Δύο αποχρώσεις του γκρι

oikoi_evgirias.jpg

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΑΣΑΡΓΙΩΤΑΚΗ

Στον δραματικό μονόλογο του Θανάση Βαλτινού Μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο η αφηγήτρια κάνει έναν απολογισμό της άδειας της ζωής, διαπιστώνοντας: «Βάζουν τους ηλικιωμένους σε εκείνα τα φοβερά καταστήματα, που έχουν από πάνω το θράσος να γράφουν οίκοι ευγηρίας για άσπρα μαλλιά.

Μα είναι δυνατόν να σε εκμηδενίσουνε έτσι;» (Αγρα, σελ. 77). Παίρνοντας το νήμα από εκεί που το έκοψε ο Βαλτινός, η πεζογράφος Ελένη Γιαννακάκη τοποθετεί την ηρωίδα του μυθιστορήματος Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο, μια ηλικιωμένη με προχωρημένη νόσο Πάρκινσον, να μιλάει σε πρώτο πρόσωπο για τη μοναχική ζωή της μέσα σε έναν τέτοιο οίκο.

Ελένη Γιαννακάκη  «Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο»  Μυθιστόρημα  Πατάκης, 2016  Σελ. 198 Ελένη Γιαννακάκη «Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο» Μυθιστόρημα Πατάκης, 2016 Σελ. 198 |

Η Δήμητρα της Γιαννακάκη είναι χήρα, πρώην τραπεζική υπάλληλος, μάνα δύο ενήλικων παιδιών, γιαγιά και φανατική αναγνώστρια μυθιστορημάτων. Εχοντας την εμπειρία μιας αλλοτινής αυτοτέλειας, ενίσταται τώρα στην εκμηδένιση του ηλικιωμένου που δεν ορίζει το σώμα ούτε τον χώρο και τον χρόνο, σε έναν χειμαρρώδη δραματικό μονόλογο που συχνά διακόπτεται από κενά μνήμης λέξεων ή το άσπρο σύννεφο της σύγχυσης.

Καθώς αφηγείται την ιστορία της ζωής της, οι λέξεις ξεχειλίζουν σπάζοντας το φράγμα της αυτοσυγκράτησης και αντιστέκονται στον εκφυλισμό του σώματος. Η Δήμητρα μπορεί να τα κάνει πάνω της ή να μην είναι σε θέση να τραφεί μόνη, αλλά, ναι, μπορεί να μιλήσει.

Ξυστά στο δράμα της σωματικής αδυναμίας περνάει μια αφήγηση που περιπλέκει, ως κύριο συστατικό στοιχείο, την ιστορία του έθνους: τη μικρασιατική προσφυγιά των παππούδων, τα παιδικά χρόνια της ίδιας στη μεταπολεμική Κοκκινιά, τη νεότητα στη δικτατορία και τη μικροαστική μαλθακότητα της ευκολίας την εποχή της μεταπολίτευσης.

Η Γιαννακάκη στήνει προσεκτικά και με μαεστρία ένα σκηνικό βίας που εκδηλώνεται υπόγεια και σχεδόν ανεπαίσθητα, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Το σώμα της Δήμητρας υφίσταται τη βία της υποχρεωτικής συμμόρφωσης στους κανόνες του ιδρύματος.

Η βία όμως την έχει στιγματίσει από τη γέννησή της: η ενηλικίωσή της έχει συντελεστεί στη βάση του ρήγματος, της τραυματικής εμφύλιας διαμάχης και των πολλαπλών αποκλεισμών που συνεπάγεται. Στην Κοκκινιά της δεκαετίας του ’40 είναι διαφορετική από τα άλλα παιδιά με τους εξόριστους πατεράδες, καθώς ο δικός της είναι εθνικόφρων.

Η εθνικοφροσύνη του πατέρα στέκεται, προσωρινά, εμπόδιο όταν η Δήμητρα ερωτεύεται έναν αριστερό. Ταυτόχρονα η μητέρα της κρύβει ένα μυστικό που θα στιγματίσει ανεπανόρθωτα την ενήλικη ζωή της Δήμητρας.

Διαμορφωμένη στη βία, η Δήμητρα είναι προορισμένη να συμμετέχει στον κύκλο της. Χωρίς να το το καταλαβαίνει, αφήνει να διαφανεί ότι την εποχή που όριζε τον εαυτό της και τα πράγματα γύρω της υπήρξε και η ίδια καταπιεστική προς τα παιδιά της και πολύ περισσότερο προς τη μητέρα της, της οποίας τον θάνατο ουσιαστικά επέσπευσε.

Ταυτόχρονα, προσηλωμένη σε μια ιδέα ελληνικότητας, απορρίπτει κατηγορηματικά το εθνικά αλλότριο, είτε αυτό αφορά Αλβανούς μετανάστες είτε τις αλλοδαπές νοσοκόμες που εργάζονται στο ίδρυμα που τη φιλοξενεί. Αυτές οι ειρωνικές αντιφάσεις γίνονται αντιληπτές στον αναγνώστη που είναι διατεθειμένος να δει πίσω από τη μάζα των λέξεων που λένε αλλά δεν σημαίνουν υποχρεωτικά και κάτι.

Η σύγχυση της Δήμητρας, που αποδίδεται στη νόσο Πάρκινσον, αφορά την αδυναμία της να δει το καθαρό περίγραμμα σήμανσης των πραγμάτων. Ωστόσο, η σύγχυση εξακοντίζεται στην ανάγνωση της ιστορίας, όπου τα σχήματα είναι αξεδιάλυτα, το ηθικό βάρος των πράξεων ρευστό και η τοποθέτηση του ατόμου αμφίσημη. Βλέποντας ένα κάδρο στο δωμάτιό της, η Δήμητρα αναρωτιέται: «Θα τις ρωτήσω όμως όταν έρθουνε τι δείχνει αυτό το κάδρο.

Ποιο είναι το θέμα του. Κάτι με γερατειά ίσως, κάτι που να ταιριάζει εδώ μέσα. Ασπριδερό και με κάτι μαύρες βούλες, όχι ακριβώς βούλες, κάτι πιο σκόρπιο, πιοοο... κάτι σαν σβούρες, γκρι σκούρο όμως, σχεδόν μαύρο, ναι, ναι, σχεδόν» (σελ. 103). Στο πεζογράφημα του Βαλτινού ο τίτλος αναφερόταν επίσης σε έναν πίνακα: «Εχω έναν πίνακά της στο σπίτι εφιαλτικό, γιατί πάντα τέτοια πράγματα έκανε.

Ηταν έτσι άγριος ο κόσμος της, ήταν τόσο ανήσυχη η ίδια κι έχω αυτό τον πίνακα μπαίνοντας δεξιά στο διάδρομο, έναν πίνακα σε μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο» (σελ. 73). Και στα δύο κείμενα τα πράγματα σημαίνονται μέσα από αποχρώσεις, όχι μέσα από σαφή περιγράμματα.

Στην περίπτωση του Βαλτινού, ωστόσο, το θέμα είχε να κάνει περισσότερο με τη λειτουργία της μνήμης και το άτομο (το μπλε -blue- άλλωστε έχει ως χρώμα προσωπικής διάθεσης, ανακαλεί τη μελαγχολία). Στην περίπτωση της Γιαννακάκη, η θεματική μετατοπίζεται στο συλλογικό δράμα το οποίο έρχεται να εκδηλωθεί μέσα από την ατομική αμνησία.

Το καλοστημένο και ευαίσθητο αφήγημα της Γιαννακάκη έρχεται να προστεθεί σε μια παράδοση κειμένων της ελληνικής μεταπολεμικής πεζογραφίας που αφηγούνται τη συλλογική ιστορία μέσα από την οπτική ενός ήρωα με περιορισμένες νοητικές ικανότητες.

Στο μυαλό έρχονται, πολύ πρόχειρα, ο Λούσιας του Νίκου Χουλιαρά (1987), η Ραραού του Παύλου Μάτεσι στη Μητέρα του σκύλου (1990) και πιο πρόσφατα ο αφηγητής στο Μάρτυς μου ο Θεός του Μάκη Τσίτα (2013). Ενα σχετικό πρόβλημα στο κείμενο της Γιαννακάκη είναι ότι η γωνία λήψης της είναι μάλλον ευρεία σε σχέση με τη νοητική αδυναμία της ηρωίδας της.

Δηλαδή, η αντιληπτική ικανότητα της Δήμητρας αναλογικά με τον εκφυλισμό που έχει επιφέρει η ασθένειά της παρουσιάζεται δυσανάλογα μεγάλη, με αποτέλεσμα πολλές φορές το δράμα της να εκφράζεται με ασύμβατη με τις συνθήκες της ευγλωττία. Ετσι, περιορίζεται, σε έναν βαθμό, και η ειρωνική στόχευση του κειμένου.