ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κυριακή Μπεϊόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ξεδίπλωσε την μπλε φόρμα της δουλειάς. Καθαρή πεντακάθαρη, σιδερωμένη. Την κοίταξε καλά. Είδε ανεξίτηλα σημάδια. Μια μικρή τρυπούλα μπροστά στο στήθος από το τσιγάρο που κράταγε στο στόμα πάντα. Ενα σκίσιμο στη δεξιά τσέπη, από το καρφί ενός τοίχου.

Μια άσπρη μελανιά από νέφτι. Κατά τ’ άλλα εντάξει ήταν. Αλλωστε αυτή ήταν η τελευταία πριν από τη σύνταξη. Είχαν προηγηθεί φόρμες και φόρμες από τα δεκατέσσερα που άρχισε να δουλεύει.

Τη φόρεσε και εμφανίστηκε στο σαλόνι. «Τρελάθηκες; Πού πας έτσι καλέ;». Η πρώτη αντίδραση. Εξηγεί: Ζήτησαν τη γνώμη μου σε μια δουλειά, δεν θα κάνω τίποτα άλλο. Της έριξε μια πλάγια ματιά. Δεν την έπεισε, αλλά κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Πρώτος ο προποτζής άρχισε το δούλεμα «τι έγινε μαστοράκι, βγήκαμε για μεροκάματο;».

Θα μπορούσε να μην τη φορέσει. Να πάει στην οικοδομή να τους πει τη γνώμη του και να φύγει καθαρός. Η αλήθεια είναι όμως πως την πεθύμησε πολύ. Κι ας είναι ζεστή και λίγο στενή. Επειτα ήταν και το άλλο, ήθελε να πιάσει λίγο τσιμέντο, να καθίσει στις παλέτες με τα τούβλα, να αγκαλιάσει και κανά δυο συναδέλφους, να καπνίσει ένα τσιγάρο πλάι τους. Μόνο μέσα σ’ αυτό το ρούχο αισθανόταν άνετα.

Τα έκανε όλα λοιπόν και το χάρηκε. Στην επιστροφή η φόρμα ήταν πιο άσπρη και από τα μαλλιά του. Τον βλέπει εκείνη και κουνάει το κεφάλι, λέγοντας «τι να σου πω άνθρωπέ μου, άντε βγάλ’ τη τώρα να την πλύνω». Την έβγαλε. Την ακούμπησε στα κάγκελα του μπαλκονιού και την καμάρωνε. Ο δεύτερός του εαυτός απλωμένος, κουρασμένος και ευχαριστημένος. Ούτε μέση τον πόνεσε ούτε τίποτα. «Ασ’ τη, μην την πλύνεις σήμερα», της φώναξε χαμογελώντας, «μπορεί να πάω κι αύριο».