεί και το κύριο αδίκημα της απιστίας.

Το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος κατά παγία νομολογία δεν αφορά ποινικό αδίκημα που τελέστηκε κατά την άσκηση των καθαυτό υπουργικών καθηκόντων ώστε να εκδικαστεί από το Υπουργοδικείο, αλλά αποτελεί παράπλευρη και περαιτέρω συνέπεια του κυρίου αδικήματος.

Ως εκ τούτου, εάν συνεχιστεί η διαδικασία, θα χαθούν τουλάχιστον τρεις μήνες για τη λειτουργία της επιτροπής που συστάθηκε, εάν δεν παραταθεί η λειτουργία της, θα αποφασιστεί η άσκηση ποινικής δίωξης μόνο για το ξέπλυμα και θα αποσταλεί μετά η δικογραφία στο Ειδικό Δικαστήριο, όπου το πενταμελές δικαστικό του Συμβούλιο θα αποφανθεί ότι δεν είναι αρμόδιο (ή, ακόμη χειρότερα, θα αποφασίσει έτσι το Ανώτατο Δικαστήριο όταν συνεδριάσει δημόσια).

Ετσι, κατόπιν θα επιληφθεί εξ αρχής η Εισαγγελία Πρωτοδικών, και η όλη κοινοβουλευτική διαδικασία που προηγήθηκε θα θεωρηθεί πολύ ορθά ως μη νόμιμη, με τραυματισμό του κύρους της Βουλής.

Μόνη λύση αποτελεί η ανάκληση της απόφασης για τη σύσταση που έγινε της κοινοβουλευτικής επιτροπής, η λήψη απόφασης από την Ολομέλεια ότι έχει παραγραφεί το αδίκημα της απιστίας και η διαβίβαση της δικογραφίας για το ξέπλυμα στην Εισαγγελία Πρωτοδικών για την έναρξη της όλης ποινικής διαδικασίας (εκτός και εάν, διορθωτικά κινούμενη, πράξει αυτό κατόπιν η Ολομέλεια της Βουλής).

Απορώ δε, πώς έγκριτοι συνάδελφοι όλων των κομμάτων δεν έθεσαν τα θέματα αυτά στην Ολομέλεια και δέχτηκαν να συμμετάσχουν σε μη νόμιμες διαδικασίες (εκτός και εάν έκριναν ότι διαφορετικά θα βλαβούν επικοινωνιακά).

Οπως, επίσης, απορεί κανείς πώς από τους ανώτατους πολιτικούς παράγοντες μέχρι και όλους σχεδόν τους βουλευτές γίνεται λόγος συνεχώς για προανακριτική επιτροπή και όχι για επιτροπή προκαταρκτικής εξέτασης; Προφανώς για τη δημιουργία «μπούγιου».

Ακόμη και εάν δεν είχε παραγραφεί το καθαυτό υπουργικό αδίκημα της απιστίας, η Βουλή δεν έχει αρμοδιότητα σύστασης προανακριτικής επιτροπής, η οποία αφορά οποιαδήποτε πράξη μετά την άσκηση ποινικής δίωξης. Η Βουλή με το παραπάνω άρθρο 86 θα είχε αρμοδιότητα άσκησης ποινικής δίωξης και παραπομπής αμέσως μετά της υπόθεσης στο Υπουργοδικείο, το οποίο και θα διενεργούσε τακτική ανάκριση.

Πλην της άσκησης ποινικής δίωξης, ουδεμία άλλη αρμοδιότητα θα είχε.

Η δε Εισαγγελία ορθά διά του υπουργού Δικαιοσύνης διαβίβασε τη δικογραφία στη Βουλή, για να αποφανθεί η τελευταία ότι παρεγράφη η απιστία.

Τέλος, κατά την επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος, θα πρέπει να εξεταστεί η μη συμμετοχή συμβούλων Επικρατείας στο Υπουργοδικείο, οι οποίοι ως δικαστές δεν εκδικάζουν ποινικές υποθέσεις.

*Δικηγόρος, πρώην μέλος του Δ.Σ. του ΔΣΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ