«Επρεπε να εξημερώσω τον Ομηρο, όπως ο Μικρός Πρίγκιπας την αλεπού»

mihalis_gkanas.jpg

Μιχάλης Γκανάς Ο πολυβραβευμένoς ποιητής και στιχουργός από τη Θεσπρωτία, Μιχάλης Γκανάς | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Μην το σκεφτείτε ούτε λεπτό. Ακόμα κι αν διαβάζετε με άνεση, που θα τη ζήλευε και ο Ζουράρις, την «Οδύσσεια» στο πρωτότυπο. Ακόμα κι αν έχετε τη μετάφραση του Μαρωνίτη στο προσκέφαλό σας. Αγοράστε αμέσως ένα βιβλίο που έβγαλε το «Μεταίχμιο». Για λογαριασμό σας, όχι για τα παιδιά σας.

Ο τίτλος προφανώς ξενίζει: Ομήρου Οδύσσεια του Μιχάλη Γκανά. Με εικονογράφηση του Βασίλη Γρίβα, πλήρες το πακέτο. Ναι, ο σπουδαίος και πολυβραβευμένoς ποιητής και στιχουργός από τη Θεσπρωτία το τόλμησε. Ξανάγραψε με τον δικό του τρόπο το έπος του Ομήρου.

Κι επειδή δεν μπορούσαμε να αφήσουμε το βιβλίο από τα χέρια μας, έχοντας νωπή την απόλαυση, τον παρακαλέσαμε να απαντήσει στις πολλές απορίες μας.

• Αν ένας μεταφραστής της «Οδύσσειας» νιώθει έναν κάποιο τρόμο μπροστά στο πρωτότυπο, αλλά και τον όγκο και την αξία των μεταφράσεων που υπάρχουν, πώς νιώθει αυτός που κάθεται να «ξαναγράψει» το έπος, να το διασκευάσει; Πιο ελεύθερος; Ή μήπως ακόμα πιο «τρομοκρατημένος»;

Ο επίδοξος μεταφραστής της «Οδύσσειας» πρέπει να είναι «έτοιμος από καιρό» πριν αναλάβει αυτό το έργο. Είναι απόφαση ζωής, δεν είναι παίξε-γέλασε. Σε μια διασκευή, ίσως, είναι ευκολότερα τα πράγματα. Εχεις μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.

Ετσι ένιωσα εγώ τουλάχιστον, όταν μου πρότεινε ο Νώντας Παπαγεωργίου (ο εκδότης του Μεταίχμιου) να διασκευάσω την «Οδύσσεια» για νεαρούς αναγνώστες. Αποφάσισα και είπα το «ναι» πολύ γρήγορα, άρα δεν πρέπει να ήμουν τρομοκρατημένος… Ημουν, βέβαια, προβληματισμένος για το όλο εγχείρημα.

Οχι αν χρειάζεται σήμερα μια διασκευή της «Οδύσσειας», γιατί ήμουν σίγουρος ότι χρειάζεται, αλλά αν μπορώ εγώ να το κάνω. Οταν πείστηκα ότι μπορώ, προχώρησα. Οχι χωρίς αμφιταλαντεύσεις και παλινωδίες ακόμη, αλλά αποφασισμένος.

• Τι ακριβώς είχατε στο μυαλό σας όταν ξεκινήσατε; Είχατε βάλει όρια στο έργο σας (τι κάνετε, τι δεν κάνετε, μέχρι πού φτάνετε); Ή προχωρούσατε χωρίς «βαρίδια», σαν να γράφατε ένα οποιοδήποτε από τα έργα σας;

Πριν ξεκινήσω να γράφω χρειάστηκε να διαβάσω. Πρώτη φορά το έκανα και ευτυχώς δεν το παράκανα, γιατί μπορεί και να τα παρατούσα. Δύο πράγματα ήξερα από την αρχή. Οτι έπρεπε να «κόψω δρόμο», χωρίς να πειράξω τον βασικό ιστό της αφήγησης.

Και ότι θα έλυνα τα προβλήματα που αντιμετώπιζα, γράφοντας και βλέποντας, αλλά όχι προαποφασίζοντας τι κάνω ή τι δεν κάνω με βάση κάποιους ανελαστικούς κανόνες. Ξεκίνησα, μπορώ να πω, χωρίς καθόλου «βαρίδια», με μια ανεξήγητη αυτοπεποίθηση, που είναι απαραίτητη όμως για ένα τέτοιο εγχείρημα.

«Μια φορά κι έναν καιρό, και δυο καιρούς αν θέλετε και τρεις, ήταν ένας άντρας πολυμήχανος και κοσμογυρισμένος που είχε σπουδάσει τους ανθρώπους και τους ήξερε από την καλή κι απ’ την ανάποδη». Ενιωσα να πατάω γερά από την πρώτη αράδα. Οχι πως δεν ζορίστηκα αργότερα. Αλλά η αρχή είναι, αν όχι το ήμισυ, τουλάχιστον το τέταρτον του παντός…

Δεν ένιωθα, πάντως, σαν να έγραφα ένα δικό μου βιβλίο. Αντίθετα ήξερα ότι «ξαναέγραφα» το βιβλίο ενός άλλου, του Ομήρου συγκεκριμένα, που έπρεπε να το κάνω «δικό μου». Επρεπε να το «εξημερώσω», όπως ο Μικρός Πρίγκιπας την αλεπού, για να γίνουμε φίλοι και να μοιραστούμε τα μυστικά μας.

• Πότε πρωτοδιαβάσατε την «Οδύσσεια»;

Το 1960, στα δεκαέξι μου, μαθητής στο Γυμνάσιο Φιλιατών Θεσπρωτίας. Ηταν το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου. Δεν έπεσε ακριβώς, μου το έδωσε ένας καθηγητής μας, ο συμπαθέστερος όλων.

Και δεν ήταν φιλόλογος, όπως θα περιμένατε, αλλά γυμναστής. Φυσικά το διάβασα μονορούφι. Εκανα κοπάνα, μάλιστα, για να το τελειώσω ανενόχλητος από τα βαρετά του σχολείου.

Από τότε δέθηκα με τη μετάφραση του Αργύρη Εφταλιώτη, παρά τις γλωσσικές ακρότητές του. Ηταν μαχόμενος δημοτικιστής και έπρεπε να υπερασπιστεί τις απόψεις του έμπρακτα, σε μια πολύ κρίσιμη φάση του γλωσσικού ζητήματος.

Με συγκινούσε ιδιαίτερα και το γεγονός ότι δεν πρόλαβε να την τελειώσει, έμεινε στη ραψωδία φ. Ξαναδιάβασα την «Οδύσσεια» το 1992, τριάντα δύο χρόνια αργότερα, όταν έγραφα την «Παραλογή», που ήταν η δική μου κάθοδος στον Αδη, η Νέκυια, κατά τους Αρχαίους Ελληνες.

Μάλιστα, ο προσωρινός τίτλος του βιβλίου ήταν αυτός. Νέκυια. Ποιος να μου το ’λεγε ότι 24 χρόνια αργότερα θα έκανα τη διασκευή της.

• Η σχέση σας με το πρωτότυπο ποια είναι; Μπορείτε να το διαβάσετε εύκολα;

Η σχέση μου με το πρωτότυπο ήταν αυτή του λαθραναγνώστη. Εριχνα κλεφτές ματιές κάθε τόσο, για να κρατάω μια στοιχειώδη επαφή με τη γλώσσα και τους ρυθμούς της.

Ο καλός μου φίλος Κωστής Παπαγιώργης μού έλεγε, σε ανύποπτο χρόνο, ότι με ένα ομηρικό λεξικό και επιμονή θα μπορούσα να διαβάζω από το πρωτότυπο. Κατά τη γνώμη του, όλο το θέμα ήταν να μάθει κανείς γύρω στις 300 λέξεις. Ούτε που το δοκίμασα.

Είμαι οκνηρός αναγνώστης, σε αντίθεση μ’ εκείνον, που ήταν φαινόμενο βιβλιοφάγου και μάλιστα πολύ δύσκολων κειμένων.

• Σε ποιες, λοιπόν, μεταφράσεις στηριχθήκατε;

Χρησιμοποίησα τέσσερις. Του αγαπημένου μου Εφταλιώτη και του Ζήσιμου Σίδερη, που είναι έμμετρες και διασώζουν μια αίσθηση ποιητικής αύρας.

Του Δημήτρη Μαρωνίτη σε ελεύθερο ή απελεύθερο στίχο, όπως τον χαρακτήριζε ο ίδιος, που διαθέτει την εγκυρότητα του πρωτότυπου και τον αέρα της νεωτερικής ποιητικής μας παράδοσης.

Τέλος, τη μετάφραση ενός ανώνυμου σε πεζό, με κρουστό λόγο και σωστό γλωσσικό αισθητήριο, αν και δημοσιεύτηκε το 1926 σε επιφυλλίδες μιας αθηναϊκής εφημερίδας.

• Ηταν εύκολο μετά όλα αυτά να βρείτε τη δική σας γλώσσα αφήγησης;

Η καρδούλα μου το ξέρει. Γιατί μπορεί να ξεκίνησα παίζοντας, αλλά γρήγορα βρέθηκα στο κλουβί των λεόντων. Κι έπρεπε να βγω από κει μέσα όπως μπήκα.

Με τη φυσικότητα ενός περαστικού επισκέπτη και όχι σαν πανικόβλητος ζογκλέρ. Και τότε ήρθε η ποίηση να με σώσει. Και μάλλον τα κατάφερε.

• Η φόρμα που επιλέξατε, αυτή η συνύπαρξη πεζού με έμμετρα μέρη, είναι από τα ωραιότερα στοιχεία της «Οδύσσειάς» σας. Αλήθεια, ένας ποιητής σαν κι εσάς, πώς και δεν σκέφτηκε να την «ξαναγράψει» μόνο με στίχους;

Αρχικά, πρόθεσή μου ήταν να αφηγηθώ την «Οδύσσεια» σε πεζό λόγο. Οι αναγνώστες είναι περισσότερο εξοικειωμένοι με το πεζό παρά με την ποίηση.

Η ποίηση, ακόμη και οπτικά, ως φόρμα, κάνει τους ανθρώπους να κουμπώνονται πριν ακόμη διαβάσουν. Εξάλλου, το μυθιστόρημα, το οποίο κυριαρχεί σήμερα, είναι απόγονος του έπους, καθώς λέγεται.

Ωστόσο, η πείρα μου έλεγε ότι η ποίηση μου πάει περισσότερο. Εκεί νιώθω πιο εύκολα το σάπιο σανίδι… Ετσι, όταν αισθάνθηκα ότι έχανα το ενδιαφέρον μου ως αφηγητής, είπα να δοκιμάσω τη στιχουργία. Παλιά μου τέχνη κόσκινο…

Και τότε ξαναθυμήθηκα τι θα πει έμπνευση. Τι θα πει να ξυπνάς στις πέντε το πρωί για να συνεχίσεις κάτι που νόμιζες ότι είχες τελειώσει αργά το βράδυ, αλλά αυτό συνέχιζε τη δουλειά του στον ύπνο σου. Να νιώθεις τον ενθουσιασμό και την ορμή του πρωτάρη.

Εγραψα σε ελάχιστο χρόνο οχτώ ραψωδίες, το 1/3 δηλαδή της «Οδύσσειας», σε ιαμβικό, ανομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο. Μετά ξανακοίταξα και είδα με άλλο μάτι τα πεζά κείμενα και έκανα σημαντικές αλλαγές. Νομίζω ότι αυτή η φόρμα βοηθάει τον αναγνώστη περισσότερο παρά να ήταν όλο πεζό ή ποίηση.

Καθώς τα δύο είδη εναλλάσσονται μεταξύ τους, ειδικά προς το τέλος, έχω την εντύπωση ότι το κείμενο υπακούει στον ρυθμό ενός γρήγορου μοντάζ, που το κάνει πολύ πιο ενδιαφέρον. Κατά γενική ομολογία, πάντως, τα ποιητικά μέρη αρέσουν περισσότερο. Αυτή κι αν είναι η εκδίκηση της γυφτιάς!

• Νιώσατε ίσως την ανάγκη να τονίσετε στη διασκευή σας κάποια στοιχεία που έχουν μεγαλύτερη επικαιρότητα, ας πούμε τα θέματα του «ξένου» και της φιλοξενίας, για να έχει και μια ευρύτερη, παιδαγωγική λειτουργία;

Το έκανα, αλλά πολύ διακριτικά. Ενα παράδειγμα. Η σεβάσμια κυρά, που γηροκομούσε τον Λαέρτη, τον πατέρα του Οδυσσέα, ήταν από τη Σικελία.

Σημειώνω, λοιπόν, εντός παρενθέσεων, για να φαίνεται ότι είναι εκτός ομηρικού κειμένου (Πρόσφυγας θα ’τανε κι αυτή όπως και τόσες άλλες/που ήρθαν κι αναλάβανε παππούδες και γιαγιάδες).

Στο πλαίσιο της παιδαγωγικής λειτουργίας ανήκει και η αποφυγή ακραίων αναχρονισμών που λαϊκίζουν αφόρητα.

• Κάνω λάθος ή μήπως η Πηνελόπη σας είναι πιο πολύπλοκη από αυτή τη βαρετή, πιστή γυναίκα που έχουμε όλοι στο μυαλό μας;

Από τη στιγμή που αλλάζει ο αφηγητής, είναι φυσικό να αλλάζουν και οι ήρωες της «Οδύσσειας». Οντως η Πηνελόπη είναι πιο πολύπλοκη και ψαγμένη, η Καλυψώ είναι κατά της αθανασίας, της ίδιας και των θεών, η Κίρκη είναι λιγότερο μάγισσα και περισσότερο μαγεμένη από τον Οδυσσέα.

Ακόμη και η θεά Αθηνά κοντράρει τον Δία, δηλώνοντας ότι δεν είναι ντροπή να είναι κανείς θνητός. Οσο για τον Οδυσσέα, είναι πολύ πιο ευάλωτος, αυτός ο πορθητής της Τροίας! Και λιγότερο πονηρός. Αφήστε που ξέρει απ’ έξω στίχους Ελλήνων ποιητών…

• Να σας ρωτήσω τι είναι για σας η «Οδύσσεια», τι ήταν όλα αυτά τα χρόνια μέχρι σήμερα που την πλησιάσατε τόσο πολύ;

Η «Οδύσσεια» είναι συχνά ένας τουριστικός προορισμός με πολλά αξιοθέατα. Πήγα κι εγώ δυο-τρεις φορές και πέρασα καλά. Οταν, όμως, τη διέσχισα ολόκληρη βήμα βήμα και λέξη λέξη, τα χρειάστηκα.

Είναι πολύ δύσκολο να ξεναγήσεις τον εαυτό σου και τους άλλους σ’ ένα ταξίδι αυτογνωσίας. Γι’ αυτό ίσως επιστράτευσα την ποίηση, μαζί με έναν λόγο σημερινό, αλλά όχι καθημερινό, και αρκετή δόση χιούμορ. Ετσι, η «Οδύσσεια» από καρτ ποστάλ έγινε πατρίδα.

• Πόσο καιρό σάς πήρε η «Οδύσσεια»; Είχατε ποτέ την αίσθηση ότι σας «κλέβει» από το ποιητικό σας έργο;

Κοντά δυόμισι χρόνια. Δεν είναι πολύς χρόνος, αν σκεφτεί κανείς ότι είχα να κάνω με ένα έπος! Δεν ένιωσα ούτε στιγμή ότι εξαιτίας της παραμελώ το ποιητικό μου έργο, γιατί αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού του έργου.

Είναι το μεγαλύτερο σε έκταση βιβλίο μου, σχεδόν ίσο με όλη τη μέχρι σήμερα δουλειά μου. Βέβαια, δεν είναι όλο δικό μου, έβαλε κι ο Ομηρος το χεράκι του. Τις εφτά στιχουργημένες ραψωδίες, πάντως, τις υπογράφω φαρδιά-πλατιά σαν ένα σύγχρονο προσωπικό ποίημα, μέσα στο μεγάλο έπος του Ομήρου.

• Σε ποιους τελικά απευθύνεται το βιβλίο; Στο επιλογικό σας σημείωμα γράφετε ότι απευθύνεται κυρίως σε παιδιά και εφήβους και σε όσους δεν έχουν διαβάσει ολόκληρο το έπος. Κι εγώ, μεγάλη γυναίκα, που είχε περάσει υπέροχα διαβάζοντάς το, άρχισα να νιώθω άσχημα με τον εαυτό μου..

Σας ζητώ συγγνώμη. Το βιβλίο θα ήθελα να είναι για όλους. Μικρούς και μεγάλους. Βιβλιοφάγους και μη. Ειδικούς και κανονικούς. Εστέτ και λαϊκούς. Αλλά λέγεται εύκολα αυτό;

Από τον Σεφέρη στον Ρασούλη

• Είναι φανερό ότι το «διασκεδάσατε» το εγχείρημά σας. Δεν διστάσατε να μπολιάσετε το κείμενο με στίχους του Σεφέρη και του Καβάφη, αλλά και να το κάνετε πιο λαϊκό και οικείο με Ρασούλη και Σαββόπουλο. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα;

Ενώ έγραφα την πρώτη σελίδα της Οδύσσειας και καθώς αναφερόμουν στους συντρόφους του Οδυσσέα, θυμήθηκα έναν χαρακτηρισμό του Σεφέρη γι’ αυτούς. Ανίδεοι και χορτάτοι. Τον ενσωμάτωσα πάραυτα.

Αργότερα αναδύθηκε μέσα μου ο «εμβληματικός» στίχος «Για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη». Αυτό ήταν, είχα την ιδέα! Αποφάσισα να ενσωματώσω στην αφήγησή μου στίχους Ελλήνων ποιητών, αλλά και τραγουδοποιών και στιχουργών και δημοτικών τραγουδιών.

Μην ξεχνάμε ότι σύμφωνα με την επικρατέστερη θεωρία των ειδικών, τα ομηρικά έπη αποτελούνται από δημοτικά τραγούδια της εποχής, τα οποία ο Ομηρος (αν υπήρξε) συνέθεσε σε ενιαίο σύνολο. Πραγματικά το διασκέδασα και ελπίζω να το χαίρονται και οι αναγνώστες το ίδιο.

Μου αρέσει πολύ η συγκατοίκηση του Σεφέρη με τον Ρασούλη ή του Καβάφη με τον Καββαδία και μου αρέσει περισσότερο που όλοι αυτοί βρίσκονται στο αμπάρι μιας Κιβωτού, η οποία δεν είναι άλλη από την Οδύσσεια.

Οσο για τον Σαββόπουλο, νομίζω ότι είναι ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές μας.

Αυτό το φως δεν λιγοστεύει...

• Δεν έχουμε την ευκαιρία να διαβάζουμε πολύ συχνά συνεντεύξεις σας. Ετσι, με την ευκαιρία, να σας ρωτήσω τη γνώμη σας για την πολιτική κατάσταση, την κυβέρνηση, τη χώρα. Είστε αισιόδοξος; Είστε ανήσυχος;

Τι περιμένετε να σας πω; Οτι είμαι αισιόδοξος; Οτι δεν ανησυχώ; Θα σας έλεγα ψέματα. Θα σας πω λοιπόν τη μικρή μου αλήθεια, με τον τρόπο που ξέρω καλύτερα.

Αυτό το φως δεν λιγοστεύει / απ’ του Ομήρου τον καιρό /και σαν Αρχάγγελος χορεύει / πάνω στο κύμα το σγουρό. / Κάθε νησάκι και κολόνα / κάθε βουνό και προσευχή / κι ο ουρανός ένα ποτάμι / και μια πονετική βροχή. / Ολα μικρά κι αγαπημένα / μέσα στη χούφτα σου χωρούν / την ομορφιά δοξολογούνε / και την ασχήμια συγχωρούν. / Κάθε νησάκι και κολόνα / κάθε βουνό και προσευχή / κι ο ουρανός ένα ποτάμι / και μια πονετική βροχή / πάνω στο αίμα των αθώων / και στου φονιά την ενοχή.

  

 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας