Η αλβανική ουρά της «Κόκκινης Προβιάς»

cia-alvania.jpg

Κτιριακές εγκαταστάσεις στις σημερινές Αλκυονίδες. Κατάλοιπα από το ψυχροπολεμικό στρατόπεδο της CIA; Κτιριακές εγκαταστάσεις στις σημερινές Αλκυονίδες. Κατάλοιπα από το ψυχροπολεμικό στρατόπεδο της CIA;

«Οι μυστικές επιχειρήσεις δεν πρέπει να συγχέονται με την ιεραποστολική δράση»

Χένρι Κίσινγκερ (κατάθεση στην Επιτροπή Πάικ, 1975)

Στο σημερινό τρίτο (και τελευταίο) αφιέρωμά μας στις ψυχροπολεμικές παραστρατιωτικές επιχειρήσεις της CIA και της Ιντέλιτζενς Σέρβις στην Αλβανία με ορμητήριο την Ελλάδα (επιχειρήσεις «Διάβολος»/«OBOPUS» και «Πολύτιμος») θα σκιαγραφήσουμε τη σχετική εμπλοκή των ελληνικών κυβερνήσεων και μηχανισμών ασφαλείας, όπως αυτή τεκμηριώνεται από τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία της CIA.

Μια πρώτη βασική διαπίστωση είναι η στενή διαπλοκή αυτών των δραστηριοτήτων με το στήσιμο των ακροδεξιών μηχανισμών «ανορθόδοξου πολέμου», που στην περίπτωση της Ελλάδας έγιναν γνωστοί σαν «Πρόγραμμα Κόκκινη Προβιά».

Η τακτική ενημέρωση του Λάνγκλεϊ γι’ αυτή την τελευταία (κωδικός: JBEDICT) γίνεται στα ίδια καθημερινά δελτία αναφορών (Daily Progress Reports) του αθηναϊκού κλιμακίου της CIA, τα οποία καταγράφουν και την πρόοδο των επιχειρήσεων κατά της Αλβανίας (BGFIEND), της Βουλγαρίας (QKSTAIR) και της Ρουμανίας (QKBROIL).

Εξ ου και τα εν λόγω δελτία αποχαρακτηρίστηκαν -εν μέρει- βάσει του αμερικανικού Νόμου για την Αποκάλυψη των Εγκλημάτων Πολέμου, ενώ τα έγγραφα του «Σχεδίου Ελλάδα» (Cοuntry Plan Greece), την ύπαρξη του οποίου μαθαίνουμε παρεμπιπτόντως, παραμένουν εξ ολοκλήρου απόρρητα.

Οπως διαβάζουμε σε μια πρώιμη ανασκόπηση αυτών των προγραμμάτων [17/47/30.6.51], το JBEDICT υλοποιούνταν από κοινού με την Ιντέλιτζενς Σέρβις και τις ελληνικές υπηρεσίες, περιλάμβανε «ανατρεπτικές - παραστρατιωτικές επιχειρήσεις, επιχειρήσεις ψυχολογικού πολέμου - προπαγάνδας, πολιτικές επιχειρήσεις κι επιχειρήσεις οικονομικού πολέμου, ιδίως όσες έχουν διαρκή χαρακτήρα», κι είχε αποστολή «να συμβάλει στη διασφάλιση των στρατηγικών και πολιτικών συμφερόντων των ΗΠΑ στην ίδια την Ελλάδα» (σ.14-15).

Το ίδιο έγγραφο διαβεβαιώνει πως ο μηχανισμός του JBEDICT, δηλαδή η Κόκκινη Προβιά, «παρείχε εκτεταμένη υποστήριξη στις επιχειρήσεις QKSTAIR και BGFIEND» στη Βουλγαρία και την Αλβανία (σ.15).

Η «Γαλάτεια» και τα ΠΚΠ

Χαρτογραφική αποτύπωση του μηχανισμού της CIA για την «Επιχείρηση FIEND/OBOPUS» Χαρτογραφική αποτύπωση του μηχανισμού της CIA για την «Επιχείρηση FIEND/OBOPUS» |

Ποιες ελληνικές υπηρεσίες εμπλέκονταν -και πώς- στις αμερικανικές επιχειρήσεις κατά της Αλβανίας;

Σύμφωνα με την ενδοϋπηρεσιακή επισκόπηση ασφαλείας που πραγματοποιήθηκε μετά το φιάσκο της «Ομάδας Μηλιά», το πρόγραμμα προϋπέθετε στενή συνεργασία της CIA με δυο ελληνικές υπηρεσίες: την ΚΥΠ (ΔΥΠΛ το 1949-51 και ΚΥΠΕ το 1951-53) και τη Διεύθυνση Αλλοδαπών (Δ.Α.) του υπουργείου Εσωτερικών, όπως είχε μετονομαστεί επί Μεταξά η Υπηρεσία Ασφαλείας του Κράτους (ΥΑΚ).

Σε πολλά έγγραφα της CIA, αυτή η δεύτερη αναφέρεται συνθηματικά με τον κωδικό «Γαλάτεια» (Galatea).

Οι υπηρεσίες της Δ.Α. περιελάμβαναν κάθε δραστηριότητα που δεν είχε άμεση σχέση με τις διεισδύσεις στην Αλβανία: παροχή πλαστών ταυτοτήτων για τους Αλβανούς πράκτορες, μεταφορά των τελευταίων από και προς τα προσφυγικά στρατόπεδα του Λαυρίου και της Σύρου, επιτήρησή τους κατά την εκεί παραμονή τους, κράτηση και εκτόπισή τους στα νησιά όταν θεωρούνταν ύποπτοι ή εν γένει προβληματικοί, αλλά και «ξεκαθάρισμα της κατάστασης, όταν οι πράκτορες μπλέξουν σε μπελάδες με τον ντόπιο πληθυσμό» [6/41/11.2.54].

Λεπτομέρειες αυτής της συνεργασίας καταγράφονται σε διάφορα επιχειρησιακά ντοκουμέντα.

Η «Γαλάτεια» ειδοποιείται λ.χ. από τη CIA για τις τριβές μεταξύ αντιφρονούντων προσφύγων στο στρατόπεδο του Λαυρίου [7/22/29.3.54], προμηθεύει έμπιστη καθαρίστρια στο «Εργαστήρι Προπαγάνδας» της Εθνικής Επιτροπής για Ελεύθερη Αλβανία (NCFA) [23/86/9.12.52], κανονίζει την εισαγωγή Αλβανού πράκτορα σε ελληνικό νοσοκομείο για εγχείρηση στα νεφρά [23/76/17.11.52], αλλά και «οργίζεται» για τις εθνικιστικές δραστηριότητες κάποιου άλλου [27/36/26.2.54].

Μολονότι δεν κατονομάζεται, η ίδια υπηρεσία είναι προφανώς αυτή που κινείται για τη ματαίωση της ποινικής δίωξης Αλβανού πράκτορα που είχε μπλέξει με την παρέα του σε αιματηρό καυγά στο Μενίδι [29/41/7.4.55].

Οταν, τέλος, ο υπάλληλος της CIA ο αρμόδιος για την ανάκριση των νεοαφιχθέντων Αβανών προσφύγων έχει αναδουλειές, «εργάζεται πάνω σε παλιές αναφορές στα γραφεία της Galatea» [26/29.20.11.53].

Οι απλές αστυνομικές υπηρεσίες περιορίζονται αντίθετα σε πιο πεζά καθήκοντα, όπως η εύρεση εργασίας στα Βίλια σ’ έναν Αλβανό πρώην πράκτορα, μετά την απόλυσή του από πτηνοτροφείο των Μεγάρων [29/32/11.3.55].

Διαφορετικής τάξης υπήρξε η σχέση της ΚΥΠ με το πρόγραμμα. Σε διπλανή στήλη δημοσιεύουμε αυτούσιο έγγραφο της CIA (3/2/1954), όπου περιγράφεται αναλυτικά η συνεργασία των δυο υπηρεσιών κατά τις διεισδύσεις των ένοπλων ομάδων της «Επιχείρησης OBOPUS» στο αλβανικό έδαφος και κατονομάζονται οι εμπλεκόμενοι Ελληνες αξιωματικοί και πράκτορες.

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει εδώ στο ακρωνύμιο «ΠΚΠ», με το οποίο υποδηλώνονται οι κόμβοι του εγχώριου δικτύου υποστήριξης των δραστηριοτήτων της CIA.

Στη στρατιωτική ορολογία, τα αρχικά αυτά σημαίνουν «Προκεχωρημένον Κέντρον Πληροφοριών» και τα συναντάμε κυρίως σε έντυπα απόστρατων καταδρομέων.

Την εποχή εκείνη, οι Λόχοι Ορεινών Καταδρομών (ΛΟΚ) είχαν αναλάβει το στήσιμο των υποδομών της «Κόκκινης Προβιάς», τα δε ΠΚΠ λειτουργούσαν ως παραμεθόρια κέντρα συλλογής πληροφοριών και διεξαγωγής μυστικών επιχειρήσεων (Αλέξης Παπαχελάς, «Ο βιασμός της ελληνικής Δημοκρατίας», Αθήνα 1997, σ.24-5).

Από επιχειρησιακή αναφορά της CIA διαπιστώνουμε ότι τα ΠΚΠ αποτελούσαν υβρίδιο ΚΥΠ και στρατού, το οποίο περιελάμβανε όχι μόνο αξιωματικούς ή υπαλλήλους της πρώτης, αλλά και φαντάρους [7/21/6.3.54, σ.8].

Η σύμπτωση του ακρωνυμίου με τα αρχικά του «Προγράμματος Κόκκινη Προβιά» ίσως δεν είναι, λοιπόν, καθόλου τυχαία.

Σε μια πρώτη φάση, ο συντονισμός της CIA με τις ελληνικές υπηρεσίες γινόταν σε κλαδικό επίπεδο, μακριά από κάθε κεντρικό έλεγχο.

Στη συνέχεια περνούσε από κάποια κεντρική υπηρεσία, μάλλον την Αμερικανική Στρατιωτική Αποστολή (JUSMAAG), το όνομα της οποίας έχει λογοκριθεί κατά τον αποχαρακτηρισμό του σχετικού εγγράφου (6/41/11.2.54).

Για τον κεντρικό αυτό συντονισμό, αποκαλυπτικές είναι οι πληροφορίες που αντλούμε από δυο πολυσέλιδα έγγραφα του 1954.

Στις 14 Μαΐου, δυο πράκτορες της CΙΑ συναντήθηκαν στην Αθήνα με ηγετικό στέλεχος της ΚΥΠ, το οποίο αναφέρεται με τον κωδικό «GADROON» (Ωοειδής), και τους ταγματάρχες της ίδιας υπηρεσίας Παναγόπουλο και Κολιοπούλη (ή Κολιόπουλο), για να κανονίσουν από κοινού τις λεπτομέρειες της επικείμενης διείσδυσης μιας τριμελούς ομάδας της CIA στην περιοχή της Κονίσπολης.

Η ΚΥΠ πρόσφερε κρησφύγετο και συνδέσμους, ζήτησε να εφοδιάσει τους πράκτορες (και) με δικά της αιτήματα πληροφοριών, ενημέρωσε δε τους συνομιλητές της για την πρόσφατη συμπλοκή μιας δικής της αποστολής με αλβανική φρουρά στην ίδια περιοχή [27/91/18.5.54].

Οι συνεννοήσεις συνεχίστηκαν στα Γιάννενα, όπου το ντουέτο της CIA έφτασε αεροπορικά στις 18 Μαΐου.

Ο επικεφαλής της τοπικής ΚΥΠ, ταγματάρχης Θωμαΐδης, τους πήγε στο Φιλιάτι, όπου το Τάγμα Προκαλύψεως τους παραχώρησε έναν υπολοχαγό και 4 φαντάρους ως συνοδεία.

Στη Σαγιάδα, πράκτορες κι αξιωματικοί μασκαρεύτηκαν σαν ελληνική στρατιωτική περίπολος για να μην τραβήξουν την προσοχή των απέναντι φυλακίων· επέλεξαν το σημείο της μελλοντικής διείσδυσης, έβγαλαν φωτογραφίες κι αποχώρησαν.

Την επομένη, Θωμαΐδης και CIA διάλεξαν την παραλία κοντά στην Ηγουμενίτσα, όπου στις 27/5 θ’ αποβιβάζονταν οι Αλβανοί πράκτορες, για να τους παραλάβουν ο Θωμαΐδης μ’ έναν έμπιστο φαντάρο.

Ο ένας πράκτορας επέστρεψε στην Αθήνα, ενώ ο άλλος έμεινε στα Γιάννενα για να ολοκληρώσει την προετοιμασία [27/103/26.6.54].

Την εικόνα ολοκληρώνει η εκτέλεση εντολών της CIA για περιορισμό των «απόβλητων» πρακτόρων της σε ασφαλή μετόπισθεν της ελληνικής ενδοχώρας.

«Σε συμφωνία με την ελληνική υπηρεσία», διαβάζουμε σε έκθεση του 1951, «ορισμένοι απόβλητοι στάλθηκαν την 1η Φεβρουαρίου αεροπορικά στην Ελλάδα κι έχουν σήμερα τακτοποιηθεί σε διάφορα ορεινά χωριά» [16/22/31.3.51].

Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, διευκρινίζεται πως «οι απόβλητοι που κρατούνται από τους Ελληνες στην Πελοπόννησο είναι άκρως ενοχλητικοί, καθώς έχουν πικραθεί και ορκίζονται πως θα τα βάλουν ακόμη και μ’ εμάς» [18/2/3.8.51].

Εναν χρόνο μετά, κάποιοι άλλοι «φυλάσσονται» στη Μήλο και το Ναύπλιο [23/76/17.11.52].

Τον Νοέμβριο του 1953, Αλβανός πράκτορας που τα παράτησε «εξορίστηκε στο νησί Τήνος» [7/21/6.3.54].

Το 1955, τέλος, ένας απολυμένος συνάδελφός του «κρατείται στο ελληνικό νησί Πάρος, μέχρι να μπορέσει να μετακομίσει αλλού ή μέχρι να αισθανθούμε πως δεν αποτελεί πλέον κίνδυνο για την ασφάλεια» του εγχειρήματος [29/7/18.1.55].

Πρόσφυγες υπό επιτήρηση

Η προστασία των συνόρων από στρατό και ένοπλους πολίτες αποτελούσε πάγιο μοτίβο της προπαγάνδας του αλβανικού καθεστώτος Η προστασία των συνόρων από στρατό και ένοπλους πολίτες αποτελούσε πάγιο μοτίβο της προπαγάνδας του αλβανικού καθεστώτος |

Οι πολιτικοί πρόσφυγες από την Αλβανία (και τις άλλες χώρες του «παραπετάσματος») «φιλοξενούνταν» σε δυο στρατόπεδα, στο Λαύριο και τη Σύρο.

Οπως προκύπτει από τις σχετικές χαρτογραφήσεις της CIA, οι περισσότεροι ήταν μέλη ή επιρροές του δωσιλογικού «Εθνικού Μετώπου» (Balli Kombëtar), ενώ μια μειονότητα ανήκε στη βασιλόφρονα «Νομιμότητα».

Μολονότι οι δυο οργανώσεις συνεργάζονταν επισήμως στη NCFA, η μαζική τους βάση βρισκόταν κυριολεκτικά στα μαχαίρια.

Η «Νομιμότητα» συνεργαζόταν με την ελληνική Διεύθυνση Αλλοδαπών, διαβάλλοντας τους (ακροδεξιούς αλλά αντιμοναρχικούς) αντιζήλους της ως «κομμουνιστές» [22/12/22.12.50], ενώ δεν ήταν καθόλου σπάνιες οι συμπλοκές κι οι αλληλοτραυματισμοί οπαδών τους [21/61/29.5.52, 27/74/22.4.54, 27/88/19.5.54].

Για τη στενότερη επιτήρηση των προσφύγων του Λαυρίου, η CIA δεν θ’ αρκεστεί στις υπηρεσίες της «Γαλάτειας», αλλά θ’ αναπτύξει ένα παράλληλο δικό της δίκτυο χαφιέδων μεταξύ των τροφίμων του στρατοπέδου.

Ενας απ’ αυτούς, με τον κωδικό «GACCENT», ενημερώνει τακτικά την υπηρεσία το 1953 στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος («Oblavate»)· τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς εκφράζει την πρόθεση να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ και στις αρχές του 1954 απολύεται, με το σκεπτικό πως «δεν είναι ικανός πληροφοριοδότης» κι επιπλέον είχε -πια- «αποκοπεί από τις πολιτικές δραστηριότητες» του στρατοπέδου [27/32/23.2.54].

Από τον Δεκέμβριο η υπηρεσία διέθετε άλλωστε νέο χαφιέ, με τον κωδικό «AICOCK», τα καθήκοντα του οποίου περιλάμβαναν την τακτική ενημέρωσή της για τις αφίξεις κι αναχωρήσεις συμπατριωτών του, τις πολιτικές ισορροπίες στο στρατόπεδο, τις «δραστηριότητες ορισμένων προσώπων», τις διαθέσεις των προσφύγων απέναντι στη διεύρυνση της NCFA που η CIA μόλις είχε επιβάλει, ακόμη και για την ατομική πρόοδο όσων προσφύγων είχαν εισαχθεί σε τεχνικές ή γεωργικές σχολές [27/35/25.2.54].

Καθόλου περίεργα, το καλοκαίρι στο Λαύριο επικρατούν εχθρικά συναισθήματα για το πρόσωπό του [28/21/25.8.54]. Ενας τρίτος πληροφοριοδότης αποδείχτηκε, όπως θα δούμε παρακάτω, ακόμη λιγότερο τυχερός.

Από τη Ρηγίλλης στο Μενίδι

Για τη διεκπεραίωση των δραστηριοτήτων του δικτύου, η CIA οργάνωσε ένα ολόκληρο πλέγμα από κρησφύγετα και χώρους εκπαίδευσης ή φιλοξενίας των πρακτόρων της. Κορυφή του παγόβουνου αποτελούσαν τα ημιεπίσημα γραφεία της NCFA, στο κέντρο της Αθήνας (Ρηγίλλης 24 και Βασιλίσσης Σοφίας 30).

Το κυριότερο κρησφύγετο βρισκόταν στην Κηφισιά, ονομαζόταν «Αννάπολις» και το φρόντιζε μια ηλικιωμένη Ελληνίδα, η Ολγα Γκ., συστημένη από το ελληνικό ΓΕΣ· οι τρόφιμοί του εκπαιδεύονταν στη γειτονική Πεντέλη στην ανάγνωση χάρτη και την οπλοχρησία [7/21/6.3.54].

Για την εκπαίδευση στους ασυρμάτους χρησιμοποιούνταν μια άλλη γιάφκα, στην Εκάλη [27/10/20.1.54].

Κρησφύγετα πρακτόρων υπήρχαν επίσης στον Παράδεισο Αμαρουσίου, τη Ραφήνα και την Αθήνα· για κάποια άλλα, πάλι, γνωρίζουμε μόνο τις κωδικές ονομασίες τους («Σαλόνι», «Σπηλιά», «Ανασκαφή»), δίχως περαιτέρω στοιχεία.

Οι επικεφαλής των ομάδων διέμεναν συχνά σε λαϊκά ξενοδοχεία στο αθηναϊκό κέντρο, το Φάληρο, το Λουτράκι ή τη Χαλκίδα.

Η τελευταία αποτελούσε αρχικά τον προσφιλέστερο προορισμό ανάπαυσης και απόκρυψης μεταξύ δυο επιχειρήσεων, δίπλα στην Πάτρα, τη Ραφήνα, τα Βίλια και το Μενίδι. Από κάποιο σημείο και μετά το τελευταίο εξελίχθηκε όμως σε οικογενειακό καταφύγιο κάποιων πρακτόρων, που βρήκαν εκεί δουλειά και (ομόγλωσσες) συζύγους.

Τα βασικά κέντρα εκπαίδευσης των κομάντος της CIA λειτούργησαν, πάντως, στην ενδοχώρα της παραλιακής.

● Η «Φάρμα», ένας περιφραγμένος χώρος 5 περίπου στρεμμάτων στη Βούλα, νοικιασμένος δήθεν από Ελβετό επιχειρηματία για τη φιλοξενία «Βραζιλιάνων» φίλων του, χρησιμοποιήθηκε από τον Νοέμβριο του 1950 μέχρι τα τέλη του 1952 για την εκπαίδευση Αλβανών και Βουλγάρων πρακτόρων [6/41/11.2.54, 7/21/6.3.54].

Το ντόπιο βοηθητικό προσωπικό είχε πιστοποίηση ασφαλείας από τη CIA [27/67/12.4.54], αυτό όμως δεν εμπόδισε τελικά κάποια απροσδόκητα προβλήματα ασφαλείας (βλ. παρακάτω).

● Το «Ράντσο», ένας χώρος 3,5 στρεμμάτων στη Γλυφάδα [27/72/20.4.54], με τρία οικήματα και περίβολο από ψηλά δέντρα που εμπόδιζαν τη θέα στο εσωτερικό του, χρησιμοποιήθηκε τα επόμενα χρόνια, παρά τη γειτνίασή του με σχετικά πυκνοκατοικημένους χώρους [6/41/11.2.54].

● Το καλοκαίρι του 1952 αποφασίστηκε να νοικιαστούν οι τρεις ακατοίκητες Αλκυονίδες ή Καλά Νησιά του Κορινθιακού, για την κατασκευή μόνιμου στρατοπέδου [22/59/25.7.52].

Τα σχετικά έργα ξεκίνησαν τον Μάρτιο κι ολοκληρώθηκαν τον Ιούλιο του 1953 [25/78/1.8.53]· στους εργάτες του συνεργείου ειπώθηκε πως επρόκειτο για την ανέγερση μετεωρολογικού σταθμού [24/51/20.3.1953].

Τις θαλάσσιες μεταφορές από και προς τα νησιά ανέλαβε ένα τριμελές πλήρωμα επαγγελματιών λαθρεμπόρων, που γνώριζε πολύ καλά να κινείται στο όριο της νομιμότητας [25/84/6.8.53].

Για τη διευκόλυνση αυτών των μετακινήσεων, το Μηχανικό του ελληνικού στρατού άνοιξε τον δρόμο Λουτράκι-Σκίνος [25/41/23.6.53].

Η πρώτη τριμελής ομάδα Αλβανών πρακτόρων εκπαιδεύτηκε στη βάση τον Μάιο του 1954 [28/4/19.7.54].

Για τη διάβαση της ελληνοαλβανικής μεθορίου, οι πράκτορες της CIA επαφίονταν, όπως είδαμε, στις φροντίδες της ΚΥΠ και των ΠΚΠ.

Μολονότι στα Γιάννενα στάθμευε κλιμάκιο της αμερικανικής υπηρεσίας, οι Αλβανοί κομάντος «φιλοξενούνταν» σε κρησφύγετα της ΚΥΠ νοτίως της πόλης και σε κάποιο χωριό της Καστοριάς, «μάλλον την Κολοκυνθού» [7/21/6.3.54].

Από τη CIA στη Μακρόνησο

Οι Αλβανοί αντικομμουνιστές κρατούμενοι της Μακρονήσου υποβάλλονταν προφανώς σε διαφορετική «εθνική διαπαιδαγώγηση» απ’ ό,τι οι κομμουνιστές γηγενείς... Οι Αλβανοί αντικομμουνιστές κρατούμενοι της Μακρονήσου υποβάλλονταν προφανώς σε διαφορετική «εθνική διαπαιδαγώγηση» απ’ ό,τι οι κομμουνιστές γηγενείς... |

Οι πόλεμοι των μυστικών υπηρεσιών δεν γνωρίζουν εχθρούς και φίλους –εξ ου και οι συνεργάτες του προγράμματος, ντόπιοι κι επήλυδες, υπόκεινταν σε αέναες διαδικασίες πιστοποίησης των φρονημάτων και της αξιοπιστίας τους από κάθε λογής μηχανισμούς.

Μια πτυχή αυτής της επαγρύπνησης σκιαγραφεί η μεταγενέστερη αυτοκριτική περιγραφή ενός «κενού ασφαλείας» στη «Φάρμα» της Βούλας:

«Το σπίτι φρόντιζε ένας επιστάτης, ο Μανόλης Σ. και η σύζυγός του Μαρία Σ., αφοσιωμένοι κι οι δυο σ’ εμάς και τοπικά πιστοποιημένων φρονημάτων. Την άνοιξη του 1951 το Γραφείο Βουλγαρίας [της CIA] προσέλαβε τη Μαργαρίτα Μ., το γένος Ρ., αδερφή της συζύγου του επιστάτη. Τον Απρίλιο του 1952 πληροφορηθήκαμε πως ο σύζυγός της, Δημήτριος Μ., ήταν αμετανόητος κομμουνιστής και εξόριστος από πολλά χρόνια στο νησί Αγιος Ευστράτιος. Διεξήχθη αμέσως έρευνα, η οποία απέδειξε ότι μολονότι αυτή η ίδια δεν είναι κομμουνίστρια, διατηρεί ωστόσο τακτική αλληλογραφία με το σύζυγό της. Διατάχθηκε συνεπώς να μην εγκαταλείψει το σπίτι δίχως την άδειά μας. Αργότερα απολύθηκε» (7/21/6.3.54).

Οι ίδιοι οι πράκτορες που μπαινόβγαιναν στην Αλβανία όχι μόνο ανακρίνονταν χωριστά, για να διαπιστωθούν τυχόν αποκλίσεις στις αφηγήσεις τους και να ταξινομηθούν ανάλογα, αλλά υποβάλλονταν τακτικότατα στον «πολύγραφο» ή/και τον «ορό της αλήθειας» (LCFLUTTER στην υπηρεσιακή ιδιόλεκτο), για επιστημονική πιστοποίηση της ειλικρίνειάς τους.

Σε μια τουλάχιστον περίπτωση ομολογείται μάλιστα ρητά πως ο ανακρινόμενος αρχηγός μιας ομάδας δεν αποκάλυπτε όλα όσα είχε μάθει κατά την τελευταία αποστολή του, «ώσπου ασκήθηκε πίεση» [22/60/23.7.1952].

Υπήρχαν, άλλωστε, και χειρότερα. Δυο Αλβανοί που παραδέχτηκαν το ψεύδος της αρχικής αφήγησής τους για τον λόγο που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους (δήλωσαν αντιστασιακοί ενώ ήταν απλοί ποινικοί), διαβάζουμε σε κάποια έκθεση, κρατούνταν πάνω από έναν μήνα σε παράνομο «κρατητήριο» της CIA στη Γλυφάδα, εν αναμονή του τελικού ξεκαθαρίσματος [27/94/24.5.54].

Τέσσερις άλλοι οδηγήθηκαν το 1951 στη Μακρόνησο, βάσει του ισχυρισμού δυο αυτομόλων της αλβανικής Ασφάλειας πως οι τρεις απ’ αυτούς ήταν συνάδελφοί τους.

Υστερα από ένα εξάμηνο, ο τέταρτος της παρέας, που είχε συλληφθεί αποκλειστικά και μόνο λόγω της φιλίας του με τους υπόλοιπους, μεταφέρθηκε στο Λαύριο, ως μη ύποπτος πλέον.

Τελικά η κατηγορία αποδείχτηκε ψευδής για όλους [7/27/26.7.54].

Λιγότερο τυχερός απ’ όλους αποδείχθηκε ένας πληροφοριοδότης της CIA για τα τεκταινόμενα στο στρατόπεδο του Λαυρίου, με τον κωδικό «RNBRANDY».

Στις αρχές του 1954 η μισθοδοσία του διακόπηκε ξαφνικά [27/35/25.2.54], όταν έγινε γνωστή μια παλιά φυλάκισή του στην Κορυτσά, που αυτός είχε αποκρύψει από τους εργοδότες του [27/54/22.3.54].

Μεταφέρθηκε κι αυτός στη Μακρόνησο κι ανακρινόταν διαρκώς επί μήνες, δίχως αποτέλεσμα.

«Αρνήθηκε να συνεργαστεί σε ερωτήματα που τέθηκαν ύστερα από ένα αρνητικό LCFLUTTER κι αρνήθηκε επίσης ν’ απαντήσει σε λεπτομερείς ερωτήσεις που αφορούσαν μερικές σημαντικές περιόδους της προηγούμενης ζωής του», διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε σχετική αναφορά [27/95/24.5.54].

Στα τέλη της χρονιάς, το μόνο που είχε διαπιστωθεί με βεβαιότητα ήταν πως «είναι σκληρό καρύδι» [28/63/27.12.54].

Σκοτεινή παρακαταθήκη

Τα χρόνια πέρασαν. Οι παραστρατιωτικές επιχειρήσεις της CIA και του ΜΙ6 στην Αλβανία τερματίστηκαν ολοκληρωτικά το 1958 κι ήρθαν στο φως το 1984, από έναν ομόφρονα Αγγλο ευρωβουλευτή.

Η ύπαρξη της «Κόκκινης Προβιάς» αποκαλύφθηκε κι αυτή επίσημα το φθινόπωρο του 1990, αν και η πρώτη σχετική μνεία (από τον μεταμεληθέντα πράκτορα της CIA Φίλιπ Εϊτζι) χρονολογούνταν από το 1978.

Εναν χρόνο αργότερα, στο πλαίσιο των διαρροών που συνόδευσαν αυτή την τελευταία παραδοχή, πηγές της ΕΥΠ που διώκονταν από την κυβέρνηση Μητσοτάκη αποκάλυψαν διά χειρός Κώστα Χαρδαβέλλα την ύπαρξη «της παρα-ΕΥΠικής οργάνωσης ΜΟΑΒΗ (Μάχιμη Οργάνωση Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου), που βέβαια είναι εκτός τόπου και χρόνου» («Τα Νέα», 11/11/1991, σ.16).

Δημοσιογραφικές πληροφορίες, που είναι φυσικά αδύνατο να διασταυρωθούν, υποστηρίζουν πως το οπλοστάσιο της εν λόγω «οργάνωσης» φυλασσόταν σε ειδική αποθήκη των γραφείων της ΕΥΠ Καστοριάς.

Η ονοματολογική ομοιότητα με το «Μέτωπο Απελευθέρωσης Βορείου Ηπείρου» (ΜΑΒΗ), ακροδεξιά παρακρατική οργάνωση που προσπάθησε να τινάξει με ένοπλες ενέργειες στον αέρα την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών σχέσεων το 1994-1995, μπορεί να μην είναι -κι εδώ- καθόλου τυχαία.

Είναι όμως μια άλλη (συμπληρωματική, έστω) ιστορία.

Η συνεργασία CIA - ΚΥΠ

Η «Ομάδα Παρασκευή» , φωτογραφημένη για το αρχείο της CIA πριν από τη διείσδυσή της στην Αλβανία. Από αριστερά: Metat Rume (κωδικός «AIRBRED»), Rushit Plaku («RNDOLLAR») και Xhelal Veshi («AIKNAVE») Η «Ομάδα Παρασκευή» , φωτογραφημένη για το αρχείο της CIA πριν από τη διείσδυσή της στην Αλβανία. Από αριστερά: Metat Rume (κωδικός «AIRBRED»), Rushit Plaku («RNDOLLAR») και Xhelal Veshi («AIKNAVE») | cia.gov

(Εγγραφο αναρτημένο στον ιστότοπο της CIA, vol.27/ doc.17)

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ