Γιατί πρέπει να προτείνουμε ένα ευρωπαϊκό σύστημα υποδοχής

prosfygopoyla.jpg

Προσφυγόπουλα Η Ελλάδα πρέπει να προτείνει στους Ευρωπαίους να αναλάβουν μέρος της διοικητικής και οργανωτικής ευθύνης του συστήματος υποδοχής στην Ελλάδα | EUROKINISSI/ ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΑΛΛΙΑΡΑΣ

Η ανακίνηση του θέματος επαναφοράς της Ελλάδας στη Συνθήκη του Δουβλίνου μπορεί να προέκυψε με αφορμή τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία: την ήττα ουσιαστικά του CDU από την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) στην Πομερανία, ωστόσο πρόκειται για διαχρονική εκκρεμότητα του ευρωπαϊκού σχεδιασμού για τη μεταρρύθμιση του ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου.

Αρχικά το θέμα είχε ανακινηθεί από την Επιτροπή, η οποία είχε δηλώσει ότι πρόθεσή της ήταν να επανέλθει η Ελλάδα στο σύστημα εντός του 2016 τον περασμένο Δεκέμβριο-Ιανουάριο.

Στις 10 Φεβρουαρίου του 2016 είχε εκδώσει συστάσεις προς την Ελλάδα με αναγκαία μέτρα ώστε να επανέλθουν οι επιστροφές.

Οι εξελίξεις γύρω από την κοινή δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας και η έντονη πολιτική διαδικασία ξεφούσκωσαν επικοινωνιακά το θέμα προσωρινά, χωρίς ωστόσο να βγει από την ατζέντα της Επιτροπής, η οποία στην επανέκδοση συστάσεων προς την Ελλάδα για το ίδιο θέμα τον περασμένο Ιούνιο έβαζε ως στόχο την έναρξη επιστροφών μέχρι το τέλος του 2016.

Τώρα που η πολιτική διαδικασία γύρω από το μέλλον της κοινής δήλωσης αλλά και άλλοι λόγοι καθιστούν αναγκαία την κλιμάκωση της πίεσης προς την Ελλάδα αυτό επανέρχεται και επικοινωνιακά.

Η πίεση υπό τις παρούσες συνθήκες εξυπηρετεί περισσότερους από έναν λόγους. Η διπλωματική διελκυστίνδα γύρω από τις τεχνικές λεπτομέρειες της συμφωνίας είναι αβέβαιη και θα μπορούσε είτε να οδηγήσει σε μια υποτυπώδη εφαρμογή των προβλεπομένων είτε σε έναν βαθμιαίο εκφυλισμό μέχρι το τέλος του χρόνου, χωρίς ωστόσο κάποιο μέρος να την εγκαταλείπει οριστικά για τους δικούς του πολιτικούς λόγους.

Η Τουρκία μπορεί να μείνει στη συμφωνία διεκδικώντας ό,τι περισσότερο μπορεί και κυρίως ανοχή από τους Ευρωπαίους για τις εξελίξεις στο εσωτερικό και την εμπλοκή της στη Συρία.

Για τους Ευρωπαίους αυτό που είναι κρίσιμο περισσότερο είναι η αποτρεπτική ισχύς που μπορεί η παρούσα ισορροπία να παράξει και δευτερευόντως η ικανότητα της Ελλάδας να συγκρατήσει σε μια υποτυπώδη σταθερότητα όσο πληθυσμό έχει φτάσει και θα συνεχίσει να φτάνει μέχρι εδώ.

Το Δουβλίνο μπορεί να ενισχύσει την αποτρεπτική ισχύ της συμφωνίας, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να αποτελέσει δικλίδα ασφαλείας σε περίπτωση που το «κακό» σενάριο της αποτυχίας της συμφωνίας παίξει ξαφνικά λόγω απρόβλεπτων εξελίξεων.

Επίσης για να έχει οποιαδήποτε ελπίδα επιτυχίας η μεταρρύθμιση του κανονισμού στο πολύπλοκο και εν μέρει παράλογο σύστημα που προβλέπεται από το «Δουβλίνο 4» η Ελλάδα δεν μπορεί να εξαιρείται, διαφορετικά η όλη μεταρρύθμιση καθίσταται ουσιαστικά κενή νοήματος εξ αρχής. Πράγμα το οποίο άλλωστε ανοιχτά αναφέρει η Επιτροπή στις επαναληπτικές συστάσεις του Ιουνίου.

Ολα αυτά είναι εν μέρει γνωστά στις ελληνικές αρχές, όπως και ότι η μεταρρύθμιση του κανονισμού είναι επί της ουσίας της αρνητική για την Ελλάδα, οι οποίες ήδη φέρονται να δραστηριοποιούνται ώστε να συγκροτήσουν επιχειρηματική γραμμή.

Για ακόμη μία φορά είναι πιθανό η Ελλάδα να εγκλωβιστεί σε μια αρνητική επιχειρηματολογία εξηγώντας ουσιαστικά γιατί δεν είναι δίκαιο και εφαρμόσιμο το Δουβλίνο υπό τις παρούσες συνθήκες.

Αυτό ποσώς ενδιαφέρει τις Βρυξέλλες στην πραγματικότητα, που εάν χρειαστεί δεν θα διστάσουν να εκβιάσουν, και πάλι, την ελληνική κυβέρνηση ώστε να προσαρμοστεί με τις προτεραιότητές τους.

Είναι κρίσιμο στην παρούσα τα επιχειρήματα να αποκτήσουν χαρακτήρα εναλλακτικής πρότασης συνολικά της διαχείρισης των πληθυσμιακών ροών προς την Ευρώπη, περιλαμβανομένου και του ασύλου.

Η παρούσα συγκυρία με τη συγκρότηση άξονα μεσογειακών χωρών πριν από τη σύνοδο στην Μπρατισλάβα θα μπορούσε να θεωρηθεί καλή συγκυρία για κάτι τέτοιο.

Η Επιτροπή συστηματικά αποσυνδέει τη συγκρότηση του Ευρωπαϊκού συστήματος Ασύλου από την δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συστήματος υποδοχής.

Ουσιαστικά ουδετεροποιεί το άσυλο ως τελευταία οδό εισόδου προς την Ευρώπη, ενώ ταυτόχρονα εγκαταλείπει την ευθύνη οικονομικής και διοικητικής οργάνωσης της υποδοχής στην Ελλάδα, και το UNHCR, εφόσον μια ενδεχόμενη αποτυχία μόνο ενισχυτικά μπορεί να λειτουργήσει ως προς τον στόχο της αποτροπής. Ενα σύστημα υποδοχής που λειτουργεί αποτρεπτικά ταιριάζει στον σχεδιασμό της.

Στην αντίθετη κατεύθυνση η Ελλάδα πρέπει να προτείνει στους Ευρωπαίους να αναλάβουν μέρος της διοικητικής και οργανωτικής ευθύνης του συστήματος υποδοχής στην Ελλάδα.

Να επανδρώσουν με τους δικούς τους γιατρούς, υπαλλήλους υπηρεσιών ασύλου και συστημάτων υποδοχής και πολιτικής προστασίας χώρους φιλοξενίας, των οποίων το κόστος αλλά και τη διαχρονική ευθύνη των πληθυσμών θα αναλάβουν μέχρι την εξομάλυνση της κρίσης.

Υπάρχουν δύο σοβαρά αντεπιχειρήματα σε αυτή την πρόταση. Πρώτον, με την «ευρωπαϊκοποίηση» της υποδοχής η Ελλάδα θα απολέσει κυριαρχικά δικαιώματα.

Οχι αναγκαία εάν το ρυθμιστικό πλαίσιο που συνοδεύει την πρόταση είναι σαφές γύρω από τις αρμοδιότητες και η Ελλάδα διατηρεί τον τελευταίο λόγο για τα «standard operation procedures» των χωρών φιλοξενίας.

Επιπλέον πρέπει να συνυπολογίσει κανείς ότι σε περίπτωση που η παρούσα διπλωματική ισορροπία δεν αντέξει η Ελλάδα μάλλον θα θεωρηθεί από πολλούς Ευρωπαίους εταίρους το επόμενο buffer zone, πράγμα που συζητιέται σε ευρωπαϊκούς κύκλους, όπως συστηματικά αναφέρει ο «αρχιτέκτονας» της συμφωνίας Ε.Ε.-Τουρκίας, επαναλαμβάνοντας παντού ότι εάν το πνευματικό του τέκνο αποτύχει η Ελλάδα θα γίνει Ναούρου τις Ευρώπης.

Δεύτερον, θα ανασχεθεί κάθε δυνατότητα διαρροής πληθυσμών προς τη Βόρεια Ευρώπη που τώρα λειτουργεί ως δικλίδα αποσυμπίεσης.

Πρέπει εδώ να αντιληφθεί κανείς ποιο είναι το πλαίσιο ελέγχου που διαμορφώνεται από τις τελευταίες ραγδαίες παρεμβάσεις της Επιτροπής στο πλαίσιο ελέγχου των πληθυσμιακών ροών και ιδιαίτερα την επικύρωση του κανονισμού της Ευρωπαϊκής Συνοροφυλακης τον περασμένο Ιούνιο.

Ο κανονισμός πηγαίνει πολύ πιο πέρα από την άσκηση συνοριακών ελέγχων δίνοντας ουσιαστικά στην Επιτροπή τη δυνατότητα υψηλής εποπτείας στο σύνολο της πολιτικής ελέγχου προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών σε κάποια χώρα.

Τα κρυφά μεγέθη μέσω των οποίων εφαρμόζεται συχνά παραπολιτική στο πεδίο της προσφυγικής κρίσης δεν θα γίνονται άμεσα αντιληπτά και θα ελέγχονται, ενώ ο σχεδιασμός θα υπαγορεύεται ουσιαστικά από την Επιτροπή.

Το μόνο που δεν «ευρωπαϊκοποιεί» και πάλι μέσω της νέας υπηρεσίας είναι το σύστημα υποδοχής, για το oποίο η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να πληρώσει αδρά την Ελλάδα και τις διεθνείς ΜΚΟ ώστε να το αναλάβουν.

Βλέποντας το θέμα ρεαλιστικά είναι απίθανο στο υπαρκτό πλαίσιο και σε πρώτο χρόνο μια τέτοια πρόταση, όσο συγκροτημένη και εάν παρουσιαστεί, να γίνει αντικείμενο καθολικής αποδοχής.

Θα βρει όμως υποστήριξη και ίσως πλαίσιο εφαρμογής σε διμερές επίπεδο σε ορισμένες περιπτώσεις.

Η απόρριψή του επίσης μπορεί να προσφέρει πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο στην κυβέρνηση με το οποίο θα μπορέσει να συγκρουστεί, αρνούμενη την πλήρη αποδοχή και εφαρμογή ευρωπαϊκών δεσμεύσεων, εφόσον αυταπόδεικτα οι εταίροι αρνούνται να βοηθήσουν με οποιονδήποτε, ακόμη και τον πλέον προνομιακό, τρόπο στη διαχείριση του φαινομένου.

* Aνεξάρτητος δημοσιογράφος

Μέλος της
ΕΝΕΔ