Η αδύνατη ταξική ανακωχή

dekembris-17.12.jpg

Η αδύνατη ταξική ανακωχή Δεκέμβρης του 1944

Λίγο πριν από την απελευθέρωση, το ΕΑΜ αναλαμβάνει πέντε θέσεις υπουργών και μία υφυπουργού στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας». Μεταξύ αυτών, οι Σβώλος και Αγγελόπουλος στο υπουργείο Οικονομικών, ο Τσιριμώκος στο Εθν. Οικονομίας, ο Πορφυρογένης στο Εργασίας. Ηδη, από τον Αύγουστο του 1944, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ έχει αποφασίσει τη μετονομασία του σε ΓΣΕΕ και την ανακήρυξή του σε νόμιμη ηγεσία του εργατικού κινήματος. Ετσι, από την απελευθέρωση ώς τα Δεκεμβριανά, το ΕΑΜ έχει την ευθύνη της οικονομικής και εργατικής κυβερνητικής πολιτικής και, παράλληλα, της καθοδήγησης του εργατικού κινήματος.

Τα στελέχη του ΕΑΜ που συμμετείχαν στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» βρίσκονταν αντιμέτωπα με το καθήκον της ανασυγκρότησης της χώρας, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να δώσουν απαντήσεις σε αδυσώπητα διλήμματα. Οι απαντήσεις αυτές έπρεπε να δοθούν μέσα στις πολύ ιδιαίτερες συνθήκες της συγκυρίας.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος συνεχιζόταν ακόμη, ένα σημαντικό τμήμα της χώρας βρισκόταν υπό κατοχή, ο παραγωγικός ιστός ήταν κατεστραμμένος και ο εφιάλτης της πείνας απαιτούσε άμεσες λύσεις.

Στα παραπάνω θα πρέπει ασφαλώς να συμπεριλάβουμε τα ασφυκτικά περιθώρια που έθεταν οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας, το συνεχώς μεταβαλλόμενο στα πεδία των μαχών αλλά και στα τραπέζια των διπλωματικών σχέσεων διεθνές τοπίο και, βέβαια, την ισχυρή παρουσία του αγγλικού παράγοντα και την κλιμάκωση της πολιτικής και κοινωνικής κρίσης.

Εκθεση Ζολώτα

Σε αυτές τις συνθήκες, ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, Ξενοφών Ζολώτας, με έγγραφό του την 1η Νοέμβρη 1944 προς τους αρμόδιους υπουργούς και τους οικονομικούς αντιπροσώπους των Συμμάχων, προτείνει μια σειρά από μέτρα δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής: αύξηση των αγαθών της συμμαχικής βοήθειας και διάθεσή τους στην αγορά σε υψηλές τιμές, αύξηση των τιμών των ειδών πρώτης ανάγκης, περιορισμός του αριθμού των δημοσίων υπαλλήλων και του μισθού τους, φορολογία των κερδών του πολέμου και των ειδών πολυτελείας, επικέντρωση στους έμμεσους φόρους, κατάρτιση ισορροπημένου προϋπολογισμού, έκδοση νέας δραχμής και σύνδεσή της σε σταθερή ισοτιμία με τη χάρτινη λίρα Αγγλίας.

Νομισματική πολιτική

Η νέα δραχμή εισάγεται στις 9 Νοεμβρίου 1944 με τον Νόμο 18 «Περί νομισματικής διαρρυθμίσεως», ο οποίος καθορίζει την ισοτιμία νέας δραχμής με την παλιά (1 νέα δραχμή = 50 δισ. παλαιές). Οι προπολεμικές οφειλές προς το Δημόσιο, αλλά και η απόδοση των προπολεμικών καταθέσεων ουσιαστικά εκμηδενίζονται, με αποτέλεσμα να καταστραφούν οι μικροκαταθέτες και να ωφεληθούν οι επιχειρηματίες που είχαν χρέη προς το Δημόσιο.

Η πλήρης ανυποληψία του νέου εθνικού νομίσματος ακυρώνει τις δηλώσεις των ΕΑΜικών υπουργών και τις ανακοινώσεις στον «Ριζοσπάστη» ότι «η νέα δραχμή είναι λίρα». Η έκρηξη του υπερπληθωρισμού συνεχίζεται, με αποτέλεσμα να εξανεμίζονται οι μισθοί και τα ημερομίσθια και να απλώνεται επικίνδυνα το φάσμα της πείνας πάνω από τις μεγάλες πόλεις. Στις πιάτσες της μαύρης αγοράς ο χρυσός γυαλίζει ακόμα πιο λαμπερά, η χρυσή λίρα είναι το μόνο αξιόπιστο νόμισμα και οι δραστηριότητες θησαυρισμού και λαθραίας εξαγωγής χρυσών λιρών συνεχίζονται αμείωτες.

Στις σελίδες του «Ριζοσπάστη», δημοσιεύεται πλήθος καταγγελιών για χρηματιστές και μαυραγορίτες που ευθύνονται για την εξαφάνιση των ειδών πρώτης ανάγκης και την έκρηξη του πληθωρισμού |

Δίπλα στη νομισματική και χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, ανθούν πρακτικές αισχροκέρδειας και εργοδοτικής αυθαιρεσίας, ενώ οι αλλεπάλληλες συσκέψεις του Τσιριμώκου και του Αγγελόπουλου με τους βιομήχανους με σκοπό να ξεκινήσει η λειτουργία των εργοστασίων δεν φαίνεται να έχουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Στις σελίδες του «Ριζοσπάστη», δημοσιεύεται πλήθος καταγγελιών για τους χρηματιστές και τους μαυραγορίτες που ευθύνονται για την εξαφάνιση των ειδών πρώτης ανάγκης και την έκρηξη του πληθωρισμού, για περιπτώσεις εργοδοτών που αυθαιρετούν ή ακόμα και βιαιοπραγούν σε βάρος εργατών που ζητούν τα δεδουλευμένα τους, για γενικευμένη υπονόμευση της οικονομικής δραστηριότητας από βιομήχανους που κρατούν κλειστά τα εργοστάσιά τους.

Σε αυτά τα οργανωμένα ταξικά συμφέροντα προσκρούει κάθε προσπάθεια επιβολής ακόμα και μιας αστικής εκσυγχρονιστικής οικονομικής πολιτικής. Η επαναλειτουργία των εργοστασίων σαφώς και δεν είναι στις προτεραιότητές τους, αφού τα κέρδη που εξασφαλίζουν επιδιδόμενοι σε αγοραπωλησία χρυσού και συναλλάγματος, τακτικές αποθεματοποίησης και μαυραγοριτισμού είναι πολύ υψηλότερα από οποιαδήποτε παραγωγική επένδυση.

Δημοσιονομική πολιτική

Σε αυτό το περιβάλλον, ο ορισμός των μισθών και των ημερομισθίων αποδεικνύεται ιδιαίτερα ακανθώδες ζήτημα που προκαλεί αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της κυβέρνησης, αλλά και στο εσωτερικό του ΕΑΜ. Στον «Ριζοσπάστη» της 17ης Νοέμβρη αναφέρεται ότι αναβλήθηκε, με απόφαση Πορφυρογένη, η απόφαση για μισθούς και μεροκάματα, καθώς «πρώτα θα ζητηθεί από τους συμμάχους η αύξηση τροφίμων και μετά θα καθοριστούν οι μισθοί με βάση το κόστος ζωής».

Ωστόσο η πραγματικότητα είναι η ακριβώς αντίθετη. Ηταν οι Βρετανοί που εκβίαζαν ότι, εάν δεν περιοριστούν οι μισθοί και τα μεροκάματα, δεν θα παράσχουν την αναγκαία βοήθεια. Ο ίδιος ο Σβώλος παραδέχτηκε εκ των υστέρων ότι «για να μας δοθούν οι 2.000 θερμίδες, χρειάστηκε να ορίσουμε τα μεροκάματα των εργατών σε ορισμένη χαμηλή κλίμακα, που μόλις επαρκούσε για μια συντήρηση της εργατικής οικογένειας».

Η εντολή «ορίστε χαμηλά μεροκάματα, για να λάβετε τη συμμαχική βοήθεια» αποτελούσε τον μοναδικό βρετανικό εκβιασμό; Ασφαλώς και όχι. Οι Βρετανοί, έχοντας και το μαχαίρι και το πεπόνι της συμμαχικής βοήθειας, χρησιμοποιούσαν με συνέπεια και αποτελεσματικότητα το πανίσχυρο μέσο της παροχής της προς τους λιμοκτονούντες ελληνικούς πληθυσμούς, εκβιάζοντας ώστε να επιβάλουν τις οικονομικές κατευθύνσεις που εκείνοι επιθυμούσαν στους ΕΑΜικούς υπουργούς, όπως π.χ. η έκδοση και κυκλοφορία της στρατιωτικής λίρας, την οποία χρησιμοποιούσε ο βρετανικός στρατός.

Κινητοποιήσεις

Παραμονές του καθορισμού των ημερομισθίων, η κομματική γραμμή συμπυκνώνεται σε δημοσιεύματα στον «Ριζοσπάστη», όπως στις 15/11: Τα εργατικά σωματεία δεν βρίσκουν ικανοποιητικά τα μεροκάματα, «πιστεύεται όμως ότι οι μισθοί αυτοί είναι προσωρινοί και τους επιβάλλουν οι σημερινές ανάγκες, μέσα δε σε ένα δίμηνο το πολύ θα αναπροσαρμοσθούν».

Η ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια που θα προκαλέσει η απόφαση για το ύψος των ημερομισθίων και των μισθών κι οι αντιδράσεις της ΕΑΜικής εργατικής βάσης θα υποχρεώσουν την ηγεσία του ΚΚΕ να αναπροσαρμόσει τη στάση της. Το άρθρο του Βασίλη Μπαρτζώτα, που σηματοδοτεί αυτή τη μετατόπιση, διατυπώνοντας μια διαφορετική, πιο φιλολαϊκή εκδοχή της ίδιας γραμμής, δημοσιεύεται στο πρωτοσέλιδο του «Ριζοσπάστη» της 17ης Νοέμβρη – από αυτό το σημείο και μετά ο κομματικός και ο ΕΑΜικός Τύπος, πάντα στην κατεύθυνση της νομισματικής σταθεροποίησης και του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, κρατά αποστάσεις από τη δημοσιονομική πολιτική και υποστηρίζει ένθερμα τα αιτήματα για αυξήσεις που διαμορφώνουν η ΓΣΕΕ και η Πανυπαλληλική.

Πληθωριστικό χρήμα στην Ελλάδα του ’44 |

Ωστόσο, στο κρίσιμο διάστημα των πρώτων 40 ημερών, το εργατικό κίνημα περιορίζεται σε κινητοποιήσεις και δράσεις χαμηλής έντασης, εγκλωβισμένο στη γραμμή της εθνικής ενότητας, της ταξικής συμφιλίωσης και της στήριξης της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, ενώ από την άλλη πλευρά, η αστική τάξη, τα αρπακτικά και παρασιτικά στρώματα που αναδύθηκαν από την κοινωνική κόλαση της Κατοχής συνεχίζουν ακάθεκτα τις δραστηριότητες πλουτισμού και συσσώρευσης, καταλήστευσης της ξένης βοήθειας, κερδοσκοπούν ασύστολα με τον χρυσό, τη λίρα, την παλιά και τη νέα δραχμή και υπονομεύουν ανοιχτά και απροκάλυπτα κάθε προσπάθεια παραγωγικής ανασυγκρότησης, κρατώντας κλειστά τα περισσότερα εργοστάσια.

Στις συνθήκες ταξικής πόλωσης των τελευταίων ημερών του Νοεμβρίου και ενώ τα μέτρα που θα έπλητταν τα αστικά συμφέροντα θα έθεταν σε κίνηση την παραγωγή, έστω με όρους κρατικού ελέγχου, και –κυρίως– θα υλοποιούσαν το κυβερνητικό σύνθημα «κανένας πλουσιότερος μετά την 28η Οκτώβρη του 1940», είτε δεν προωθούνται είτε μπλοκάρονται από το Λαϊκό Κόμμα, τα ΕΑΜικά συνδικάτα διατυπώνουν ριζοσπαστικά αιτήματα, όπως οι εθνικοποιήσεις τραπεζών και μεγάλων βιομηχανιών στρατηγικής σημασίας, κατασχέσεις και δημεύσεις περιουσιών μαυραγοριτών, βαριά φορολογία κερδών και ειδών πολυτελείας και επιστροφή του χρυσού και του αποθέματος της ΤτΕ από το Λονδίνο.

Την 1η Δεκέμβρη οργανώνονται μεγάλες εργατικές και λαϊκές κινητοποιήσεις για το στρατιωτικό ζήτημα, ενώ 2.000 εργάτες της Ελληνικής Εριουργίας βάζουν σε κίνηση το εργοστάσιο με την άδεια του υπ. Εθνικής Οικονομίας. Είναι πια αργά, καθώς ο ταξικός ανταγωνισμός θα κριθεί στους δρόμους της Αθήνας με όρους στρατιωτικής ισχύος. Είναι οι ξιφολόγχες που έχουν πλέον τον κύριο λόγο και όχι οι παραδοσιακές μορφές εργατικού αγώνα.

*Υποψήφιου διδάκτορα Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο