Δύο ιδιαίτερες πεζογραφικές φωνές

petres.jpg

Δύο ιδιαίτερες πεζογραφικές φωνές Το κάλλος του τοπίου... | ΗΛΙΑΣ ΚΟΣΙΝΤΑΣ

Με πλούσια θητεία στον πεζό λόγο, συνολικά οχτώ βιβλία λογοτεχνίας για ενήλικες και τρία για παιδιά και με πολλές μεταφράσεις στο ενεργητικό του, ο Μιχάλης Μακρόπουλος δίνει και πάλι αξιοπρόσεκτο «παρών». Το δέντρο του Ιούδα επιγράφεται η καινούργια του νουβέλα. Το όνομα του Ιούδα στον τίτλο παραπέμπει ευθέως στον πυρήνα του βιβλίου που είναι η προδοσία∙ προδοσία της γυναίκας, του φίλου, του δημόσιου λειτουργού.

 

Ο Ηλίας, στα πενήντα τρία του, απατημένος και ανεπάγγελτος, εγκαταλείπει σπίτι και δύο κόρες και επιστρέφει στη μητρική εστία, στο Δελβινάκι, ψηλά, στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Αγωνίζεται να βάλει σε μια τάξη τη σκέψη του και τη ζωή του. Η αρρενωπή και επιβλητική στην ομορφιά της ορεινή φύση της Ηπείρου αποτελεί το σκηνικό όπου θα εξελιχθεί η περίπου αστυνομικής υφής ιστορία. Με λιτές, λυρικές περιγραφές αποδίδεται το κάλλος του τοπίου σαν ιντερμέτζο ανάμεσα στα διαλογικά μέρη που ενισχύουν τη γρηγοράδα της αφήγησης.

 

Μιχάλης Μακρόπουλος Ο Μιχάλης Μακρόπουλος |

Η άγρια δολοφονία μιας νεαρής Αλβανής πόρνης ταράζει τον Ηλία που βάζει σκοπό της ζωής του την εξιχνίαση του φόνου, για τους δράστες του οποίου έχει βάσιμες υποψίες. Ζητά τη συνδρομή του αδελφικού του φίλου Κώστα Μεντή ή Κωτσομεντή, διευθυντή στο τμήμα Συνοριακής Φύλαξης της περιοχής, ο οποίος του συνιστά διαρκώς να μην ανακατεύεται σε ό,τι δεν τον αφορά.

Υπαινικτικά και βαθμιαία, μέσα από τον αφτιασίδωτο και τόσο δουλεμένο εσωτερικά λόγο του Μακρόπουλου, αποκαλύπτονται οι παράταιρες και εξαρτημένες σχέσεις των ανθρώπων της εξουσίας με τον υπόκοσμο, ο ελλειμματικός και όχι πάντα καθαρός ρόλος της αστυνομίας, αλλά και το θέμα της συνοριακής γραμμής και της λαθρομετανάστευσης. Οι δευτερεύουσες μικροϊστορίες που εγκιβωτίζονται στην κεντρική εξιστόρηση φωτίζουν καλύτερα το έρημο και ερημωμένο τοπίο ανθρώπων και φύσης. Στην κλειστή κοινωνία ενός μικρού χωριού που περιβάλλεται από βουνά, όπου η καθημερινότητα εξαντλείται με κεράσματα τσιγάρων και τσίπουρου στα καφενεία, η ασκημένη ματιά του Μακρόπουλου ανακαλύπτει κάτω από την ακύμαντη επιφάνεια πάθη και διαβολές.

Είναι ενδιαφέρων ο τρόπος με τον οποίο ο αφηγητής από τη μια σκιτσάρει και από την άλλη ψυχογραφεί τους ανθρώπους, διαβάζοντας την ψυχή και τη σκέψη τους, με οξύτατες ψυχολογικές παρατηρήσεις.

Στα βιβλία του Μακρόπουλου φαίνεται να εκκρεμεί η τελική απόδοση δικαιοσύνης. Πληρώνει ο άφταιγος Ηλίας και ο Γιαννογκάσης επιβιώνει. Ομως η κάθαρση έρχεται έμμεσα από τη βεβαιότητα της κόρης του ήρωα Αγγελικής για την αθωότητα του πατέρα της αλλά και από τη θυσία του ίδιου στον βωμό της φιλίας.

Ενα σπουδαίο βιβλίο αφηγηματικής γοητείας, καθαρού λόγου και απλότητας.

 

Δημοσθένης Παπαμάρκος  «Γκιακ»

Με τον καθόλου ελκυστικό τίτλο Γκιακ, ο οποίος όμως αποκτά άλλη βαρύτητα μετά την επεξηγηματική σημείωση του τέλους που αναφέρεται στην «εκδίκηση του αίματος» και μιλά για ένα είδος βεντέτας στις αλβανικές κοινωνίες, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος επιβεβαιώνει την ενδιαφέρουσα συγγραφική του παρουσία, ύστερα από την τόσο θετική υποδοχή της προηγούμενης Μεταποίησής του.

 

Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος |

Το Γκιακ περιλαμβάνει οχτώ, διαφορετικής έκτασης και ποιότητας διηγήματα και μία παραλογή που ο συγγραφέας εντάσσει ανάμεσά τους, υποδεικνύοντας έτσι τη σχέση του πολύστιχου ποιητικού αυτού είδους με τον δραματικό αφηγηματικό χαρακτήρα του διηγήματος.

Το ιστορικό γεγονός με το οποίο συνδέονται οι ήρωες του Παπαμάρκου είναι ο Μικρασιατικός πόλεμος∙ σ’ αυτόν πήραν μέρος, εκόντες άκοντες, έζησαν τη θηριωδία και τις οδυνηρές του συνέπειες και γυρίζοντας στα χωριά τους προσπάθησαν να ενταχθούν εκεί ή αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν για να επιβιώσουν.

Οι δράστες και παθόντες αφηγητές του, προερχόμενοι από τα Αρβανιτοχώρια της Λοκρίδας, δίνουν μία άλλη, άγρια και σκληρή εικόνα των Ελλήνων στρατιωτών στη Σμύρνη και στο Αϊβαλί, στο Αϊδίνι και τη Φιλαδέλφεια, διαφορετική από αυτήν με την οποία μας έχει συνηθίσει η επίσημη ελληνική ιστορία. Πώς διεξάγεται και πώς συνηθίζεται ένας πόλεμος, στον οποίο οι αγριότητες δεν μπορεί παρά να είναι αμφίπλευρες; Σε όλα τα διηγήματα κάποιος αφηγείται ή καλύτερα εξομολογείται μονολογικά και με κυνική απάθεια τα πάθη του σ’ έναν άλλον που η ταυτότητά του αποκαλύπτεται άμεσα ή έμμεσα προς το τέλος. Ολοι κουβαλάνε το βάρος μιας ζωής που τους σφράγισε και τους ωρίμασε ή τους διέλυσε.

Τα ζυγιασμένα και εσωτερικώς αρμοσμένα μέλη των ιστοριών του Παπαμάρκου, με τη δυναμική που διαθέτουν, απαιτούν συνολική γνώση και δυσχεραίνουν την αποσπασματική ή περιληπτική τους απόδοση.

Δημοτικό τραγούδι, παραδόσεις και θρύλοι, λαϊκές αφηγήσεις και παραμύθια, Μακρυγιάννης και Στρατής Δούκας αλλά και πολύς Βαλτινός το λογοτεχνικό υπόβαθρο του συγγραφέα, ο οποίος με τέχνη και τεχνική μεταγράφει τον πρωτοπρόσωπο λαϊκό προφορικό λόγο και αναδεικνύει την προφορική παράδοση ως ιστορική πηγή αλλά και ως καθαρή λογοτεχνία.

Υποψήφιος διδάκτορας Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στην Οξφόρδη ο Παπαμάρκος, για να συνθέσει τα διηγήματά του έχει ερευνήσει και τη Νεότερη Ελληνική Ιστορία και έχει δουλέψει τη γλώσσα ενσωματώνοντας στην αφήγησή του ντοπιολαλιές, αρβανίτικες λέξεις και ιδιωματικά στοιχεία.

Ενα βιβλίο αντρικής ματιάς και αρσενικής νοοτροπίας∙ χωρίς καμία υποτιμητική διάθεση οι όροι. Αντρικές φιλίες, σταράτες κουβέντες, καταπιεσμένοι πόνοι, πληγωμένοι εγωισμοί, ανομολόγητοι έρωτες κυκλοφορούν στις σελίδες του. Λέξεις όπως καημός, λαχτάρα, μπέσα, εκδίκηση, ανταπόδοση, αφανισμός διεκδικούν ιδιαίτερο ρόλο.

Διηγήματα όπως το «Ντο τ’α πρες κοτσίδετε», «Ο αρραβώνας», «Το γυάλινο μάτι» και κυρίως το καταληκτικό «Νόκερ» είναι απ’ αυτά που μπολιάζουν με υγιές νέο αίμα τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή.