Η αφήγηση ως αναζήτηση

anazitisi.jpg

Η αφήγηση γίνεται η αφορμή για να αναζητήσει η συγγραφέας τις ρίζες της και το χαρτί γίνεται καθρέφτης ενδοσκόπησης | ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΑΣΑΡΓΙΩΤΑΚΗ

«Πώς θα γνωρίσω εσένα τον Λόλη καλύτερα; Πρέπει να σε φανταστώ». Αυτή την αποστροφή απευθύνει η Τατιάνα Αβέρωφ στον πατέρα της στη μέση του τελευταίου της βιβλίου «Δέκα ζωές σε μία». Λόλης είναι ο πολιτικός Ευάγγελος Αβέρωφ-Τοσίτσας, που πρωταγωνίστησε στη δημόσια ζωή μεταπολεμικά φτάνοντας μέχρι πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. Ως Λόλης εμφανίζεται στην αρχή του βιβλίου, αφού έτσι τον γνώριζαν όλοι μέχρι να αποκτήσει το συνωμοτικό όνομα Αντζελο Μαντσίνι, όταν έγινε μέλος της αντιστασιακής ομάδας «Ελευθερία ή Θάνατος» στην Ιταλία το 1944.

 

 

Επιστρέφοντας ζήτησε να τον αποκαλούν Ευάγγελο και μπήκε στην πολιτική για να κάνει μια τελευταία αλλαγή, στο επίθετό του, προσθέτοντας το Τοσίτσας προς τιμήν του μακρινού συγγενή του, βαρόνου Μιχαήλ Τοσίτσα στα τέλη της δεκαετίας του ’40. Σε αυτή τη φάση της ζωής του ολοκληρώνεται και το βιβλίο της Τατιάνας Αβέρωφ, με τη γνωριμία, τον έρωτα και τον γάμο των γονιών της. Λίγες μόνο σελίδες αφιερώνει στο μετά, στα χρόνια που βρέθηκε στο επίκεντρο ως βουλευτής, υπουργός και αρχηγός κόμματος.

Το «Δέκα ζωές σε μία» είναι μια μυθιστορηματική βιογραφία αλλά και μια προσωπική αναζήτηση της συγγραφέως. Αναζητά ποιος είναι ο πατέρας της στα χρόνια πριν εκείνη γεννηθεί, πριν τον γνωρίσει. Για να τον βρει συνδυάζει τα οικογενειακά αρχεία που έχει στη διάθεσή της ―το ογκώδες σώμα της αλληλογραφίας του Αβέρωφ-Τοσίτσα που διέσωσε η σύζυγός του Ντίνα Λυκιαρδοπούλου και τις φωτογραφίες που περιλαμβάνονται γενναιόδωρα στην έκδοση― με άλλες πηγές, όπως τις συνεντεύξεις του και ιστορικές μελέτες.

Το ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου, όμως, είναι ότι σαν χωνευτήρι για όλα αυτά λειτουργούν τα μυθιστορήματα που έγραψε ο Αβέρωφ-Τοσίτσας παράλληλα με την πολιτική του καριέρα. Δεν είναι λοιπόν μια μεταμοντέρνα άσκηση στη διακειμενικότητα, αλλά μια προσπάθεια της συγγραφέως να αποκαλύψει τον άγνωστο πατέρα της αναλύοντας το έργο του.

 

Η Τατιάνα Αβέρωφ |

Η Τατιάνα Αβέρωφ μεταπηδά τακτικά από το τρίτο στο δεύτερο πρόσωπο. Το τρίτο πρόσωπο το χρησιμοποιεί για να αφηγηθεί την ιστορία του πατέρα της. Το δεύτερο για να εκφράσει τη δική της εμπειρία από αυτόν. Μια μαρτυρία που επιβεβαιώνει με την αυθεντία της την ακρίβεια της ιστορίας και μια προσπάθεια να του μιλήσει σήμερα, σχεδόν τριάντα χρόνια από τον θάνατό του. Η γεννημένη το 1954 συγγραφέας μπορεί τώρα να προσεγγίσει σε μεγαλύτερο βάθος την ώριμη περίοδο του πατέρα της. Και ανιχνεύοντας τη δική του ζωή να βρει τα σημάδια που άφησε στη δική της, πώς διαχειρίστηκε την ισχυρή προσωπικότητα, τη φήμη και το πολιτικό του έργο εκείνη όσο εκείνος ήταν παρών και μετά τον θάνατό του.

Τον σκιαγραφεί ως θαρραλέο, ορθολογιστή, παραδοσιακό, κεντρώο πολιτικά, οπαδό του Παπαναστασίου και παθιασμένο πατριώτη. Δίκαιο και οραματιστή. Στέκεται στο πόσο κοντά έφτασε στον θάνατο, τόσο λόγω της φυματίωσης που τον ταλαιπώρησε νέο, όσο και στις περιπέτειές του στην Ιταλία όπου βρέθηκε στη διάρκεια της Κατοχής. Οσο για τα αρνητικά; Είναι λίγα και έχουν να κάνουν με τη σχέση γονιού-παιδιού. Αφήνει υπόνοιες για μια συγκρουσιακή σχέση μεταξύ τους και μιλάει σύντομα για το τραύμα της όταν ο πατέρας ομολόγησε στην κόρη τις απιστίες προς τη μητέρα της λίγο πριν πεθάνει.

Το μυθιστόρημα της Αβέρωφ είναι πρωτότυπο αλλά δεν είναι μοναδικό. Υπάρχει πλήθος από βιβλία που παιδιά σημαντικών προσωπικοτήτων καταγράφουν τη σχέση τους με τους γονείς τους -συνήθως τον πατέρα- επιχειρώντας όχι μόνο να διαφυλάξουν την υστεροφημία του αλλά και να ερμηνεύσουν ή να θεραπεύσουν τη σχέση τους μαζί του. Για να μείνουμε στα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα, πέρα από το σπαρακτικό «Μαμά» της σπουδαίας Μαργαρίτας Καραπάνου, μπορούμε να αναφέρουμε το παράδειγμα του Νίκου Παπανδρέου για τον επίσης πολιτικό πατέρα του («Δέκα μύθοι και μια ιστορία») και το έξοχα διεισδυτικό «Το ευχαριστημένο ή Οι δικοί μου άνθρωποι» της Μαρίνας Καραγάτση.

Δοκιμασμένη συγγραφέας, η Τατιάνα Αβέρωφ οικοδομεί μια γρήγορη, ρέουσα δράση που είναι προσιτή στον μέσο αναγνώστη. Καταθέτει την οπτική της για το ποιος ήταν ο πατέρας της, πλάι, αν όχι απέναντι, στη θέση που του επιφυλάσσουν οι ιστορικοί για την πολιτική του διαδρομή. Ομως στόχος του βιβλίου μοιάζει να μην είναι οι άλλοι, οι αναγνώστες, η δημόσια ιστορία και η αποτίμηση του Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα σήμερα από την κοινωνία. Η αφήγηση γίνεται η αφορμή για να αναζητήσει η συγγραφέας τις ρίζες της και το χαρτί γίνεται καθρέφτης ενδοσκόπησης.