Ενα πραγματικό ιστορικό μυθιστόρημα

«Οι ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΕΡΓΑΤΕΣ αιωρούνται πάνω απ’ την πόλη. Αν δεν είσαι τυφλός, τους βλέπεις, τους νιώθεις κάθε στιγμή! […] Αυτοί είναι το φάντασμα που έγραφε ο πατέρας σου στο “Μανιφέστο” ότι στοιχειώνει την Ευρώπη» λέει ο γιγαντόσωμος μαυριδερός Πολ στην πανέμορφη Λόρα, σε μία από τις πρώτες μέρες τους στο Παρίσι της παιδικής θνησιμότητας, της εργατικής εκμετάλλευσης, της καλπάζουσας καπιταλιστικής ανάπτυξης αλλά και των νέων επιθυμιών, των νέων ηθικών απαιτήσεων και των οραμάτων ανθρώπινης απελευθέρωσης. 

Αρης Μαραγκόπουλος «Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού» Μυθιστόρημα Τόπος, 2016 Σελ. 524 |
Τέσσερα μόλις χρόνια μετά το κυβιστικό παζλ του «Χαστουκόδεντρου» (2012), ο Αρης Μαραγκόπουλος επανέρχεται, ακόμα πιο φιλόδοξος, πάλι με την Ιστορία και την πολιτική –υπό ανθρωπιστικό πρίσμα– στον πυρήνα της αφήγησής του, μ’ ένα μυθιστόρημα που αποτελεί προφανώς αποτέλεσμα εξαντλητικής μελέτης και ώριμο καταστάλαγμα παλαιόθεν εμμονών (βλ. Επίμετρο στο βιβλίο).

Ενας ευαίσθητος στους ιστορικούς κραδασμούς συγγραφέας επιστρέφει για πρώτη φορά τόσο πίσω στον χρόνο. Για πρώτη φορά, επίσης, χωρίς τη βοήθεια του Σανιδόπουλου.

Η περσόνα του Βενιαμίν, χρήσιμη για χρόνια στα όρια της μυθοπλαστικής αυτοβιογραφίας, τώρα στη μυθοπλαστική βιογραφία μπορεί να περάσει στην αφάνεια. Και τα δύο είδη εξάλλου διηγούνται τη ζωή φανταστικών προσώπων.

Επίκεντρο, αυτή τη φορά, το ζεύγος Λαφάργκ, η Λόρα και ο Πολ του «Δικαιώματος στην τεμπελιά», η ζωή των οποίων κατοπτρίζει την ταραγμένη ιστορία της εποχής τους, μιας εποχής-μήτρας, εν πολλοίς, της σημερινής Ευρώπης. Αλλιώς; Μια κρίσιμη για την Ευρώπη περίοδος αντικαθρεφτίζεται πανοραμικά στη ζωή και το έργο του Πολ Λαφάργκ και της Λόρας Μαρξ. 

Και η εποχή των στρατευμένων διανοουμένων, των δοκιμασμένων επαναστατών και των κοινωνικών ουτοπιών ζωγραφίζεται μπροστά στα μάτια μας.

Ο Μαραγκόπουλος τολμά. Πολιτικοί, στοχαστές, συγγραφείς, ζωγράφοι της εποχής είναι ολοζώντανοι εκεί. Σκέφτονται, μιλούν, γράφουν και συμμετέχουν ολόψυχα στα γεγονότα. Ο Μαρξ με τον Ενγκελς, ο Προυντόν και ο Μπακούνιν, ο Μανέ και ο Κουρμπέ, ο Ζολά και ο Φλομπέρ, δίπλα σε δεκάδες επώνυμους και ανώνυμους ήρωες, αλλά και… κομμουνάρους Κρητικούς. Να το γεγονός που σημαδεύει ανεξίτηλα τις συνειδήσεις της εποχής.

Γι’ αυτό και της αφιερώνεται ένας από τους ωραιότερους γαργαντουικούς καταλόγους που γνωρίζω (ασφαλώς θα τον ζήλευε και ο Εκο): απανωτές συσσωρεύσεις ονομάτων, επαγγελμάτων, κινήσεων, συνθημάτων και τραγουδιών αναπαριστούν μυθιστορηματικά την επαναστατική διέγερση, την πρώτη μέρα της Κομμούνας. 

Με αφετηρία τεκμήρια και εμβληματικά κείμενα ο Μαραγκόπουλος τρυπώνει στις ρωγμές, χρωματίζει τις γκρίζες ζώνες, παραθέτει, παραφράζει, μιμείται, μεταμορφώνει, παραμορφώνει και, τέλος, συμπληρώνει ό,τι δεν είπε, ξέχασε ή δεν τόλμησε να φανταστεί η Ιστορία.

Ομνύοντας στην «τέχνη του ψεύδεσθαι» του Ουάιλντ ή στο «ψεύδεσθαι ειλικρινώς» του Αραγκόν, χρησιμοποιεί τον λόγο της μυθοπλασίας για να ζωντανέψει ιστορικές φιγούρες, εκμεταλλευόμενος τη μεταφρασιμότητα της ανθρώπινης εμπειρίας σε γλώσσα και την αφηγηματικότητα της ανθρώπινης ζωής. Ιστορία και λογοτεχνία, ζωή και αφήγηση, διαρκώς σε διαλεκτική σχέση. Αν, όπως λέει το μότο, από τον προσφιλή στον συγγραφέα «Οδυσσέα» του Τζόις, η Ιστορία είναι μια πιθανότητα και ποτέ ένα δεδομένο, τότε: «Υφανε, υφάντρα του ανέμου»! 

Να η δύναμη του είδους στην οποία πιστεύει ακράδαντα και ο Μαραγκόπουλος. Η λεκτική φαντασία δεν αντικατοπτρίζει μόνο την πραγματικότητα, αλλά και μια νέα πραγματικότητα, η οποία δεν υπήρχε πριν, αλλά μας είναι απαραίτητη για να συλλάβουμε την ίδια την πραγματικότητα. «Ο μυθιστοριογράφος με μεγαλύτερη ακρίβεια από τον ιστορικό μάς λέει πάντα ότι το παρελθόν δεν ολοκληρώθηκε, ότι το παρελθόν πρέπει να εφευρίσκεται όποτε το παρόν πεθαίνει ανάμεσα στα χέρια μας» σημειώνει ο Φουέντες. 

Αυτονόητο σήμερα για τη λογοτεχνική μας εμπειρία. Η μυθοπλαστική φαντασία και ο ρεαλισμός δεν αντιπαρατίθενται.

Και ο Μαραγκόπουλος είναι ρεαλιστής, ακόμα και αν η δική του εκδοχή υπερβαίνει την ιστορική ηθογραφία που μας κατακλύζει. Ντοκουμενταρισμένη αφήγηση, συνεχείς αλλαγές φωνής και προοπτικής, ταχύτατο αφηγηματικό μοντάζ, διόγκωση της περιγραφής, έμφαση στη μικρολεπτομέρεια (θα χρειαστούν τρεις πυκνογραμμένες σελίδες να περιγράψουν την αναστάτωση σ’ ένα βαγόνι μέχρι να καταλάβει ο αναγνώστης ότι μπήκε ο Ρεμπό που διαβάζει Μπλανκί και απαγγέλλει Ιγκό!), επιστημονικές μικροπραγματείες (όπως αίφνης για τα μπιμπερό!), λεπτομερείς περιγραφές, στα όρια της «έκφρασης», αρχιτεκτονικών συμπλεγμάτων και έργων τέχνης, αλλά και, κυρίως, μνημονικές καταδύσεις και ευαίσθητες ψυχογραφίες.

Αν σηκώσεις το πέπλο της συνείδησης και εισχωρήσεις στο εσωτερικό του χαρακτήρα, και δη ενός ιστορικού προσώπου, έχεις περάσει στην άλλη πλευρά. Ποιος ιστορικός ή βιογράφος θα τολμούσε να φανταστεί τι σκέφτεται ένας Ιβάν Ιλιτς ή και, εν προκειμένω, ένας Πολ Λαφάργκ πριν πεθάνει; 

Οσο για τον τίτλο του βιβλίου, αυτός εγγράφεται με πολλούς τρόπους σ’ ένα μυθιστόρημα που αποπειράται και καταφέρνει να ζωγραφίσει «εκ του φυσικού» μια εποχή ανατροπών και ως προς την έννοια του «φυσικού» στην κουλτούρα, στην κοινωνία, στην αναπαράσταση της Ιστορίας. Η συζήτηση ανάμεσα στον Μαρξ και τον Πολ για τον φημισμένο «Λαοκόωντα» του Λέσινγκ, αν και διακόπτεται απότομα, δίνει το κλειδί.

Ενα βήμα απέχει ο Τζόζεφ Φρανκ και η θεωρία για τη χωρικοποίηση της φόρμας στο μοντέρνο μυθιστόρημα, όταν σημασία αποκτά η αλληλεπίδραση των σχέσεων στην περιοχή του ακινητοποιημένου χρόνου.

Πώς θα νιώσει άλλος Δουβλινέζος ο αναγνώστης του Τζόις; Πώς θα γίνει να ιδωθεί το Δουβλίνο ως ολότητα; Ετσι και εδώ, μόνο αν όλες οι σχέσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες και όλα τα γεγονότα εισχωρήσουν στη συνείδησή τους μπορεί να γίνει αντιληπτή η ζωή στην ολότητά της, το μυθιστόρημα ως όλον. Η μυθοπλαστική βιογραφία των Λαφάργκ λειτουργεί ως αφορμή για τη δυναμική βιογράφηση πολλών ανθρώπων, του επαναστατικού πλήθους συμπεριλαμβανομένου, και εν τέλει μιας ολόκληρης εποχής. 

Γι’ αυτό, πραγματικός πρωταγωνιστής του σημαντικού αυτού ιστορικού μυθιστορήματος των 400 μεγάλων σελίδων κειμένου και των 100 σελίδων Επιμέτρου και Σημειώσεων, όπου το ιστορικό γεγονός με το μυθικό ψεύδος διασταυρώνουν τα ξίφη τους, είναι ο ίδιος ο αναγνώστης, η ιδανική εκδοχή του οποίου μπορεί να μη χρειάζεται να πάσχει «από ιδανική αϋπνία», όπως ο τζοϊσικός αδελφός του, καλείται όμως ν’ αξιοποιήσει τη «δημιουργική σχόλη» που ευαγγελιζόταν ο Λαφάργκ και να χάσει τον προσανατολισμό του στους λαβυρίνθους της, να στροβιλιστεί στη σπείρα της Ιστορίας, μέχρι που, συνδυαστικός και επινοητικός, «θα δαμάσει τους ανεμόμυλους και θα τους βάλει να γυρίσουν ξανά» θα έλεγε ο Εκο.

«Πιστεύουμε πως γνωρίζουμε τον κόσμο. Τώρα πρέπει να τον φανταστούμε» γράφει ο Φουέντες. Εν ολίγοις, ένα πραγματικό ιστορικό μυθιστόρημα, που επιστρέφει σε όλα τα παραπάνω κατηγορήματα τις αυθεντικές τους σημασίες.