Η αποδυνάμωση του δήμου

Τζοβάνι Σαρτόρι
Στις 4 Απριλίου 2017 πέθανε, στα 92 του χρόνια, ο Τζιοβάνι Σαρτόρι, ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς επιστήμονες της σύγχρονης εποχής.

Θεωρητικός της δημοκρατίας με διεθνή φήμη και αναγνώριση, είχε διδάξει σε γνωστά αμερικανικά και ιταλικά Πανεπιστήμια, ενώ τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου.

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Σαρτόρι «Homo videns» (Laterza, 1997).

Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία ο «δήμος» ασκεί την εξουσία του εκλέγοντας εκείνους που θα τον κυβερνήσουν.

Σε αυτή την περίπτωση ο λαός δεν αποφασίζει για λογαριασμό του τα θέματα -ποια είναι η λύση που πρέπει να δοθεί στα προς επίλυση ζητήματα- αλλά περιορίζεται στο να επιλέγει εκείνους που θα αποφασίσουν.

Το πρόβλημα είναι ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία δεν μας ικανοποιεί πλέον, ότι ζητάμε «περισσότερη δημοκρατία» που σημαίνει αυξανόμενες δόσεις άμεσης δημοκρατίας.

Πράγματι τα δημοψηφίσματα γίνονται συχνότερα και τα ζητούν όλο και περισσότερο.

Και η διακυβέρνηση μέσω δημοσκοπήσεων καταλήγει να είναι στην πράξη μια πίεση από τα κάτω, που παρεμβαίνει δραστικά στη διαδικασία επίλυσης των προβλημάτων.

Υποτίθεται ότι αυτή θα είναι περισσότερη δημοκρατία.

Για να είναι όμως αληθινά περισσότερη δημοκρατία, σε κάθε αύξηση της εξουσίας του δήμου θα έπρεπε να αντιστοιχεί μια αύξηση της γνώσης του δήμου.

Διαφορετικά η δημοκρατία γίνεται ένα σύστημα διακυβέρνησης στο οποίο εκείνοι που αποφασίζουν είναι οι πιο αδαείς.

Γίνεται δηλαδή ένα αυτοκτονικό σύστημα διακυβέρνησης. Διαφορετικά από τους προοδευτικούς του συρμού, οι προοδευτικοί του παρελθόντος δεν προσποιούνταν ποτέ ότι δεν κατανοούν πως κάθε πρόοδος της δημοκρατίας -της αυθεντικής εξουσίας του λαού- εξαρτιόταν από έναν «δήμο» που συμμετέχει, ενδιαφέρεται και είναι πληροφορημένος για την πολιτική.

Ωστόσο εδώ και έναν αιώνα αναρωτιόμαστε ποια είναι η αιτία του υψηλού βαθμού αδιαφορίας και άγνοιας του μέσου πολίτη.

Είναι το κρίσιμο ερώτημα. Επειδή αν δεν υπάρχει διάγνωση, δεν υπάρχει και θεραπεία.

Οταν διεξαγόταν η μάχη για την επέκταση της ψήφου, στην αντίρρηση ότι οι περισσότεροι δεν γνώριζαν να ψηφίζουν, ότι δηλαδή δεν ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσουν αυτό το εργαλείο, δινόταν η απάντηση ότι για να μάθουν να ψηφίζουν έπρεπε να έχουν δικαίωμα ψήφου.

Και στην αντίρρηση ότι αυτή η μαθητεία δεν προόδευε, απαντούσαν ότι οι παράγοντες που την μπλόκαραν ήταν η φτώχεια και ο αναλφαβητισμός. Πράγμα αναμφισβήτητο.

Παραμένει ωστόσο το γεγονός ότι η μείωση της φτώχειας και η ισχυρή διάδοση της εκπαίδευσης δεν βελτίωσαν σημαντικά την κατάσταση.

Κατανοούμε ότι η εκπαίδευση είναι σημαντική. Είναι όμως εύκολο να καταλάβουμε το γιατί μια γενική αύξηση του επιπέδου εκπαίδευσης δεν συνεπάγεται από μόνη της μιαν ειδική αύξηση του κοινού που είναι πληροφορημένο για τα δημόσια πράγματα.

Γιατί ένας χημικός, ένας γιατρός, ένας μηχανικός δεν έχουν μια ειδική πολιτική γνώση που να τους διακρίνει από όσους δεν την διαθέτουν.

Θα πουν για την πολιτική τις ίδιες κοινοτοπίες ή ανοησίες που μπορούν να ειπωθούν από οποιονδήποτε.

Μέχρι τώρα δεν επέμεινα στη διάκριση μεταξύ πληροφόρησης και ειδημοσύνης.

Είναι ωστόσο μια θεμελιώδης διάκριση. Το ότι εγώ είμαι πληροφορημένος για την αστρονομία δεν με μετατρέπει σε αστρονόμο, το ότι είμαι πληροφορημένος για το πώς πάει η οικονομία δεν με κάνει οικονομολόγο και το ότι είμαι πληροφορημένος για τη φυσική δεν με μετατρέπει σε φυσικό.

Ανάλογα, όταν μιλάμε για πρόσωπα «πολιτικά εκπαιδευμένα», οφείλουμε να διακρίνουμε μεταξύ εκείνου που είναι πληροφορημένος για την πολιτική και εκείνου που διαθέτει τις ειδικές γνώσεις για να επιλύει τα προβλήματα της πολιτικής.

Το ζήτημα δεν είναι προφανώς να γνωρίζουμε ακριβώς πόσοι είναι οι πληροφορημένοι που παρακολουθούν τα πολιτικά γεγονότα σε σχέση με τους ειδήμονες που γνωρίζουν πώς να τα επιλύσουν (ή που γνωρίζουν ότι δεν γνωρίζουν).

Το ζήτημα είναι ότι κάθε μεγιστοποίηση της εξουσίας του δήμου, κάθε αύξηση της άμεσης δημοκρατίας, απαιτεί να αυξηθούν οι πληροφορημένοι και ταυτόχρονα να αυξηθεί η ειδημοσύνη, η γνώση και η κατανόηση.

Αν αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία πορευόμαστε, τότε προκύπτει ένας ενισχυμένος δήμος, ικανός να κάνει περισσότερα και καλύτερα από πριν.

Αν όμως αυτή η κατεύθυνση πορείας αντιστρέφεται, τότε φτάνουμε σε έναν αποδυναμωμένο δήμο. Πράγμα που είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει.

Η τηλεόραση φτωχαίνει δραστικά την πληροφόρηση και την εκπαίδευση του πολίτη.

Ο κόσμος σε εικόνες, που μας προτείνεται από τις τηλεοπτικές οθόνες, απενεργοποιεί την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε με αφηρημένες έννοιες και μαζί με αυτήν την ικανότητά μας να κατανοούμε τα προβλήματα και να τα αντιμετωπίζουμε ορθολογικά.

Σε αυτές τις συνθήκες όποιος επικαλείται και προωθεί έναν δήμο που αυτοκυβερνιέται είναι ένας αδίστακτος απατεώνας ή απλώς ένας ανεύθυνος, ένας ασυνείδητος ανοιχτοχέρης. Και όμως αυτό γίνεται.

Πολιορκούμαστε από αβανταδόρους που μας συστήνουν με μεγάλα σαλπίσματα νέους μηχανισμούς συναίνεσης και άμεσης παρέμβασης των πολιτών στις κυβερνητικές αποφάσεις, αλλά που σωπαίνουν σαν μούμιες για την προϋπόθεση του λόγου, δηλαδή σχετικά με εκείνο που οι πολίτες γνωρίζουν ή δεν γνωρίζουν για τα ζητήματα για τα οποία θα έπρεπε να αποφασίζουν.

Η υποψία ότι αυτό είναι το πρόβλημα ούτε καν περνάει από τον νου τους.

Οι «αμεσοδημοκράτες» μοιράζουν διπλώματα οδήγησης χωρίς να αναρωτιούνται αν οι διπλωματούχοι ξέρουν να οδηγούν.

Η συνολική εικόνα είναι επομένως τούτη: ενώ η πραγματικότητα γίνεται πιο περίπλοκη και οι πολυπλοκότητες αυξάνονται ιλιγγιωδώς, ο νους των ανθρώπων γίνεται πιο απλοϊκός και ανατρέφουμε ένα παιδί της οθόνης που δεν μεγαλώνει, έναν ενήλικο που εκδηλώνει σε όλη του τη ζωή έναν παλιμπαιδισμό.

Αξίζει να προσθέσουμε ότι σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε έναν δήμο αποδυναμωμένο όχι μόνο στην ικανότητά του να κατανοεί και στην αυτονομία της γνώμης του, αλλά και με όρους «απώλειας κοινότητας».

Ο Ρόμπερτ Πάτναμ έχει σε μεγάλο βαθμό καταδείξει πως στις Ηνωμένες Πολιτείες συντελείται μια διάβρωση του «κοινωνικού κεφαλαίου», νοούμενου ως δεσμών κοινωνικής αλληλεγγύης και εμπιστοσύνης.

Τα δεδομένα του Πάτναμ δεν με πείθουν πάντα. Σίγουρα όμως το να στέκεσαι μπροστά στην οθόνη σε κλείνει στο σπίτι και σε απομονώνει στο σπίτι.

Η τηλεόραση δημιουργεί ένα «μοναχικό πλήθος» ακόμα και μεταξύ των εσωτερικών τοίχων του σπιτιού.

Αυτό που μας περιμένει είναι μια ηλεκτρονική μοναξιά: η τηλεοπτική οθόνη που περιορίζει στο ελάχιστο τις οικιακές ανθρώπινες επαφές και έπειτα το διαδίκτυο που τις μετατοπίζει και τις μετασχηματίζει σε αλληλεπιδράσεις μέσω μηχανών μεταξύ μακρινών προσώπων.

Και εξαιτίας αυτών των επιπτώσεων επομένως είναι δύσκολο να βρεθούμε σε χειρότερη θέση από τη σημερινή για τους σκοπούς μιας δημοκρατίας, στην οποία ο δήμος θα έπρεπε να διευθύνει συμμετέχοντας σε ένα σύστημα εξουσίας του λαού.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ