Το ευάλωτο κάστρο του εαυτού

«Με λένε Μέρι Κάθριν Μπλάκγουντ. Είμαι δεκαοχτώ χρονών και ζω με την αδελφή μου, την Κόνστανς. Εχω σκεφτεί πολλές φορές ότι με λίγη τύχη θα μπορούσα να είχα γεννηθεί λυκάνθρωπος, επειδή τα δύο μεσαία δάχτυλα των χεριών μου έχουν το ίδιο μήκος, αλλά έπρεπε να αρκεστώ σε ό,τι είχα. Αντιπαθώ το μπάνιο, τα σκυλιά και τη φασαρία. Συμπαθώ την αδελφή μου την Κόνστανς, τον Ριχάρδο της Υόρκης και το Amanita Phalloides, το μανιτάρι θανατίτη. Ολα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μου έχουν πεθάνει».

Shirley Jackson «Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο» Μυθιστόρημα Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη Μεταίχμιο, 2016 Σελ. 248. Shirley Jackson «Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο» Μυθιστόρημα Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη Μεταίχμιο, 2016 Σελ. 248. |
Ετσι μας συστήνεται η Μέρικατ, η αφηγήτρια του μυθιστορήματος Ζούσαμε πάντα σ’ ένα Κάστρο, της Αμερικανίδας Σίρλεϊ Τζάκσον, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πλέον σημαντικούς εκπροσώπους της νεογοτθικής λογοτεχνίας.

Οπως στο Ψυχώ, εμβληματικό μυθιστόρημα τρόμου του Ρόμπερτ Μπλοχ, έτσι κι εδώ οι ερεβώδεις πύργοι της κλασικής γοτθικής μυθοπλασίας έχουν αντικατασταθεί από ένα επιβλητικό όσο και ασφυκτικό αρχοντικό σπίτι, ενώ τις οικογενειακές κατάρες και τα φαντάσματα έχουν αντικαταστήσει τα οικογενειακά μυστικά, η τρέλα που ελλοχεύει στην απομόνωση και η βία που ριζώνει στις σχέσεις του ανθρώπου με την κοινότητα.

Η Τζάκσον έδωσε το 1948 το συγγραφικό της στίγμα μ’ ένα διήγημα με τίτλο «The Lottery», που δημοσιεύτηκε στο «New Yorker» ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων, αλλά σήμερα διδάσκεται στα περισσότερα αμερικανικά πανεπιστήμια.

Η πλοκή του εξελίσσεται σε ένα ανώνυμο χωριό στην αμερικανική ενδοχώρα, όπου κάθε χρόνο οι κάτοικοι συγκεντρώνονται στην κεντρική πλατεία για να τηρήσουν ένα πατροπαράδοτο έθιμο ώστε να έχουν καλή σοδειά: στήνουν μια λοταρία και στη συνέχεια θανατώνουν διά λιθοβολισμού αυτόν που κλήρωσε ο λαχνός.

Είναι φανερό εδώ το στοιχείο της αλληγορίας που μπορούμε να ανιχνεύσουμε στις μοντέρνες εκδοχές ιστοριών τρόμου, όπου ο τρόμος δεν έχει εξοβελιστεί σε ένα Σύμπαν υπερφυσικό, αλλά εδράζεται στην ψυχή του ατόμου καθώς και στις σχέσεις του με την κοινωνία.

Στα χνάρια, θα έλεγα, αυτού του πολυβραβευμένου διηγήματος βρίσκεται και το ανά χείρας μυθιστόρημα. Οι ήρωες (η Μέρικατ, η αδελφή της Κόνστανς και ο θείος τους Τζούλιαν) διαμένουν σ’ ένα διώροφο αρχοντικό, σε απομόνωση από το γειτονικό χωριό, το οποίο επισκέπτεται μόνο η αφηγήτρια για τα απαραίτητα ψώνια.

Η πραγματικότητα τόσο στο απομονωμένο σπίτι όσο και στο εχθρικό προς την οικογένεια Μπλάκγουντ χωριό μεταφέρεται στον αναγνώστη μέσα από την ιδιαίτερη ματιά της Μέρικατ, για την οποία σχηματίζουμε αρχικά την εντύπωση πως είναι παιδί, όμως στην πορεία συνειδητοποιούμε ότι είναι δεκαοχτάχρονη κοπέλα. Αρα η αλλόκοτη συμπεριφορά της (μιλάει με τον γάτο της, θάβει αντικείμενα στον κήπο για προστασία, ακολουθεί ένα σταθερό πρόγραμμα με ψυχαναγκαστική προσήλωση) παραπέμπουν στην τρέλα.

Η τρέλα, αγαπημένο συστατικό της γοτθικής μυθοπλασίας που επηρεάστηκε από το λογοτεχνικό κίνημα του ρομαντισμού, δεν θα πρέπει να νοηθεί με την κλινική έννοια του όρου.

Ο ρομαντισμός, γοητευμένος από τα πλέον ακραία πάθη του ατόμου, αγκάλιασε την «τρέλα», νοούμενη όμως ως ύστατη συνέπεια της ρήξης του ανθρώπου με το περιβάλλον, ως ένα σχίσμα ολοκληρωτικό ανάμεσα στο εγώ και τους άλλους, ένα ρήγμα που κόβει τον άνθρωπο στα δύο, όπως στο Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ του Ρ. Λ. Στίβενσον.

Εδώ, ο διχασμός προβάλλεται στο πρόσωπο των δύο αδελφών, της Μέρικατ και της Κόνστανς, όπου η πρώτη αντιπροσωπεύει το ανήσυχο, βίαιο και ριψοκίνδυνο πνεύμα, ενώ η δεύτερη αποτελεί το φιλήσυχο, τρυφερό, εσωστρεφές κομμάτι του διχασμένου όλου. «Κομμένος» στα δύο μοιάζει και ο θείος Τζούλιαν καθώς βρίσκεται σε αναπηρικό καροτσάκι μετά το μοιραίο δείπνο που έστειλε στον τάφο την υπόλοιπη οικογένεια, αφού έφαγαν από τη ζάχαρη που ήταν ανακατεμένη με αρσενικό.

Ο ίδιος κατανάλωσε μικρή ποσότητα, ικανή πάντως να τον αφήσει ανάπηρο. Στα μάτια των χωριανών η Κόνστανς στιγματίστηκε ως πιθανή ένοχη, γεγονός που οδήγησε τελικά στον εμπρησμό του σπιτιού από το τυφλωμένο πλήθος, έναν εμπρησμό που κατέκαψε τον πάνω όροφο του αρχοντικού, αφήνοντας και αυτό κομμένο στα δύο, μισό.

Εκτός από το μοτίβο του διχασμού, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει στο μυθιστόρημα η χρήση της γλώσσας ως μέσου θωράκισης του απειλημένου ατόμου. Η Μέρικατ γράφει με το δάχτυλο πάνω στο αλειμμένο με μαρμελάδα ψωμί της και μετά το τρώει, χρησιμοποιεί μαγικές λέξεις για να αποτρέψει την εισβολή, καρφώνει ένα βιβλίο σ’ ένα δέντρο ως μέτρο προστασίας του σπιτιού από τους ξένους. Ο θείος Τζούλιαν επίσης καταφεύγει καθημερινά στη λεπτομερή καταγραφή της μοιραίας βραδιάς για να αντέξει το βάρος της.

Η Τζάκσον είχε υποφέρει σε όλη της τη ζωή από διάφορες νευρώσεις και ψυχοσωματικές ασθένειες, ενώ μετά την έκδοση του παρόντος μυθιστορήματος για έξι μήνες δεν έβγαινε απ’ το σπίτι. Σε όλο της το έργο αποτυπώνεται η πάλη της ανάγκης να βγει κανείς έξω στον κόσμο με την επιθυμία να κλειστεί στον εαυτό του καθώς και ο διχασμός ανάμεσα στην αγάπη για το «σπιτικό» και τη γνώση πως τα μέλη του μπορούν να «αλληλοφαγωθούν».

Η ίδια έχει δηλώσει: «Εάν θεραπευόμουν κι ήμουν καλά, τότε τα βιβλία μου θα ήταν διαφορετικά. Ποιος θέλει να γράψει για την αγωνία από μια θέση ασφάλειας; Ομως πιστεύω πως ποτέ δεν θα ήμουν ολότελα ασφαλής αφού δεν μπορώ να ανακατασκευάσω τον νου μου».

Το efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες του έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας