Δημόσια Ιστορία και ανευθυνότητα

H Ιστορία των ιστορικών και η δημόσια Ιστορία είναι διαφορετικές προσεγγίσεις στο παρελθόν. Αυτό αρχίζει να γίνεται ευρύτερα κατανοητό.

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα που καραδοκούν διάφορες συμμορίες παρα-ιστορίας, έτοιμες να σκυλεύσουν το παρελθόν για να διασύρουν πρόσωπα και πολιτικές απόψεις στο παρόν.

Για τα δημόσια πρόσωπα οι αναφορές στην Ιστορία ενέχουν το ρίσκο της προσωπικής στοχοποίησης ως εχθρού του λαού, του έθνους κ.λπ. Είναι όμως θεμιτό για τον λόγο αυτό να αποφεύγει κάποιος να παίρνει τον λόγο για την Ιστορία;

Η όποια ιδεολογική στάση στο παρόν δεν είναι αποκομμένη από μια συνολικότερη αντίληψη για το παρελθόν.

Το ερώτημα επομένως είναι: μπορεί να γεφυρωθεί η Ιστορία με τη δημόσια Ιστορία; Στις δημόσιες αναφορές στην Ιστορία υπεισέρχονται ζητήματα ηθικής, παραδειγματισμού, συναισθήματος που δεν έχουν θέση στην Ιστορία των ιστορικών.

Ως εδώ αποδεκτά. Δεν μιλάς με τον ίδιο τρόπο στα πανεπιστημιακά και στα δημόσια ακροατήρια.

Από το σημείο όμως αυτό έως την επικίνδυνη ασυναρτησία υπάρχει απόσταση. Αναφέρομαι στον λόγο του υφυπουργού Παιδείας Θεοδόση Πελεγρίνη στην επετειακή συζήτηση για τη Γενοκτονία του 1922 στη Βουλή, όπου διαβάζουμε:

Το ελληνικό κράτος κατελύθη στη ναυμαχία του Ακτίου το 31 πχ. (sic!) και έκτοτε αναβίωσε το 1821. Ασχολίαστη τόσο η ιστορική ανακρίβεια, όσο και ότι πάει πίσω κι από την παπαρρηγοπούλεια εκδοχή της ελληνικής ιστορίας.

Ο ελληνισμός ήταν πάντα από τις δύο πλευρές του Αιγαίου και για πρώτη φορά εξέλιπε το ’22 ο ασιατικός ελληνισμός. Και η ολοκληρωτική καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού από τους Τούρκους από τον 12ο αιώνα (εκτός του Πόντου);

Και ότι η Μικρά Ασία εποικίστηκε με ελληνικούς πληθυσμούς από τα νησιά του Αιγαίου και την ηπειρωτική Ελλάδα από τα τέλη του 18ου αιώνα και έπειτα; Αδίκως έγραψαν ο Σπύρος Βρυώνης και η Σία Αναγνωστοπούλου;

Μπορείς να αναφερθείς στη Μικρασιατική Καταστροφή αποκόβοντάς την από το γεγονός ότι το 1922 είναι το επιστέγασμα, από το 1912, μιας δεκαετίας πολέμων δημιουργίας εθνικών κρατών απαλλαγμένων από αλλόγλωσσους και αλλόθρησκους, όπου διά πυρός και σιδήρου εξαναγκάστηκαν οι Βαλκάνιοι Μουσουλμάνοι να γίνουν μουατζίρηδες στη Μικρά Ασία και οι Μικρασιάτες Χριστιανοί πρόσφυγες στα Βαλκάνια;

Ακόμη ότι αυτά έγιναν στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου πολέμου που δημιούργησε τα μεγαλύτερα έως τότε προσφυγικά κύματα σε όλη την Ευρώπη; Πρόκειται για απουσία πλαισίου κατανόησης και επιμονή σε μια χρόνια αυτιστική διαστροφή της Ιστορίας.

Αλλά τα επικίνδυνα αρχίζουν εκεί που αναφέρεται ότι όπως οι Εβραίοι ιδιοποιήθηκαν τη λέξη Ολοκαύτωμα για να τιμωρήσουν αυτούς που το διέπραξαν, έτσι και εμείς πρέπει να κεφαλαιοποιήσουμε τη λέξη καταστροφή/ές για να διεκδικήσουμε αποζημιώσεις και να τιμωρήσουμε όσους τις διέπραξαν.

«Με ανάλογο τρόπο, ίσως, θα μπορούσαμε, κι εμείς, να οικειοποιηθούμε την καταστροφή, σταθερό παρακολούθημα της ιστορίας του ελληνισμού. (…)

Μέσα στο κλίμα συμπάθειας, που ήθελε διαμορφωθεί από την συσχέτιση του ελληνισμού προς την καταστροφή, ενδεχομένως η διεκδίκηση αποζημιώσεων για όσα υπέστημεν εξ υπαιτιότητος άλλων να μπορεί να καταστεί αποτελεσματική».

Αφωνοι μπροστά σ’ αυτή τη νέα καταστρο-φιλοσοφία της Ιστορίας. Θα έπρεπε ίσως να θυμίσει κανείς ότι οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία και δεν ταυτίζονται με τα πράγματα. Η λέξη που χρησιμοποιήθηκε το 1922, επίσημα από το Πατριαρχείο (από το 1914), ήταν διωγμός, με σαφή θρησκευτική αναφορά.

Ο όρος καταστροφή αφορούσε αρχικά την καταστροφή του στρατού κατ’ αναλογία της σικελικής καταστροφής στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Αργότερα, βαθμιαία, έγινε συνώνυμη με την καταστροφή των κοινοτήτων και την προσφυγική έξοδο. Τέλος, η χρήση του όρου γενοκτονία καθιερώνεται με την αναβίωση του εθνικισμού στα Βαλκάνια στη δεκαετία του ’90.

Αλλά η λεξιλογική ανακρίβεια είναι πταίσμα μπροστά στην πρόταση εργαλειοποίησης της καταστροφής, από την Ακαδημία έως τα νήπια! (κάτι παρεμφερές, και εξίσου φαιδρό, προφανώς των διεθνών εκστρατειών για τα Ελγίνεια ή το όνομα της Μακεδονίας).

Ωστόσο, μέσα από τις φαιδρότητες, η πρόταση μιας ταυτότητας αυτοθυματοποίησης αποκτά δυστυχώς βάρος. Είμαστε τα αιώνια θύματα, ακόμη κι αν κατορθώνουμε να επιβιώσουμε: «Αυτοί είμαστε: ένας λαός που η μοίρα του είναι συνυφασμένη με καταστροφές». Δείξτε μας συμπάθεια, λίγη συμπόνια!

Δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας τα ζητήματα αυτά. Οι επίσημοι λόγοι που εκφωνούνται στις ιστορικές επετείους έχουν και σημασία και βάρος γιατί αφορούν το παρελθόν, συγκροτούν τη δημόσια Ιστορία, και αυτή με τη σειρά της τον καμβά πάνω στο οποίο πλέκεται η ταυτότητα ενός λαού.

Αφορούν κατ’ εξοχήν την εκπαιδευτική πολιτική και την πολιτική του πολιτισμού. Οι λόγοι δημόσιας Ιστορίας πρέπει να είναι λόγοι κύρους και ευθύνης, γιατί δεν είναι υποδεέστερες πολιτικές πράξεις. Και είναι καιρός ένας σημαντικός τόπος μνήμης όπως η Μικρασιατική Καταστροφή να ιστορικοποιηθεί και να βρει τη θέση που του ταιριάζει και στη δημόσια Ιστορία.

Και μια λέξη για τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης: το μόνο που πρόσεξαν είναι η αναφορά στο Ολοκαύτωμα που τους υποδείχτηκε. Ολα τα άλλα, που βγάζουν μάτι, ούτε τα πρόσεξαν, γιατί συμμερίζονται επίσης έναν μπανάλ εθνικισμό που κατατρύχει τον δημόσιο λόγο, με λίγες εξαιρέσεις.

Αλλά όταν αυτές οι εξαιρέσεις παίρνουν τον λόγο με παρρησία, και η Ν.Δ. και η Δημοκρατική Συμπαράταξη και το Ποτάμι σπεύδουν να ταυτιστούν με ό,τι αντιδραστικότερο. Το είδαμε και στην περίπτωση του Φίλη, της Αναγνωστοπούλου, αλλά και τη δική μου.

Μέλος της
ΕΝΕΔ