Η Ελλάδα και η Τουρκία θα έχουν και άλλες ευκαιρίες

toyrkoi.jpg

ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ/ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ

Ο Εγκεμέν Μπαγκίς, πρώην υπουργός της Τουρκίας για ζητήματα Ε.Ε., δημοσίευσε άρθρο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» με τον αισιόδοξο τίτλο «Μια νέα ευκαιρία για την Ελλάδα και την Τουρκία: η έκδοση των προδοτών».

Το άρθρο αυτό εκθέτει τα έργα και τις ημέρες του Φ. Γκιουλέν και του κινήματός του, τα οποία οδήγησαν, όπως περιγράφει, στην ενορχήστρωση της αποτυχημένης απόπειρας πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016.

Κεντρική ιδέα του Ε. Μπαγκίς είναι ότι, καθώς μάλιστα τα σχέδια των γκιουλενιστών στην Τουρκία «δεν έχουν κανένα όριο», η έκδοση των οκτώ «προδοτών τρομοκρατών» (επί λέξει), που ζητούν άσυλο στην Ελλάδα, είναι μια μεγάλη ευκαιρία «για να έρθουν κοντά οι χώρες μας και οι λαοί μας».

Αποφάσισα να απαντήσω στον Ε. Μπαγκίς, χωρίς να εισέλθω στη συζήτηση γύρω από τη φύση του κινήματος των γκιουλενιστών, τη θέση του στο τουρκικό κράτος ή την απήχησή του στην κοινωνία.

Σε κάποια από αυτά που γράφει μπορούμε πιθανώς να συμφωνήσουμε – σε άλλα όχι. O κ. Μπαγκίς γνωρίζει πράγματα που εγώ δεν γνωρίζω, πιστεύει άλλα που εγώ δεν συμμερίζομαι, αλλά σε κάθε περίπτωση, το επίδικο στη συζήτηση για την έκδοση των οκτώ δεν είναι αυτό.

Εκείνο που ομολογουμένως μου προξενεί εντύπωση είναι ότι ο συντάκτης του κειμένου, άνθρωπος με γνώση των ευρωπαϊκών θεμάτων, παρακάμπτει απροσχημάτιστα κάτι θεμελιώδες: αντιμετωπίζει το ζήτημα στο πλαίσιο των διμερών σχέσεων, αναφέρεται στον πρωθυπουργό και καλεί την Ελλάδα να προχωρήσει στην έκδοση, ενώ ασφαλώς (θα έπρεπε να) γνωρίζει ότι, στην Ελλάδα και άλλα κράτη δικαίου, δεν αποφασίζουν οι πρωθυπουργοί για το αν θα πρέπει να εκδοθούν κάποιοι, αλλά οι δικαστές.

Για να κάνουμε μια ειλικρινή συζήτηση, ασφαλώς και οι δικαστές υφίστανται και αυτοί τις πιέσεις που θα υφίστατο ο οποιοσδήποτε στη δουλειά του· ούτε είμαι τόσο αφελής να πιστεύω ότι εκτελεστική με δικαστική εξουσία είναι δύο στεγανά που δεν συγκοινωνούν, υπογείως και πλαγίως ενίοτε.

Αλλο όμως το να μην είμαστε αφελείς και άλλο να γινόμαστε κυνικοί, να θεωρούμε Δικαιοσύνη και κυβέρνηση ένα πράγμα και να καταργούμε κανόνες δικαίου ζητώντας την έκδοση για λόγους διμερών σχέσεων.

Η Δικαιοσύνη αποφασίζει, είναι αρμόδια να αποφασίσει. Ας μην ξεχνάμε ότι, ειδικά στην Ελλάδα, υπάρχει και ένα τεκμήριο υπέρ του περί ου η έκδοση: ο υπουργός Δικαιοσύνης, που έχει τον τελευταίο λόγο, μπορεί να ανατρέψει απόφαση έκδοσης που θα εκδώσει το Συμβούλιο Εφετών, αλλά δεν μπορεί να ανατρέψει απόρριψη έκδοσης.

Ελπίζω ο κ. Μπαγκίς να μην έχει αξιώσεις να αλλάξει επί του προκειμένου την ελληνική νομοθεσία.

Για όλους αυτούς τους λόγους μετά την υποβολή του αιτήματος έκδοσης είχα επισημάνει ότι διάφορες διαρροές και απόψεις, εκ μέρους κυβερνητικών αξιωματούχων, υπέρ της έκδοσης δεν βοηθάνε.

Η σιωπή της κυβέρνησης εδώ πρέπει να είναι ο απόλυτος κανόνας. Στην Ελλάδα υπάρχουν αρμόδια όργανα. Και, κατά την προσωπική μου εκτίμηση, τα όργανα αυτά, δικαστικά όργανα, δύσκολα θα αποφασίσουν την έκδοση οκτώ ανθρώπων (γιατί και οι «προδότες τρομοκράτες» –για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Ε. Μπαγκίς– άνθρωποι είναι, με δικαιώματα) σε μια χώρα όπου:

Πρώτον, επικρέμαται η απειλή της επαναφοράς της θανατικής καταδίκης, δεύτερον, υπάρχουν τεκμήρια απάνθρωπης μεταχείρισης σε βάρος κατηγορουμένων και τρίτον, αλλά όχι έσχατο, δεν υπάρχει αυτό που ο ευρωπαϊκός νομικός πολιτισμός ονομάζει «δίκαιη δίκη».

Διότι το πρόβλημα στην Τουρκία σήμερα είναι κυρίως αυτό που διαφαίνεται από το κείμενο του Τούρκου πρώην υπουργού. Ακόμη κι αν ισχύει ότι οι δικαστές είναι όντως επιρροές του Φ. Γκιουλέν, δεν μπορεί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να τους διώχνει, έτσι απλά.

Οπως και ο πρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης δεν μπορεί να απολύσει τους δικαστές που πιθανώς αύριο εκδώσουν απόφαση απόρριψης της έκδοσης των οκτώ. Η νοοτροπία αυτή δείχνει πλέον ότι, σε αντίθεση με την καθησυχαστική διατύπωση του Ε. Μπαγκίς, «η δημοκρατία στην Τουρκία [δεν] χαίρει άκρας υγείας».

Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό που διακρίνει κανείς στη νοοτροπία του κυβερνώντος κόμματος στη γείτονα. Γράφει κάπου ο Ε. Μπαγκίς, ίσως χωρίς να σκέφτεται σε ποιο ακροατήριο απευθύνεται, πως «η πίστη σε μια αίρεση [τον γκιουλενισμό] δεν μπορεί ποτέ να συγχέεται με την πίστη στο κράτος».

Εδώ πραγματικά φαίνεται πως δυστυχώς βρισκόμαστε σε εντελώς άλλες συχνότητες.

Ετούτη η χώρα πέρασε διά πυρός και σιδήρου για να απαλλαγεί από το «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών» –αν και απομένουν κάποιες ακραίες φωνές στην Ορθόδοξη Εκκλησία να το φωνάζουν–, αλλά κανείς αξιωματούχος της πολιτείας δεν θα μπορούσε να πει σήμερα ότι η πίστη σε μια αίρεση παραβιάζει την πίστη στο κράτος.

Εδώ δηλαδή έχουμε δομικό πρόβλημα συνεννόησης με την άποψη που κυβερνά σήμερα στη γείτονα, που είναι απειλητικό.

Εν κατακλείδι. Δυστυχώς, όπως ήταν προβλέψιμο ήδη από τις πρώτες ώρες της αποτροπής της απόπειρας πραξικοπήματος –την οποία αποτροπή ο δημοκρατικός κόσμος επιδοκίμασε–, η πορεία του πολιτεύματος στην Τουρκία είναι δυστυχώς πολύ δυσάρεστη.

Πρώτα απ’ όλα για τον ίδιο τον τουρκικό λαό και κατόπιν για τους υπόλοιπους, με πρώτους τους γείτονες. Στην Ελλάδα ανέκαθεν υπήρχαν άνθρωποι που ανησυχούσαν και θλίβονταν όταν τα πράγματα στην Τουρκία δεν πήγαιναν καλά.

Και ανησυχούσαν και από ένα αίσθημα αλληλεγγύης και εγγύτητας, αλλά και από σωφροσύνη, για λόγους που συνδέονται με την ασφάλεια της περιοχής.

Υπήρχαν, βέβαια, και άλλοι, άφρονες εθνικιστές που θεωρούσαν και θεωρούν πως a priori τα προβλήματα της Τουρκίας είναι καλά για μας και μας ευνοούν, μόνο και μόνο επειδή είναι προβλήματα του «εχθρού». Κάτι ανάλογο, δοθέντων των συσχετισμών, ίσχυε και ισχύει και στην Τουρκία.

Η τουρκική κυβέρνηση μέχρι σήμερα δεν ακολούθησε μια τέτοια μικρόνουν πολιτική αντιμέτωπη με μια Ελλάδα βυθισμένη στην κρίση. Και αυτό, ασφαλώς, το καταγράφει κανείς στα θετικά. Ταυτόχρονα, η πρώτη χώρα που έχει σοβαρούς λόγους να μη θέλει μια Τουρκία βυθισμένη στη διπλωματική της απομόνωση είναι η Ελλάδα.

Τίποτε, όμως, στην πολιτική δεν είναι απροϋπόθετο. Η Τουρκία πρέπει να καταλάβει πως κανένα παιχνίδι δεν παίζεται χωρίς κανόνες.

* προέδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (FIDH), Πάντειο Πανεπιστήμιο