Ενα μυθιστόρημα βίαιης ενηλικίωσης

vivlio_3.jpg

Γιέρζι Κοζίνσκι «Το βαμμένο πουλί» Μετάφραση: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου Πρόλογος: Γ.Ι. Μπαμπασάκης Μεταίχμιο, 2017 Σελ. 320

Το μυθιστόρημα του Κοζίνσκι εξακολουθεί για πάνω από μισό αιώνα μετά την έκδοσή του το 1965 να σοκάρει τους αναγνώστες και να προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις: άλλοι το θεωρούν αριστούργημα και άλλοι μια νοσηρή κατασκευή που βασίζεται σε αυτοβιογραφικά επεισόδια από τη ζωή του Πολωνού συγγραφέα.

Το θέμα είναι μάλλον τετριμμένο, πολλοί συγγραφείς έχουν καταπιαστεί με τη βία που κατέκλυσε την κεντρική Ευρώπη κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως, εδώ ο αιφνιδιασμός προκαλείται από τη φωνή του κεντρικού αφηγητή -ο κόσμος ιδωμένος μέσα από τα μάτια ενός άοπλου πλάσματος που διεκδικεί με νύχια και με δόντια το δικαίωμά του στη ζωή.

Η φωνή αυτή είναι που μας βρίσκει απροετοίμαστους και μας ξαφνιάζει, όχι μόνο με αυτά που βλέπει και υφίσταται, αλλά κυρίως με τη δύναμή της που μας υπενθυμίζει πως όταν η χρόνια σιωπή αποφασίσει να ακουστεί γίνεται ορμητική και για πολλούς ακατανόητη και αβάσταχτη.

Σε μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος ο ήρωας δεν έχει τρόπο να επικοινωνήσει με τους εχθρικούς ανθρώπους που συναντάει στον δρόμο του, είτε γιατί όταν πρωτοβρεθεί στην ύπαιθρο οι χωρικοί δεν καταλαβαίνουν την καλλιεργημένη έκφρασή του, είτε γιατί αργότερα θα μείνει άλαλος από τα επαναληπτικά βασανιστήρια.

«Το βαμμένο πουλί» είναι το οδοιπορικό ενός μικρού αγοριού κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά ο σύγχρονος αναγνώστης μπορεί να βρει πολλές αντιστοιχίες με το σήμερα και τη μοίρα των ασυνόδευτων παιδιών που κατακλύζουν τα σύνορα, τις «ευφάνταστες» μορφές βίας που ασκούνται στους ανίσχυρους, αλλά και τη συμβολική διάσταση του βιβλίου, καθώς ο κεντρικός ήρωας ξεχωρίζει από το χρώμα του και τη γλώσσα του, είναι δηλαδή και ο ίδιος ένα βαμμένο πουλί που ορμάνε να κατασπαράξουν:

«ζαλισμένα από τα εκθαμβωτικά του χρώματα, τα άλλα πουλιά πετούσαν γύρω του αμετάπειστα και παρά το ζήλο με τον οποίο το βαμμένο πουλί προσπαθούσε να χωθεί στο κοπάδι, εκείνα το έδιωχναν όλο και μακρύτερα.

Αμέσως μετά, τα βλέπαμε να του ορμούν μανιασμένα, το ένα μετά το άλλο και να το ξεπουπουλιάζουν». Ο κεντρικός ήρωας είναι ένα Εβραιόπουλο που αγωνίζεται να επιβιώσει κατά τη διάρκεια της χαοτικής αυτής περιόδου για την Ευρώπη, παρότι ο ίδιος δεν γνωρίζει τη σημασία της καταγωγής του και βιώνει τη διαφορετικότητά του μέσα από τους άλλους.

Οι γονείς προκειμένου να τον κρύψουν από τους Γερμανούς τον παραδίδουν σε μια γυναίκα, τη Μάρτα, που ζει σε ένα χωριό - όπως συνέβαινε συχνά εκείνη την εποχή. Οταν η γυναίκα πεθαίνει και το σπίτι της καίγεται, ο μικρός μένει μόνος και αβοήθητος να περιπλανιέται στις επαρχίες της Πολωνίας, ψάχνοντας για φαγητό και στέγη.

Η φωνή του μικρού αφηγητή εντυπωσιάζει, όχι μόνο με αυτά που παρατηρεί -εκφράσεις, αντιδράσεις των ανθρώπων-, αλλά και τη φύση γύρω του, τις κινήσεις ζώων και φυτών, επίσης, έχοντας υπομείνει φριχτά μαρτύρια από κάθε είδους σαδιστή, αμέτρητα παθήματα και κακουχίες, ακολουθεί μια κατάσταση έκλαμψης, κάτι σαν αποκάλυψη, σαν να μεταμορφώνεται και ο ίδιος σε ένα άλλο πλάσμα που σε στιγμές υπερβαίνει το ανθρώπινο είδος, με μια δύναμη πρωτεϊκή και μια σχεδόν υπερφυσική αποφασιστικότητα.

Για τους ξανθούς γαλανομάτες χωρικούς σε εκείνα τα μέρη της χώρας, το μελαχρινό παιδάκι που μιλάει τη γλώσσα μιας ανώτερης τάξης καθώς οι γονείς του ήταν καλλιεργημένοι, είναι είτε Εβραίος, είτε Τσιγγάνος, διαφορετικά είναι μάγος, βαμπίρ, ακόμα και ο ίδιος ο διάβολος. Τον φοβούνται γιατί πιστεύουν πως φέρει «το κακό μάτι» επειδή είναι μελαχρινός, τα δε μαύρα μάτια του σπέρνουν τον πανικό και απαιτούν να μη τα στρέφει πάνω τους. Ταυτόχρονα φοβούνται τους Γερμανούς, σε περίπτωση που τον εντοπίσουν ανάμεσά τους.

Συνεπώς, ο μικρός είναι υποχρεωμένος να μετακινείται συνεχώς. Στις περιπλανήσεις του παρατηρεί και υφίσταται όλες τις εκδοχές της βίας, κάθε βασανιστήριο που επιφυλάσσουν οι ασυνείδητοι χωρικοί πάνω σε αδύναμα πλάσματα, βιώνει τον αδικαιολόγητο σαδισμό, απίστευτες κτηνωδίες και αποκαλύπτεται στα μάτια του η ανεξήγητα ζωώδης φύση του Κακού.

Περιγραφές, όπως του μυλωνά που βγάζει το μάτι ενός νεαρού που κοίταξε ερωτικά τη γυναίκα του, ή οι σκηνές με τον σκύλο που παραμονεύει να αρπάξει το παιδάκι, που το κρέμασαν από τους καρπούς των χεριών του ή ακόμα, το βύθισμα του μικρού στα ανθρώπινα περιττώματα από καλούς Χριστιανούς (όπου και χάνει τη φωνή του) – νομίζω πως δεν έχουν προηγούμενο στη λογοτεχνία.

Ταυτόχρονα, ξαφνιάζει ο τρόπος που το παιδί αυτό επιχειρεί να βρει μια λογική εξήγηση για τον τρόμο που βιώνει, καταφεύγοντας πότε στον Θεό, πότε σε κάτι όμορφο και λαμπερό που θα βρει στον δρόμο του. Στο τέλος, κατανοεί την αναγκαιότητα της εκδίκησης, μυείται στον κομμουνισμό από δυο Ρώσους στρατιώτες, λίγο πριν από την απελευθέρωση και κάποια στιγμή, μάλλον απρόθυμα, θα ενωθεί και πάλι με τους γονείς του.

Το «Βαμμένο πουλί» είναι ένα μυθιστόρημα βίαιης ενηλικίωσης σε μια ανήλικη συναισθηματικά και ηθικά ανθρωπότητα. Ταυτόχρονα, είναι και ένα ταξίδι μύησης στην καρδιά του τρόμου που για τους αδύναμους αυτού του κόσμου δεν ήταν άλλη από την ευρωπαϊκή ήπειρο στα μέσα του περασμένου αιώνα.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ