Η κατάργηση της δωρεάν Παιδείας ξεσήκωσε τους νέους

xarilaos_trikoupis.jpg

Ο Χαρίλαος Τρικούπης, που επί ημερών του η Ελλάδα επτώχευσε. Ως πρωθυπουργός δέχτηκε στη Βουλή έντονη κριτική από τον Θ. Δηλιγιάννη, που υποστήριζε ότι με τα μέτρα του Τρικούπη «η κατωτέρα τάξις θα στερηθή τα αγαθά της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως». Ο Χαρίλαος Τρικούπης, που επί ημερών του η Ελλάδα επτώχευσε. Ως πρωθυπουργός δέχτηκε στη Βουλή έντονη κριτική από τον Θ. Δηλιγιάννη, που υποστήριζε ότι με τα μέτρα του Τρικούπη «η κατωτέρα τάξις θα στερηθή τα αγαθά της στοιχειώδους εκπαιδεύσεως».

Καλοκαιρινή «έκρηξη» στην Παιδεία προκάλεσε η επιβολή υπέρογκων διδάκτρων στη μέση και ανώτερη εκπαίδευση από την κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη.

Η επίσημη αιτιολογία για τη λήψη του μέτρου ήταν η κακή κατάσταση της οικονομίας. Στην πράξη, όμως, αποδείχτηκε ένα ταξικό μέτρο, που απέκλεισε από την εκπαίδευση πολλούς νέους κατώτερων και μεσαίων οικονομικών στρωμάτων.

Οι μεγάλες κινητοποιήσεις, που ξεκίνησαν από το καλοκαίρι του 1892 και κορυφώθηκαν το φθινόπωρο, με μεγάλες διαδηλώσεις και αιματηρές συγκρούσεις φοιτητών και μαθητών με αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις, ακόμα και μέσα στο Πανεπιστήμιο, αναδεικνύουν ορισμένα επιπλέον ενδιαφέροντα στοιχεία:

1. Οι φοιτητές είχαν ήδη διαμορφωμένη συνδικαλιστική συνείδηση, έχοντας μάλιστα συστήσει δύο φοιτητικούς συλλόγους, με μεγαλύτερη, όπως φαίνεται, τη «Φοιτητική Ενωση» και παίρνοντας τις σημαντικές αποφάσεις σε μαζικές συνελεύσεις.

2. Οι φοιτητικοί σύλλογοι κατήγγειλαν, εγγράφως, την παραβίαση του «πανεπιστημιακού ασύλου» από τις αστυνομικές και στρατιωτικές δυνάμεις, αναδεικνύοντας την ύπαρξη του ασύλου και κυρίως ανάγοντας την υπεράσπισή του σε σημαντικό ζήτημα.

3. Η κυβέρνηση Τρικούπη απειλούσε τους φοιτητές, που διαμαρτύρονταν, ότι θα έχαναν τη φοιτητική ιδιότητα και θα στρατεύονταν.

4. Στις διαδηλώσεις είχαν, από τότε, ρόλο αστυνομικοί με πολιτικά («των πλείστων, όμως, μεταμφιεσμένων», περιέγραφε, παραστατικά, στις 23.9.1892, η «Εφημερίς» του Δ. Κορομηλά) αλλά και αυτοί που ονομάστηκαν, σε πιο πρόσφατα χρόνια, «αγανακτισμένοι πολίτες».

Μπροστά στο υπουργείο των Οικονομικών βρίσκονταν «από της τρίτης ώρας σμήνος εκ των παρασίτων εκείνων όντων τα οποία αποτελούσι την αυλήν του κ. πρωθυπουργού, τακτικώτατα δε άνθρωποι της εσχάτης κοινωνικής υποστάθμης, με μαγκούρες, (…)», περιέγραφε, στο ίδιο ρεπορτάζ, η «Εφημερίς».

Η μεγάλη «έκρηξη» του 1892 στην Παιδεία… πυροδοτήθηκε, στις 7 Ιουλίου, μόλις δύο εβδομάδες μετά τον σχηματισμό της έκτης κυβέρνησης του Χ. Τρικούπη, που είχε προκύψει από την εκλογική νίκη του, στις 3 Μαΐου 1892.

Εκείνη την ημέρα, κατατέθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο, που τροποποιούσε ορισμένες διατάξεις του νόμου περί τελών και χαρτοσήμων.

Οι τροποποιήσεις αφορούσαν την επιβολή δυσβάστακτων διδάκτρων στη μέση εκπαίδευση (τότε αποτελείτο από το τριτάξιο «Ελληνικό σχολείο» και το τετρατάξιο «Γυμνάσιον». Ξεχωριστό ήταν το επτατάξιο Βαρβάκειο Λύκειο) και στο Πανεπιστήμιο.

Το νομοθετικό τέχνασμα φαίνεται να έγινε για να ξεπεραστεί η πρόβλεψη του άρθρου 16 του Συντάγματος του 1864 περί της δωρεάν παροχής της ανωτέρας εκπαιδεύσεως (υπήρχε και στο Σύνταγμα του 1844).

Στις 10 Ιουλίου, γίνεται η πρώτη συγκέντρωση φοιτητών στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου. Εκεί εγκρίνουν υπόμνημα, στο οποίο καταγγέλλουν ότι, με το νομοσχέδιο, επιβάλλονται, «υπό το πρόσχημα τελών χαρτοσήμου, φόροι βαρείς, άνισοι και καταθλιπτικοί εις την Παιδείαν, από των πρώτων τάξεων του Γραμματοδιδασκαλείου μέχρι και του πέρατος των εν τω Πανεπιστημίω σπουδών».

Μέχρι τότε, η δημόσια μέση εκπαίδευση ήταν δωρεάν, ενώ στο Πανεπιστήμιο τα τέλη ήταν πολύ χαμηλά και με πολλές εξαιρέσεις.

Είναι ενδεικτικό ότι, το 1869, προϋπολογιζόταν ότι το Πανεπιστήμιο θα εισέπραττε «από διπλώματα, αποφοιτήρια, εγγραφάς και μεταγραφάς εισιτηρίων κτλ.» 10.000 δραχμές, ενώ με τα νέα τέλη (και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) προϋπολογίζονταν ετήσια έσοδα 1.600.000 δραχμών!

Στην αιτιολογική έκθεση, που συνοδεύει το νομοσχέδιο, αναφέρεται ότι «η αύξηση των τελών των καταβαλλόμενων υπό των μαθητών των ελληνικών σχολείων των γυμνασίων και των φοιτητών (…) υπαγορεύεται μεν κυρίως υπό της δημοσίας οικονομικής καταστάσεως» και πως «δύναται δε να συντελέση ουκ ολίγον και εις την βελτίωσιν της τε μέσης και ανωτέρας παρ΄ ημίν εκπαιδεύσεως».

Οι «τρικουπικές» εφημερίδες, όπως η «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη, υπερασπίζονται το νομοσχέδιο, αλλά αναγνωρίζουν στην αρθρογραφία τους πως θα υπάρξει περιορισμός των εισακτέων στο Πανεπιστήμιο.

Βέβαια, αυτό προσπαθούν να το εμφανίσουν ως θετικό μέτρο, ισχυριζόμενοι ότι θα γινόταν αποσυμφόρηση σε επαγγέλματα, όπως γιατρών και δικηγόρων και θα διατίθεντο εργατικά χέρια για τα χωράφια.

Ομως, οι φοιτητές δεν πείθονταν από τέτοια «επιχειρήματα» και προχώρησαν, στις 12 Ιουλίου, στη διοργάνωση συλλαλητηρίου στους στύλους του Ολυμπίου Διός.

Τις επόμενες μέρες, 10μελής αντιπροσωπεία επεδίωκε συνάντηση με τον πρωθυπουργό και προωθούσε το υπόμνημα στη Βουλή και στη Σύγκλητο, με αίτημα να μην ψηφιστεί το νομοσχέδιο.

Ο Τρικούπης δεν δέχεται τους φοιτητές, ενώ η Σύγκλητος στη συνεδρίαση της 13ης Ιουλίου 1892, υπό τον πρύτανη Ιωάννη Πανταζίδη (1827-1900), δέχτηκε την επιτροπή των φοιτητών, αλλά επέλεξε να παίξει τον ρόλο του… Πόντιου Πιλάτου.

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τα επίσημα πρακτικά, η Σύγκλητος κατέληξε ομόφωνα ότι δεν θα μπορούσε να εκφέρει γνώμη, εκτός εάν προσκληθεί επί τούτω από το υπουργείο…

Εκείνες τις μέρες, στη Βουλή, γίνονταν έντονες συζητήσεις με πολλούς φοιτητές να παρακολουθούν από τα θεωρεία.

Ο μεγάλος αντίπαλος του Τρικούπη, Θ. Δηλιγιάννης υπογράμμισε ότι «η κατωτέρα τάξη θα στερηθή τα αγαθά της στοιχειώδους εκπαίδευσης», για να του αντιτείνει ο πρωθυπουργός πως «θα άκουγα τα πάντα, εφόσον προτείνονταν μέτρα για την εξεύρεση του 1.600.000 δρχ. που έχουν υπολογιστεί να εισπραχθούν με το νομοσχέδιο».

Η ψήφιση του νομοσχεδίου και οι καλοκαιρινές διακοπές φοιτητών και μαθητών εκτονώνουν προσωρινά τα πράγματα. Ομως, από τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, με την έναρξη των εγγραφών, οι αντιδράσεις κλιμακώνονται.

Οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες («Εφημερίς» 9.9.1892) σημειώνουν ότι στα επαρχιακά σχολεία μέσης εκπαίδευσης οι εγγραφές είναι ελάχιστες, καθώς «τα βαριά εκπαιδευτικά τέλη αποκλείουν ούτω τους πτωχούς μαθητάς να εξακολουθήσουν τας σπουδάς των».

Η ίδια εικόνα και στο Βαρβάκειο με τις εγγραφές να φτάνουν μόλις τις 11, ενώ στον Πειραιά ο δήμαρχος έκανε προσπάθειες να εξαιρεθεί από τα τέλη το τοπικό Γυμνάσιο, καθώς συντηρείτο από τον Δήμο.

Στο Πανεπιστήμιο δεν γίνονταν εγγραφές, καθώς φοιτητές και μαθητές είχαν προχωρήσει σε κατάληψη των Προπυλαίων, αποτρέποντας ουσιαστικά όποιον ήθελε να εγγραφεί.

Η κατάσταση δεν άλλαζε παρά τις κυβερνητικές απειλές για στράτευση όσων δεν εγγραφούν στο Πανεπιστήμιο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου. Αντίθετα, άρχισαν να διοργανώνονται μεγάλα συλλαλητήρια, με συμμετοχή πολλών φοιτητών και μαθητών, τα οποία κατέληγαν σε συγκρούσεις με τις δυνάμεις της αστυνομίας, της χωροφυλακής, ευζώνων ακόμα και του ιππικού.

Η Αθήνα περιγραφόταν ως στρατοκρατούμενη πόλη, ενώ οι συγκρούσεις μεταφέρονταν συχνά ακόμα και μέσα στο Πανεπιστήμιο, με τους ένοπλους ευζώνους να χτυπάνε τους φοιτητές με τους υποκόπανους των όπλων του, προκαλώντας έντονες αποδοκιμασίες από διερχόμενους πολίτες.

Στα επεισόδια τραυματίστηκαν πολλοί φοιτητές, ενώ έγιναν και συλλήψεις, με ορισμένους φοιτητές να οδηγούνται στη φυλακή!

Πρωταγωνιστικό ρόλο στα βίαια επεισόδια, που διήρκεσαν μέχρι τις πρώτες μέρες του Οκτωβρίου, είχε ο εκλεκτός του Τρικούπη διευθυντής της Αστυνομίας, Δημ. Μπαϊρακτάρης.

Ο διευθυντής της Αστυνομίας, Δημ. Μπαϊρακτάρης

Η εμφάνιση του Μπαϊρακτάρη, που έμεινε στην ιστορία για την αντιμετώπιση των κουτσαβάκηδων της Αθήνας, περιγραφόταν από τις αντιπολιτευόμενες εφημερίδες στη διάρκεια της φοιτητικής εξέγερσης ως εξής:

«Ο βλέπων τον τετράγωνον διευθυντήν της Αστυνομίας τόσον σοβαρώς απησχολημένον και έντρομον και κάτωχρον θα ενόμιζε ότι τουλάχιστον δύο Ομέρ Βρυώνηδες επήρχοντο κατά των Αθηνών».

Οι εφημερίδες αλλά κυρίως οι φοιτητές έκαναν έντονη κριτική στον πρύτανη, για την ανοχή του σε παραβιάσεις του πανεπιστημιακού ασύλου και μάλιστα είχαν καταθέσει σχετικό υπόμνημα.

Ομως, ο πρύτανης Ι. Πανταζίδης ενημέρωσε, σχετικά, τη Σύγκλητο, ύστερα από πολλές ημέρες, στις 10 Οκτωβρίου, λέγοντας ότι την αστυνομία την κάλεσε το Υπουργείο για «να φρουρήση τα δικαιώματα των νομοταγών φοιτητών, οίτινες ούτω αναθαρρόντες προσήρχοντο αθρόως και ενεγράφοντο εις το Μητρώο του Πανεπιστημίου».

Επίσης, στην ίδια συνεδρίαση, όπως αναφέρεται στα επίσημα πρακτικά της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο πρύτανης διάβασε αναφορά φοιτητών που ζητούσαν να διαμαρτυρηθεί η πρυτανεία για την επέμβαση της Αστυνομίας στη φοιτητική διαδήλωση.

«Η αναφορά, που είναι γεγραμμένη σε ύφος απειλητικόν και συνάμα ανευλαβώς προς τας πρυτανικάς αρχάς, απορρίπτεται», σημειώνεται.

Βέβαια, οι εγγραφές δεν ήταν τόσο… αθρόες όσο έλεγε ο πρύτανης. Μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου, είχαν εγγραφεί μόλις 35 φοιτητές, παιδιά κυβερνητικών βουλευτών και κρατικών υπαλλήλων, ενώ μετά τις διάφορες παρατάσεις ενεγράφησαν, τελικά, 2.062 φοιτητές, από τους οποίους 475 στο πρώτο έτος και 1.551 στα άλλα έτη.

Εναν χρόνο νωρίτερα, οι εγγραφές είχαν φτάσει στις 3.263, από τις 1.023 στο πρώτο έτος και 2.885 στα άλλα έτη.

Η εποχή της «Παιδείας για λίγους» άρχισε και συνεχίστηκε, για πολλά χρόνια, μέχρι το 1963, οπότε καθιερώθηκε η δωρεάν Παιδεία.

Το χαράτσι του Τρικούπη στην Παιδεία

Η Αθήνα το 1892 έμοιαζε ακόμη σαν χωριό, αν και οι εφημερίδες της εποχής, με αφορμή τα βιαια επεισόδια για την Παιδεία, την περιγράφουν ως στρατοκρατούμενη πόλη, με τους ένοπλους ευζώνους να χτυπάνε τους φοιτητές με τους υποκόπανους των όπλων του.

↳ Η Αθήνα το 1892 έμοιαζε ακόμη σαν χωριό, αν και οι εφημερίδες της εποχής, με αφορμή τα βιαια επεισόδια για την Παιδεία, την περιγράφουν ως στρατοκρατούμενη πόλη, με τους ένοπλους ευζώνους να χτυπάνε τους φοιτητές με τους υποκόπανους των όπλων του, προκαλώντας έντονες αποδοκιμασίες από διερχόμενους πολίτες

Δυσβάστακτο ήταν το οικονομικό κόστος για τη μέση ελληνική οικογένεια και πολύ περισσότερο για τα κατώτερα οικονομικά στρώματα προκειμένου να μορφώσει το παιδί της κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Πέρα από τα υπέρογκα τέλη, που επιβλήθηκαν από το 1892, οι οικογένειες έπρεπε να επωμιστούν και το κόστος διαβίωσης (στέγη, διατροφή κ.λπ.) του παιδιού στην Αθήνα, εάν επρόκειτο για το Πανεπιστήμιο ή σε κάποια άλλη μεγάλη επαρχιακή πόλη για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, καθώς δεν υπήρχαν, τότε, σχολεία στα χωριά.

Σε μια ενδιαφέρουσα έρευνα του κ. Κώστα Λάππα, με θέμα «Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα», διαβάζουμε ότι από το 1860 και μετά καταγράφεται μια διαρκής αύξηση του ποσοστού των φοιτητών από εύπορες οικογένειες, με περιουσία αξίας 13.000 δραχμών και άνω, για να φτάσει το 1886 στο 67,6%, με ανάλογη μείωση των κατώτερων και μεσαίων κατηγοριών (σ.σ. η περιουσία μιας μέσης οικογένειας κυμαινόταν μεταξύ 5.000 ή 6.000 έως 12.000 δρχ. Για μια μέση αγροτική οικογένεια η κινητή και ακίνητη περιουσία υπολογιζόταν σε περίπου 3.000 δρχ.).

Η επιβολή τελών στη μέση και ανώτατη εκπαίδευση ήταν, τελικά, ανυπέρβλητο εμπόδιο στη μόρφωση.

Με τον νόμο της κυβέρνησης Τρικούπη προβλεπόταν ότι:

Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση: Ο κάθε μαθητής του «ελληνικού σχολείου» θα πλήρωνε, κάθε χρόνο, για κάθε τάξη 35 δραχμές για εγγραφή πρώτου και δεύτερο εξαμήνου (20 και 15 δραχμές, αντίστοιχα) και για το ενδεικτικό προαγωγής της πρώτης τάξης 5 δραχμές, τη δευτέρας 10 δρχ. και για το απολυτήριο 15 δρχ.

Στο «Γυμνάσιον» ο κάθε μαθητής θα πλήρωνε, ετησίως, για εγγραφή 65 δραχμές (40 δραχμές για το πρώτο εξάμηνο και 25 δραχμές για το δεύτερο) και για τα ενδεικτικά προαγωγής 10 δραχμές και για το απολυτήριο 25 δραχμές.

Για το Πανεπιστήμιο, το κόστος ήταν πολύ μεγαλύτερο και διαφοροποιείτο ανάλογα με τη σχολή, με την Ιατρική να είναι η ακριβότερη.

Σε εφημερίδες της εποχής διαβάζουμε αναλυτικά παραδείγματα για το κόστος της κάθε σχολής και πώς αυτό διαμορφωνόταν.

Σε ρεπορτάζ της εφημερίδας «Ακρόπολη» (φ.11.7.1892) διαβάζουμε ότι ο φοιτητής της Θεολογικής Σχολής όφειλε να πληρώσει στη διάρκεια της τετραετούς φοίτησής του το συνολικό ποσό των 920 δραχμών, που αναλυόταν σε έξοδα εγγραφής σε κάθε εξάμηνο, εξέταστρα, έξοδα ασκήσεων κ.ά.

Αντίθετα, η φοιτητική εφημερίδα «Εθνική Ελπίς» της 15ης Αυγούστου 1892 υπολόγιζε το κόστος για την τετραετή φοίτηση στη Θεολογική Σχολή σε 1.030 δρχ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της φοιτητικής εφημερίδας στη Φιλοσοφική το αντίστοιχο ποσό διαμορφωνόταν σε 1.148 δρχ., στη Φυσικών Επιστημών σε 1.392 δρχ., στη Νομική 1.270 δρχ., στην Ιατρική 1.904 δρχ. και στη Φαρμακευτική, που ήταν τριετούς φοίτησης, 1.480 δρχ. [1] 

Σε αυτά τα χρήματα θα έπρεπε να προστεθούν και τα άλλα έξοδα διαβίωσης του φοιτητή στην Αθήνα, τα οποία στα τέλη του αιώνα υπολογίζονταν σε περίπου 100 δραχμές τον μήνα.

Είναι σαφές ότι, όταν ο μηνιαίος μισθός ενός μέσου ελληνοδιδασκάλου γύρω στο 1880 δεν έφτανε τις 200 δρχ., μια μέση οικογένεια δεν ήταν σε θέση να καλύπτει πλήρως τα έξοδα ενός φοιτητή, που ήταν, τελικά, υποχρεωμένος να εργάζεται για να εξοικονομήσει όσα δεν μπορούσε να του προσφέρει η οικογένειά του.

Σύμφωνα με μια καταγραφή των εξόδων ενός φοιτητή στην Αθήνα, που δημοσιεύτηκε στη φοιτητική εφημερίδα «Εθνική Ελπίς» (αρ. 2, 19 Αυγ. 1892) ένας φοιτητής χρειαζόταν 90 δρχ. τον μήνα: 50 δρχ. για τροφή, 15 για κατοικία, 5 για φωτισμό, 4 για πλυντικά, 5 για το καφενείο, 7 για ένδυση και υπόδηση και 4 για άλλα έκτακτα έξοδα.[2] 

«Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι, ενώ θεωρητικά το Πανεπιστήμιο ήταν ανοιχτό σε όλους τους μαθητές που τελείωναν το Γυμνάσιο, υπήρχαν ταξικού τύπου περιορισμοί που καθόριζαν τον βαθμό συμμετοχής των διαφόρων κοινωνικών ομάδων σ' αυτό», αναφέρεται στην έρευνα του κ. Λάππα.

Πηγές:

[1]  Εμμανουήλ Φυριππής, ομιλία με θέμα «Τα δίδακτρα στο ελληνικό Πανεπιστήμιο ως θεσμός (και) κοινωνικής ανισότητας. Φοιτητικές θέσεις, αντιλήψεις και παραδοχές με αφορμή τον νόμο ΒΝΔ του 1892», 5ο Επιστημονικό Συνέδριο Ιστορίας Εκπαίδευσης

[2]  Κώστας Λάππας «Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα», Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, Κέντρο Νεολληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., Αθήνα 2004.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας