Ερωτας και θάνατος σφιχταγκαλιασμένοι

giorgos_glastras_filareti_komninoy.jpg

Γιώργος Γλάστρας, Φιλαρέτη Κομνηνού Γιώργος Γλάστρας, Φιλαρέτη Κομνηνού

Οπως κάθε κείμενο που θέλει να ονομάζεται ποιητικό, το τελευταίο, έβδομο στη σειρά, έργο του Γιάννη Καλαβριανού ξεκινά από μια ιστορία για να υψωθεί κατακόρυφα, ώσπου να συναντήσει τις βασικές πύλες της ανθρώπινης κατάστασης: Τον έρωτα από τη μια.

Κι από την άλλη, τον θάνατο. Συγκρατιέμαι μάλιστα να μη μεταφέρω τις έννοιες αυτές με το κεφαλόγραμμα του παλιού Ρομαντισμού, καθώς το έργο του Καλαβριανού -η ποιητική του, αν θέλετε, κλιμάκωση- στα μεγάλα και αιώνια καταλήγει. Στη συμπαντική, άρρητη και φευγαλέα διάσταση όπου τα αντίθετα βρίσκουν την αρμονική τους ένωση και μαζί με αυτήν αποκτούν για εμάς κάποιο νόημα και μια παρηγοριά.

Οπως καταλαβαίνετε ήδη, η Γρανάδα για τον Καλαβριανό είναι «τόπος». Περισσότερο φτιαγμένος από τραγούδι παρά με γεωγραφία, τόπος θρυλικού έρωτα και θανάτου, τόπος νοσταλγίας και συνάντησης των απανταχού ιδαλγών. Στη Γρανάδα, λέει η ιστορία, επέστρεψε κάποτε και η όμορφη και χαρισματική «Ιωάννα η Τρελή» το λείψανο του έρωτά της, του «Φιλίππου του Ωραίου», διασχίζοντας πεζή την Ισπανία, μόνο τη νύχτα, σταματώντας κάθε τόσο για να ανοίξει στα κλεφτά το σκευοφυλάκιο και να φιλήσει τα πόδια του.

Μια βασίλισσα χωρίς βασιλεία (ως Ιωάννα της Καστίλης υπήρξε τυπικά μόνο βασίλισσα της Ισπανίας), ένας έρωτας χωρίς σώμα (πέρασε επτά χρόνια παντρεμένη και πενήντα χήρα) και μια ζωή χωρίς ευκρινές νόημα, εγκλωβισμένη σε ένα κάστρο και σε έναν μάλλον ανεπίδοτο έρωτα.

Χωρίς αμφιβολία μια περίπτωση «ρομαντική» ή τουλάχιστον από εκείνες που ο Ρομαντισμός αργότερα θα αναδείκνυε στο πλαίσιο της δικής του μελαγχολικής, εμμονικής ατμόσφαιρας. Για όλους τους απέξω, η Ιωάννα θα απέμενε το δίχως άλλο μια «τρελή». Ποιος ξέρει αν για την ίδια, τρελός τελικά δεν ήταν παρά ο κόσμος που έστεκε απέξω.

Αλλά τι μας ενδιαφέρει, θα μου πείτε, η ιστορία της; Κάτι που έγινε για εμάς κάπου αλλού, τόσο μακριά και παλιά όσο τα αστέρια;… Η αλήθεια είναι ότι τα χρόνια του απομονωμένου βίου της Ιωάννας φαντάζουν τεράστιο διάστημα. Κι ωστόσο θεωρούμε δεδομένη την αιωνιότητα του ουρανού.

Πιο κοντά μοιάζει σε εμάς αυτή η ελληνική οικογένεια που βλέπουμε τώρα στη σκηνή του Καλαβριανού σε πρώτο πλάνο, χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι κλείνει μέσα της όλον τον κόσμο. Με τη μονίμως κουρασμένη -και νευρόσπαστη- μάνα, τον κάπως απόμακρο πατέρα, τον γιο και την κόρη (δεμένοι και οι δύο από ό,τι φαίνεται ακόμα στο άρμα της οικογένειας), με μια ανάπηρη θεία και τον πρόσφατο θάνατο της γιαγιάς…

Με τα γνωστά εκατέρωθεν απωθημένα, τους μικροκαβγάδες, την γκρίνια για ό,τι δεν έγινε, τη θλίψη για ό,τι δεν θα γίνει. Και, βέβαια, με τη δαμόκλειο σπάθη της απώλειας πάνω από τα κεφάλια τους...

Ωστόσο ανάμεσα στην αιωνιότητα των αστεριών και τη ζωή τους μεσολαβεί καταπώς φαίνεται η ποίηση. Με τη δική της άδεια η τρελή Ιωάννα επιστρέφει στην παράσταση του Καλαβριανού με ένα χαμόγελο ευγένειας και γαλήνης στο χείλη, για να διδάξει όχι την ιστορία της αλλά τον κόσμο από το ύψος των αστεριών όπου τώρα στέκει. Τα λόγια της είναι απρόσμενα: θετικά λόγια της επιστήμης, ειπωμένα για να φεγγοβολούν κατανόηση και ελπίδα.

Και είναι αυτό για εμάς παρηγοριά. Γιατί εδώ, στον κάτω κόσμο υπάρχουν η απώλεια, η τυχαιότητα, η φθορά, η σιωπή και ο συμβιβασμός. Αυτά είναι τα υλικά μας και με αυτά πορευόμαστε. Κι αν ελπίζουμε σε κάτι, δεν είναι παρά στην κατανόησή του, σε μια βαθύτερη διεργασία που περνά από τους μύθους και τον έρωτα και συναντά στο τέλος το μακάριο χαμόγελο μιας αιώνια ερωτευμένης.

Πέρα από αυτό, τίποτα άλλο: Η «Γρανάδα» ξεκινά από μια πλάγια αναφορά στον «Φάουστ» και περνά από τα κύματα εκατό στίχων για να καταλήξει στον Λειβαδίτη. Εντός των ορίων τους κινείται η ικανότητά μας για κατανόηση του μεγάλου Μυστηρίου.

Υπάρχει συγκίνηση στο κείμενο του Καλαβριανού, στις ερμηνείες των ηθοποιών και στον κόσμο των θεατών. Συνομιλεί με νεότερα έργα της βρετανικής δραματουργίας (ας πούμε τους «Αστερισμούς» του Πέιν), συναντά όμως και όψεις της σύγχρονης δικής μας οξυμένης ευαισθησίας.

Υπάρχει στη «Γρανάδα» το στοιχείο της ποιητικής ελευθερίας, υπάρχει καυστικό χιούμορ, υπάρχει η προβολική διάταξη του μεταμοντέρνου. Υπάρχει πιο πίσω και η ανάγκη του θεάτρου μας να επανεισαγάγει τον συγγραφέα, άρρηκτα δεμένο όμως πλέον με τη σκηνική εικόνα (ακόμα κι αν συγγραφέας και σκηνοθέτης ενώνονται εδώ στο ίδιο πρόσωπο).

Αλλά όλα αυτά, είπαμε, έρχονται δεύτερα. Εκείνο που κυριαρχεί είναι η δαιμονική ικανότητα του ίδιου του Καλαβριανού να παίρνει παλιές και λησμονημένες ιστορίες και να τις κάνει να ανθίζουν μπροστά μας. Ακόμα περισσότερο, να μας μιλούν για τον ανθό και μ’ αυτόν να μας μερώνουν. Από την αρχή κιόλας είχαμε διαπιστώσει πως πρόκειται για μια πολύ διακριτή περίπτωση συγγραφέα. Είχαμε αφήσει φαίνεται κατά μέρος πως πρόκειται και για έναν εξίσου σημαντικό ποιητή μας.

Για τον ρόλο της Ιωάννας, που επικρέμαται σαν βίντεο της παράστασης και που επεμβαίνει ως στάσιμο στα επεισόδιά της, έχουμε ήδη μιλήσει. Η Λυδία Φωτοπούλου δείχνει ότι το πρόσωπο της Ιωάννας έχει πλέον δεχθεί τη χάρι και το φέγγος. Στον αντίποδα βρίσκεται η φθαρμένη Αννα της βιοπάλης, της Φιλαρέτης Κομνηνού. Κι όμως χρειάζεται το ίδιο φως για να ερμηνευτεί η δική της «ποίηση». Καθώς μαζεύει τις τρίχες από το πάτωμα, γίνεται ο συλλέκτης των μικρών σημείων του έρωτά της για τον άνδρα της.

Ο τελευταίος ερμηνεύεται από τον Γιώργο Γλάστρα, στο ενδιάμεσο ενός ανθρώπου που ζει εντός και εκτός σκηνής, στην οικογένεια και εκτός αυτής, σαν γνωστός και άγνωστός της. Οσο για την Ελλη, την ανάπηρη αδελφή, όπως συμβαίνει κάθε φορά που συναντώ στο θέατρο την Εφη Σταμούλη, παραδίδει και εδώ μάθημα υποκριτικής σεμνότητας και ουσίας.

Στους κάπως συμπληρωματικούς ρόλους των νέων, ο Διαμαντής Αδαμαντίδης και η Στέφη Πουλοπούλου δίνουν δύο πορτρέτα που προφανώς ζουν τη διάψευση των γονιών σαν δική τους ενοχή. Η Αλεξία Μπεζίκη έχει έναν πιο απαιτητικό ρόλο: στη Χριστίνα υπάρχει η κατάφαση για τη ζωή, μια ειλικρίνεια και αμεσότητα που κάνει το πρόσωπό της να επιδρά με καταλυτική δύναμη στους υπόλοιπους. Ο ρόλος της δυστυχώς δεν ολοκληρώνεται από τον συγγραφέα, ακόμα κι έτσι όμως παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Ομορφα τα σκηνικά -ενυδρεία μνήμης και κιβωτοί ζωής- της Ευαγγελίας Θεριανού. Και στο φόντο πάντα το ίχνος χαμένων ονείρων από τη μουσική του Αγγελου Τριανταφύλλου.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας