Εγκλωβισμένοι σ’ ένα «Hotel»

hotel.jpg

Από την θεατρική παράσταση Hotel Αλλη μια κανονική μέρα στο Ξενοδοχείο-Καθαρτήριο, η οποία δεν τελειώνει ποτέ...

To «Hotel» δεν είναι τόσο μια παράσταση όσο ένα πρότζεκτ. Είναι πριν από όλα μια εγκατάσταση της ομάδας Blindspot, που απλώνεται εκτός και εντός της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, δημιουργώντας μια καφκική, μισοθαμμένη στο όνειρο και στο ξύπνιο, πραγματικότητα.

Εκεί, στο Ξενοδοχείο, καταφτάνουν οι βασανισμένες συνειδήσεις, τραυματισμένες από τα μυστικά, για να βγάλουν από πάνω τους την άκανθα της ενοχής που δεν αφήνει να ηρεμήσουν.

Το κεντρικό πρόσωπο είναι ένας τέτοιος, άγρυπνος, φυγάς. Καταφεύγει στο Ξενοδοχείο με τη νευρική αταραξία του ασθενή - στην επαγγελματική ζωή του υπήρξε ένας ας πούμε «εντολοδόχος», το «σκυλί» του συστήματος, εξαιρετικά καλός στη δουλειά του, τόσο αποτελεσματικός ώστε να στερεί από τους άλλους πρώτα τον ύπνο τους, έπειτα τη ζωή τους.

Η δουλειά του περιλάμβανε ασφαλώς την αναστολή των κοινωνικών (και ανθρώπινων) ενοχών, του ζητούσε δηλαδή να αφήσει την ηθική στο ευρύχωρο ντουλάπι της «υπηρεσιακότητας».

Οπως καταλαβαίνετε, από το κεφάλι του κρέμονται πολλά σκοινιά κρεμασμένων.

Οι υπηρεσίες του Ξενοδοχείου είναι οι εξής: Θα του προσφερθεί η δυνατότητα να ξαναζήσει -θεατρικά έστω- κάποιες επιλεγμένες στιγμές από τη ζωή του, ξετυλίγοντας αντίστροφα το κουβάρι των στιγμών και των ενοχών του.

Ετσι, σε αυτή τη σχεδόν υπνωτιστική κατάσταση, όπου σταδιακά η μνήμη εγείρεται και το παρόν συγχέεται με το παρελθόν, εκείνο που ώς τώρα κρύβεται κάτω από το στρώμα και ενοχλεί τον ύπνο του δικαίου θα βρει τον δρόμο της λύτρωσης.

Ο ευεργετικός μηχανισμός θα τεθεί ξανά σε λειτουργία. Και ο πολυπόθητος ύπνος -ο ύπνος για τον οποίο μιλάει ο Μακβέθ- θα ξαναρθεί στα βλέφαρα.

Μοιάζει με τα παλιά κείμενα των αρχών του περασμένου αιώνα που ενθουσιασμένα με την ανακάλυψη του υποσυνειδήτου -κάτι που στον χώρο του θεάτρου έμοιαζε τουλάχιστον με την ανακάλυψη θρυλούμενης ηπείρου- έχτιζαν υποθέσεις, καταπακτές και σκαλιά προς υπόγεια.

Η αγρυπνία όμως ως σημάδι ενοχής, βάσανο τύψεων και ζωντανή κόλαση δεν είναι ίσως το θέμα της παράστασης. Κατά τη γνώμη μου, το ενδιαφέρον βρίσκεται στα άλλα, τα πιο πλατιά, πιο ερευνητικά και πιο ζωντανά στοιχεία της.

Και πρώτα στη γενική δραστηριοποίηση που προκάλεσε και η οποία περιλάμβανε μια εικαστική έκθεση, μια τοπογραφία, ένα παιχνίδι ας πούμε εικονικής πραγματικότητας, μέχρι και ιστοσελίδα αφιερωμένη στο θέμα, εν είδει «προγράμματος».

Επειτα στην ίδια τη μεταφορά του δραματικού χώρου από τον σκηνοθέτη Μιχάλη Κωνσταντάτο, που τώρα αποκτά τέταρτη διάσταση, εκτός σκηνικής αίθουσας, μέσω ζωντανών οπτικών συνδέσεων με τους παρακείμενους χώρους.

Ουσιαστικά πρόκειται για σκηνογραφική μέθεξη ενός υπαρκτού και ενός άλλου χώρου σαν τον χώρο ενός «άλλου».

Τα πρόσωπα κινούνται ελεύθερα στα δωμάτια, και εμείς γινόμαστε μάρτυρες της διάβασής τους στο εδώ και τώρα της σκηνής: Στους άλλους τόπους κυκλοφορούν ως εικόνες και διαθλάσεις.

Μετά είναι το ίδιο το έργο, η -ας πούμε- δραματουργία της Γιώτας Αργυροπούλου.

Σε τέτοιες απόπειρες έχουμε συνηθίσει να βάζουμε αρκετό νερό στο κρασί μας: Ο λόγος υποχωρεί -ποσοτικά και ποιοτικά- κάτω από το βάρος της συνολικής αίσθησης.

Αυτό δεν ισχύει εδώ: διαπίστωσα ένα έργο που κι αυτόνομα ακόμη, με τις λέξεις και μόνο, με τις σιωπές και με όλη την ενδιάμεση ανακοπή τους, θα μπορούσε να σταθεί δίπλα σε ό,τι αξιολογότερο έχει να επιδείξει η πρόσφατη παραγωγή μας.

Στηρίζεται και καλλιεργεί αυτό το «αλλόκοτο περιβάλλον», στο οποίο η δραματουργία μας (θεατρική και σεναριακή) έχει στρέψει τελευταία το βάρος της (θυμίζει εξάλλου αρκετά τον «Αστακό» του Λάνθιμου): μια υπόθεση που μοιάζει τόσο λογική στον παραλογισμό της, τόσο φυσική στην τερατώδη διάστασή της με την κανονικότητα.

Οι συντελεστές της παράστασης Hotel

Τελευταίο σημείο είναι οι ερμηνείες των ηθοποιών. Κυρίως η χαμηλόφωνη παρουσία του Δημήτρη Ξανθόπουλου, η σουρντίνα από τη μυστική φωνή που ακούγεται στο βάθος του ρόλου.

Και η πλαστική ευγένεια των δύο ρεσεψιονίστ (Γιώτα Αργυροπούλου και Χαρά Κότσαλη), που περιέργως επιτελούν και όλες τις άλλες δουλειές στο Ξενοδοχείο: νοσοκόμες, ανιματέρ, ψυχολόγοι, τελικά δεσμοφύλακες...

Τίποτα δεν γίνεται στο φινάλε, καμιά αλλαγή ή εξέλιξη.

Αλλη μια κανονική μέρα στο Ξενοδοχείο-Καθαρτήριο, η οποία δεν τελειώνει ποτέ γιατί το ίδιο το Ξενοδοχείο δεν τελειώνει με την παράσταση και δεν αποπερατώνεται κατά την έξοδο από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών.

Πώς το λέει και το γνωστό τραγούδι: μπαίνεις σε αυτό αλλά δεν μπορείς να βγεις...

Και αυτό που είδαμε τι ήταν: το όνειρο ενός ξύπνιου ή η πραγματικότητα ενός υπνοβάτη;

Μια αξιόλογη παράσταση σε μορφή, φόρμα και περιεχόμενο.

Αν γράφω γι’ αυτήν έτσι καθυστερημένα είναι γιατί φοβάμαι μήπως η εντύπωσή της χαθεί άδικα, στο βάθος της Πειραιώς.

Τολμηρή παράσταση για παιδιά και μεγάλους

«Είστε και φαίνεστε» - Σύγχρονο Θέατρο

«Είστε και φαίνεστε»- Σύγχρονο Θέατρο

Και μια σύντομη αναφορά στην τελευταία πρόταση του Βασίλη Κουκαλάνι για παιδιά, που την παρακολούθησα –με βοηθό μάλιστα– στο Σύγχρονο Θέατρο.

Το «Είστε και φαίνεστε» διαθέτει την τολμηρή μετακίνηση του θεάτρου για παιδιά στον χώρο του «κοινωνικού» δράματος, που επιχειρεί ο καλλιτέχνης σε σκηνοθετική σύμπραξη με τον Γιώργο Παλουμπή.

Η βασική υπόθεση του έργου -γιατί διαθέτει και άλλη, δευτερεύουσα- είναι το μπούλινγκ, η βία που ασκείται από μια ομάδα προς το πιο αδύναμο, περιθωριακό και διαφορετικό μέλος της (σχολικής) κοινότητας.

Η παράσταση διαφέρει όμως από άλλες παρόμοιες, όχι τόσο εξαιτίας του θέματος όσο της διαχείρισής του.

Με δυο λόγια, το ενδιαφέρον βρίσκεται στο πώς εδώ όλα είναι σύνθετα, πιο λεπτά και περίπλοκα από τους συνήθεις απλοϊκούς συσχετισμούς των παιδικών έργων: πώς γίνεται η σύσταση της ομάδας, με γνώμονα όχι το συλλογικό αλλά το ατομικό συμφέρον, πώς διαγράφεται το πορτρέτο ενός «διαφορετικού», που δεν είναι μόνο αδύναμος αλλά «αποξενωμένος», πώς διαπλέκονται προβλήματα της οικογένειας με κοινωνικά, σχολικά, ακόμα και επαγγελματικά ζητήματα...

Το θέμα τελικά είναι μια δραματουργία που ζητάει δίπλα στη δική της και τη δική μας, κριτική, παρέμβαση. Αυτή ζητούν άλλωστε και οι όμορφες, όπως πάντα με στιχουργικά τεχνουργήματα, μουσικές παρεμβάσεις του Φοίβου Δεληβοριά.

Αν έχω λοιπόν να κάνω κάποιο σχόλιο για την παράσταση δεν είναι τόσο γι’ αυτήν καθ’ εαυτήν όσο για το… κοινό που την παρακολουθεί.

Την Κυριακή το πρωί μού φάνηκε ότι τα παιδιά έβλεπαν κάτι που τα ξεπερνούσε. Ετσι ανεβασμένο το έργο ζητάει για να εκτιμηθεί θεατές άλλης ηλικίας κι άλλων εμπειριών, ας πούμε των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου.

Και αυτό δεν είναι τόσο πρόβλημα για εμάς, που κρίνουμε από απόσταση, όσο για τους ηθοποιούς, τους οποίους η αλήθεια είναι ότι ένιωσα εκτεθειμένους, να αντιμετωπίζουν τη σιωπή μιας πλατείας που δεν ερμηνεύεται εύκολα.

Από την άλλη ίσως αυτό δεν είναι και τόσο κακό. Ας υποθέσουμε πως θα μείνει κάτι στα παιδιά που θα τα βοηθήσει να αναπτύξουν αντισώματα και να αντιμετωπίσουν στο μέλλον τη βία, όταν και όπου τη συναντήσουν.

Ετσι κι αλλιώς είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι τελικά αποκομίζουν από το θέατρό μας: όταν το καταλαβαίνουμε, έχει κιόλας γεράσει.