Χαρτογραφώντας το ποιητικό τοπίο του 2017

agios_basilis.jpg

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η φετινή ποιητική παραγωγή εφόσον συµπεριλαµβάνει τα «Ποιήµατα 1943-2008» του Γιώργη Παυλόπουλου (Κίχλη), την «Ψυχοστασία, Ποιήµατα 1949-2006» του Βύρωνα Λεοντάρη (Υψιλον) και τα «Ποιήµατα Α’, 1943-1959» του Τίτου Πατρίκιου (Κίχλη) −για να µην αναφερθούµε εξ αρχής και στους νεότερους ποιητές µας− δεν θα µπορούσε παρά να ιδωθεί, σε µια πρώτη ανάγνωση τουλάχιστον, ως µια ποίηση που ενώ από τη µία λειτουργεί ως ένας «αδύναµος µεσσιανικός δείκτης», από την άλλη παραµένει ποιητικά προσπελάσιµη από την κατά Μπένγιαµιν Linke Melancholie («Αριστερή Μελαγχολία»).

Και εξηγούµε: εφόσον η όποια «προοδευτικότητα» των εγχώριων ποιητών «αστών» µας, δεν µπόρεσε και δεν µπορεί να ριζώσει στην «κυνικότητα» και την επακόλουθή της «νηφαλιότητα», τα κατά τον Λεοντάρη «µυγοχέσµατα», δηλ. τα µαύρα στοιχεία της γραφής, εκρήγνυνται και σχηµατίζουν «εποικοδοµήµατα» τα οποία αν δεν βγάζουν απευθείας στον ουρανό, φέρνουν τουλάχιστον τον ουρανό εδώ και µας αποκαλύπτουν ως µέρος του. Καθιστώντας εξακολουθητικά το εγχώριο ποιητικό µας κατόρθωµα µοναδικό, τόσο στη φορά όσο και στη δυναµική του.

Ας δούµε όµως τα βιβλία αναλυτικότερα. Στην ποίηση του Παυλόπουλου µετέχουµε στην εκφορά ενός «µεσόφωνου», που κυριαρχεί µε τη «γεροντική» θυµοσοφία του στην από µέσα οριοθετηµένη του περιοχή. Συγκεκριµένα, ο συγκρατηµένος ελεγειακός του τόνος, ως ένας επιτάφιος των αφανών, µας φέρνει εξακολουθητικά τον απόηχο µιας συγκεκριµένης εποχής, όπως αυτή ποιητικά συνοψίζεται στις αυτοφυείς λυρικές του ενότητες.

Ο Λεοντάρης, εισηγητής του όρου «ποίηση της ήττας» και µια εκ των κορυφών της δεύτερης µεταπολεµικής γενιάς, κοµίζει µια ποίηση που προσδίδει στα πράγµατα το δικό του βάθος και τη δική του προοπτική. Ο ποιητής αδυνατώντας ισόβια να συντονιστεί, ενεργοποιεί ένα δικό του εφιαλτικό αδιέξοδο, το οποίο όχι µόνο συνηχεί µε την αποτυχία µιας εποχής, αλλά και φέρνει την «αναρχική του απόγνωση», η οποία συναντά τον παλµό και της τρέχουσας περιόδου.

Στον πρώτο τόµο του Πατρίκιου συµµετέχουµε σε µια ποίηση ελαττωµένου όγκου, όπου στους εσκεµµένα χαµηλούς της τόνους, αυτούς δηλαδή της εξορίας, η άµεση, ζωντανή και διαπεραστικά παρηγορητική δροσερή φωνή του καθορίζει ένα δικό του αναγνωρίσιµο ποιητικό χώρο.

Πρόσωπα και διαδροµές από τη γενιά του ’70 και του ’80

Με µια ποίηση περιοδικών αναλαµπών, µε την αµεσότητα του µπιτ και µε τη δική της «βραχνάδα» η Νατάσα Χατζιδάκι µας αποχαιρετά µε το «Via Dolorosa» (εκδ. Τυπωθήτω).

Ο Κυριάκος Χαραλαµπίδης στο «Ηλίου και Σελήνης άλως» (Ικαρος) µε εµπροσθοβαρή ποιήµατα συνυφαίνει το ευαίσθητο της µατιάς και της «ψυχής» του µε τα ίδια τα ποιήµατα, τα οποία στην πλέξη τους φτάνουν ως εµάς αξεδιάλυτα.

Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου στο «Εκτακτο δελτίο καιρού» (εκδ. Μελάνι) ενώ ξεκινά σε πρώτο επίπεδο µε «γλωσσοκεντρικά», «γλωσσογενή» και «παιχνιδίζοντα» ποιήµατα, στην πραγµατικότητα συνοψίζει σε ένα στοχαστικό και αισθητικό απόλογο, τα όσα βίωσε, σκέφθηκε και αισθάνθηκε, ο τόσο αισθαντικός αυτός νους και ποιητής.

Ο Ντίνος Σιώτης στο «Ωροσκόπιο νεκρών» (εκδ. Καστανιώτη) σε αυτή την ιδιότυπη «νέκυια», µε την «πρωτότυπη» και «µυστηριώδη» ποίησή του, συνδυάζει «την ταραγµένη πραγµατικότητα» µε το απροσδόκητο των λεκτικών συνδυασµών αυτό-υπονοµεύοντας και σαρκάζοντας το ποιητικό ανάπτυγµά του και τον φορέα του.

Η Δήµητρα Χριστοδούλου µε τον «Παράκτιο οικισµό» (εκδ. Μελάνι) της µεταξύ «εσωτερικής µοναξιάς» και φαντασµάτων σκηνοθετεί τα ποιήµατά της, µετεωριζόµενη µεταξύ ευαισθησίας και σκληρότητας.

Ο Γιώργος Βέλτσος στο «Β’, 2006-2016» (εκδ. Περισπωµένη) µε ποιήµατα σε πρώτη ανάγνωση ποιητικής, µας ανοίγει στο εργαστήρι του ποιητή και του ανθρώπου, αποκαλύπτοντας τελικά τη θανατοβιογραφία του.

Ενώ ο Γιάννης Τζανετάκης στη «Θαµπή πατίνα» (εκδ. Πόλις) µε δοµική µονάδα την αναπνοή, κινεί τα ποιήµατά του εποπτικά και νοητικά, προσθέτοντας ψηφίδες στην ποιητική ιδιοπροσωπεία και πορεία του.

Μετά την Τριλογία (τα ποιητικά βιβλία δηλαδή: «Χαµένο Κορµί», «Συσσίτιο» και «Ροή Ρακής» και το ποίηµα «Ραψάνη», τα magna opera του, ο Σωτήρης Παστάκας στο «Αλτσχάιµερ αρχόµενο» (εκδ. Μελάνι) µεταστοιχειώνει εξακολουθητικά την αυτοβιογραφία του σε τέχνη, παρακολουθώντας ως τρίτος τη µερικώς κατευθυνόµενη ροή της.

Ενώ ο Γιώργος Μπλάνας στο «Τερατούργηµά» του (εκδ. Γαβριηλίδης) µέσω επώνυµων περσόνων και µε τη στοχαστική του ποίηση καταθέτει το φιλοσοφικό και ιστορικό καταστάλαγµά του.

Νεότερες και νεότατες ποιητικές φωνές

Περνώντας στους ποιητές της νεότερης γενιάς, ο πρόσφατα βραβευθείς από την Ακαδηµία Αθηνών Βασίλης Αµανατίδης στο «Εσύ: τα στοιχεία» (Νεφέλη) και ο Γιάννης Στίγκας στο «Εξυπερύ σηµαίνει χάνοµαι» (Μικρή Αρκτος) µε έργα αναστοχαστικά και µε κριτική διάθεση απέναντι στην εποχή και στους προγενέστερους, «συν-λειτουργούν» προσθέτοντας ο καθένας το διακριτό ποιητικό του κατόρθωµα, κοµίζοντας µια πανοραµική εικόνα του παρόντος.

Ο Αµανατίδης µε µια ποίηση δραµατικής και διανοητικής προθέσεως και κατευθύνσεως, ως ποιητής performer, εντός της επιτελεστικότητας της ποίησής του, σκηνοθετεί τον εαυτό του και µετατρέπει σταδιακά τον αρχικό µονόλογό του σε διάλογο.

Ενώ ο Στίγκας µάς ανοίγει σε µια ποίηση όπου αποκαλύπτει τον φορέα της ως «τρυφερό» µες στον θυµό, τη µελαγχολία και τον σαρκασµό του, εναλλάσσοντας τον φιλικό τόνο µε µια κάποιου τύπου ηρωική ή ηµι-ηρωική έξαρση. Με µια προφορικότητα που προσθέτει δίνοντας νεύρο, ξεσπά µε µια ποίηση που ξαφνιάζει. Με τον δροσερό, κριτικό και κοφτό της λόγο.

Ο τιµηµένος πρόσφατα µε Κρατικό Βραβείο Ποίησης, Δηµήτρης Αγγελής, στο «Σχεδόν βιβλικά» (Πόλις) προχωρά µε περίτεχνα ποιήµατα που δηµιουργούν ένα δικό του ποιητικό σύµπαν. Μεταξύ ονείρου και εφιάλτη, µνήµης και φαντασίας ο Αγγελής ξαφνιάζει πιέζοντας την ποιητική του ύλη και σχηµατίζοντας ποιητικούς χώρους τους οποίους και επισκεπτόµαστε ολόσωµοι.

Η Γεωργία Τριανταφυλλίδου στο «Δανεικά αγύριστα» (Κίχλη) µε παιγνιώδη, παραµυθητική γλώσσα, αναδεικνύει την εκστατικότητα των καθηµερινών πραγµάτων σε καιρούς θρυµµατισµένους και ανάστατους, ενώ η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη στο «Η επιστροφή των νεκρών» (Πόλις) περιφέρεται ως ποιητής-µάρτυρας στα ερείπια µιας περιοχής και µιας περιόδου όπου αρνούνται να αποκαλυφθούν ως τέτοια.

Η Αννα Γρίβα στο «Σκοτεινή κλωστή δεµένη» (Γαβριηλίδης) ανοίγεται σε µια µυθο-ποιητική και αποσύροντας το «προσωπείο» της αναµετριέται µε τον αρχαίο µύθο. Κοµίζοντας «αποδείξεις» πως αν όντως από την τρέχουσα, κατά τον Βασίλη Λαµπρόπουλο, «γενιά της αριστερής µελαγχολίας» όφειλε κάποιος να αναµετρηθεί µε τον αρχαίο µύθο, ο «κλήρος» πέφτει σωστά πρώτος στη Γρίβα.

Η Μαρία Κουλούρη στα «Καθηµερινά κρεβάτια» της (Μελάνι) προλαβαίνει να αρθρώσει µια ποίηση αγαπητική, πληθωρικού και άµεσου προσωπικού χαρακτήρα. Αισθήσεις, µνήµες και συµβάντα µεταποιηµένα σε τέχνη που καλούν προς κατάργηση των συνόρων του σώµατος.

Η Ειρήνη Καραγιαννίδου στο «Παραθαλάσσιο οικόπεδο» (Πανοπτικόν), κρυπτική και µετωπική, αµφισβητεί τα πράγµατα και τα γεγονότα ώστε να τα διαβρώσει. Η ποιήτρια αναζητά τους νεκρούς σκάβοντας τη θάλασσα µε τα χέρια της ως ένα «αγρίµι από κρύσταλλο.

Ο Χάρης Ψαρράς στο «Gloria in Excelsis» (Κέδρος) τεχνασµατο-κεντρικός και µε φιλοσοφική διάθεση συγκροτεί και συγκρατεί τα ποιήµατά του µε οµοιοκαταληξίες.

Η Δήµητρα Κωτούλα στην «Επίµονη αφήγησή» της (Πατάκης) µας κοµίζει µια ποίηση άκρας ευαισθησίας που άλλοτε κεντροµόλα και άλλοτε φυγόκεντρα επιµένει γύρω από τα ίδια θέµατα και µοτίβα.

Η Αντζελα Γεωργοτά στο «Ανεπίδοτο της συντριβής» (Κουκκίδα) µε ποιήµατα πλασµένα µε τα δάχτυλα ή και µε το σώµα, αναµετριέται µε την ερωτική ποίηση και βγαίνει αλώβητη σε αντίθεση µε τον τίτλο της συλλογής.

Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου επανεκδίδει την πρώτη του ποιητική κατάθεση το «Εκαστος εφ’ ω ετάφη» (Θράκα). Μετά από δέκα χρόνια, το ώς τώρα δυσεύρετο αυτό βιβλίο επιτρέπει στον αναγνώστη να εισαχθεί στο ιδιοπρόσωπο ποιητικό σύµπαν του νέου αυτού δραστήριου και διεισδυτικά οπτικού και ωτακουστή ποιητή.

Η Μυρσίνη Γκανά στην πρώτη της εµφάνιση, «Τα πέρα µέρη» (Μελάνι), µας παραδίδει µια µικρή Οδύσσεια, όπου το κορίτσι επιστρέφει στη γυναίκα που εξ αρχής ήταν, σε µια διαρκή απόπειρα να φορέσει το δικό της δέρµα, µέσω του συντρόφου-άλλου.

Επιλεγµένες ανθολογίες

Πριν κλείσουµε αξίζει να αναφερθούµε και σε ορισµένες ανθολογίες και µελέτες και συγκεκριµένα: «Στα Μέτρα λιτότητας» (Αγρα) της Κάρεν Βαν Ντάικ, στη «Δεύτερη Μεταπολεµική Ποιητική Γενιά (1950-2012)» (εισαγωγή: Γιώργου Αράγη, Gutenberg) του Ανέστη Ευαγγέλου, στο «Χερουβείµ αρουραίος: Ο ποιητής Νίκος Καρούζος (1926-1990)» (σε ανθολόγηση του Γιάννη Πατίλη, Γαβριηλίδης), όπως στα «Ποιήµατα και πεζά. Κ. Γ. Καρυωτάκης» (σε επιµέλεια του Δ. Δηµηρούλη, Gutenberg) και τέλος στα Τα ποιήµατα. Μαρία Πολυδούρη» (σε επιµέλεια Χριστίνας Ντουνιά, Βιβλιοπωλείον της Εστίας).

 

 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας