«Διαβάζει καλά όποιος διαβάζει τελευταίος»

vivlio.jpg

Gérard Genette «Παλίμψηστα. Η λογοτεχνία δευτέρου βαθμού» Μετάφραση: Βασίλης Πατσογιάννης Επιμέλεια Μαρία Στεφανοπούλου, Λίζυ Τσιριμώκου Εισαγωγή Λίζυ Τσιριμώκου ΜΙΕΤ, 2018 Σελ. 634

Φυσικά μπορούμε να διαβάσουμε τον «Οδυσσέα» του Τζόις ή την «Κασσάνδρα» της Βολφ χωρίς να ξέρουμε τον Ομηρο, να παρακολουθήσουμε την «Ηλέκτρα» του Ο’Νιλ, την «Ελένη» του Ρίτσου ή την «Κλυταιμνήστρα» του Στάικου χωρίς να έχουμε ιδέα από αρχαίους τραγικούς, ή να απολαύσουμε νουβέλες του Τζον Μπαρθ ανίδεοι για τις «Χίλιες και μία νύχτες», με τον ίδιο τρόπο που μπορούμε να διαβάσουμε την «Ερημη γη» του Λάγιου χωρίς να γνωρίζουμε την «Ερημη χώρα» του Ελιοτ (ή και του Πάτροκλου Γιατρά!), ή τον σεφερικό «Δαίμονα της πορνείας» χωρίς το «Χρονικό» του Μαχαιρά.

Μπορούμε, επίσης, να διαβάσουμε τον «Παρασκευά» του Τουρνιέ ή τη «Σουζάνα» του Ζιροντού (και, εις τα καθ’ ημάς, το «Ζωή και αγάπη στη μοναξιά» του Γιάννη Ψυχάρη, τους «Ναυαγούς της Πασιφάης» του Φαίδωνα Ταμβακάκη ή ακόμα και την «Ιστορία ενός σούπερ μάρκετ» του Δημήτρη Σωτάκη) χωρίς καν να υποψιαζόμαστε ότι όλα αυτά τα κείμενα επανεγγράφουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μιμούμενα ή μετασχηματίζοντας, αυξάνοντας ή συμπτύσσοντας, μεταθέτοντας ή αντιστρέφοντας (αξιολογικά) στοιχεία (αφηγηματικές δομές, χαρακτήρες, σημασία, ιδεολογία κτλ.) του μακρινού μοντέλου τους. Σε όλες τις περιπτώσεις θα μπορέσουμε, ίσως, ν’ αντιληφθούμε την ιστορία και ν’ αποκωδικοποιήσουμε κάποιους συμβολισμούς, όμως σε καμία περίπτωση χωρίς να «ξύσουμε» την κειμενική επιφάνεια των νεότερων κειμένων ώστε ν’ αντιληφθούμε ότι από κάτω τους βρίσκεται ο «Ροβινσώνας» του Ντιφόου, ούτε η κατανόηση ούτε η αναγνωστική απόλαυση θα είναι πλήρεις.

Οι τελευταίες θ’ αυξάνονται όσο περισσότερο αποκαλύπτονται οι πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ των λογοτεχνικών κειμένων, αυτές ακριβώς που θα κάνει αντικείμενο της Ποιητικής («του ανοικτού στρουκτουραλισμού») o Ζεράρ Ζενέτ στα «Παλίμψηστα». Καθηγητής στη Σορβόνη (1963-1967), διευθυντής σπουδών στην École des Hautes Études en Sciences Sociales (ώς το 1994), συνιδρυτής (1970), με τον Τσβετάν Τοντoρόφ, του περιοδικού «Poétique» και διευθυντής της ομότιτλης σειράς στις εκδόσεις Seuil, ο Ζενέτ (Παρίσι, 1930) είναι ένας από τους επιφανέστερους κριτικούς λογοτεχνίας της σύγχρονης Γαλλίας, το έργο του οποίου, κυρίως αυτό για την αφηγηματολογία, άσκησε τεράστια επίδραση στην επιστήμη της αφήγησης.

Τα «Παλίμψηστα», που εκδόθηκαν το 1982, συνεχίζουν το φιλόδοξο πρότζεκτ του «ζογκλέρ της παριζιάνικης διανόησης» που άρχισε με το «Εισαγωγή στο αρχικείμενο» (1979) και ολοκληρώθηκε με τα «Παρακείμενα» («Seuils», 1987). Η τριάδα αυτών των έργων παρεμβάλλεται ανάμεσα στην πρώτη περίοδο των κυρίως αφηγηματολογικών ενδιαφερόντων του Ζενέτ (βλ. ενδεικτικά στα ελληνικά «Σχήματα ΙΙΙ», Πατάκης 2007) και στην απότομη στροφή, μετά το 1990, από την ποιητική προς τη γενική αισθητική με το δίτομο έργο του: «Το έργο τέχνης: Εμμένεια και υπέρβαση («L’Œuvre d’Αrt: Immanence et Τrascendance», 1994) και «Η αισθητική σχέση» («La Relation esthétique», 1997).

Οπως γράφει ο ίδιος στη φανταστική συνέντευξη που ολοκληρώνει την ειδολογική μελέτη του 1979, «είναι γεγονός ότι προς το παρόν το κείμενο (δεν) με ενδιαφέρει (παρά μόνον) εξαιτίας της κειμενικής υπερβατικότητάς του, ήτοι όλων εκείνων τα οποία το φέρουν σε επαφή, πρόδηλη και μυστική, με άλλα κείμενα. Αυτό το ονομάζω υπερκειμενικότητα» («Εισαγωγή στο αρχικείμενο» 1979, Εστία 2001).

Για τον Ζενέτ, βασικό χαρακτηριστικό κάθε κειμένου είναι η παλίμψηστη (από την περγαμηνή όπου έχει αποξεστεί μια πρώτη εγγραφή για να χαραχτεί μια άλλη) φύση του. Κάθε κείμενο είναι γραμμένο πάνω σ’ ένα προγενέστερο κείμενο που το μιμείται ή το μετασχηματίζει. Κάθε γραφή είναι επανεγγραφή και, κατά συνέπεια, η λογοτεχνία είναι πάντα δευτέρου βαθμού. Ωστόσο, ακόμα και αν αυτό ισχύει για όλα τα κείμενα, κάποια ανάμεσά τους είναι πιο φανερά παλίμψηστα: γραμμένα πάνω σε παλαιότερα κείμενα, εκβιάζουν μια διπλή ανάγνωση και φέρνουν τον αναγνώστη στη θέση ενός… Πιερ Μενάρ: δουλεύοντας αντίστροφα, μόνο η απόξεση της κειμενικής επιφάνειας «μπορεί ν’ αναστήσει τις χαμένες Tροίες», θα έλεγε ένας Μπόρχες.

Αυτά τα υπερκείμενα απασχολούν τον Ζενέτ, σ’ αυτά στρέφεται η μελέτη του αναζητώντας τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους το μεταγενέστερο κείμενο ωθεί τους αναγνώστες του, ρητά ή υπόρρητα, να διαβάσουν ή να θυμηθούν κάποιο παλαιότερο. Σε αντίθεση με τον ευρέως διαδεδομένο (μετά την Κρίστεβα) μπαχτιανής καταγωγής όρο της «διακειμενικότητας» (ο μετασχηματισμός και η απορρόφηση άλλων κειμένων, του κόσμου συμπεριλαμβανομένου) ο όρος του Ζενέτ αφορά τις αποκλειστικές σχέσεις ανάμεσα σε δύο έντεχνες αφηγήσεις (έργα με υπόθεση και όχι κείμενα σχολιασμού) που συνδέονται μεταξύ τους με μια κάθετη σχέση ιστορικού χαρακτήρα: «Κάθε σχέση που ενώνει ένα κείμενο Β (το αποκαλώ υπερκείμενο, hypertexte), με ένα προγενέστερο κείμενο Α (το αποκαλώ, βέβαια, υποκείμενο, hypotexte) πάνω στο οποίο ενοφθαλμίζεται κατά τρόπο που δεν είναι ο τρόπος του σχολιασμού».

Στα αρχικά κεφάλαια του βιβλίου ο Ζενέτ ορίζει την προοπτική της δικής του ποιητικής που ονομάζει μεταδιακειμενικότητα (transtextualité), αποτέλεσμα μιας συνάρτησης που εμπεριέχει εκτός από την αρχικειμενικότητα (architextualité), δηλαδή, το γενολογικό –συνειδητό ή ασύνειδο– καθεστώς ενός κειμένου που καθορίζει τον ορίζοντα προσδοκιών του αναγνώστη, και άλλες μορφές μεταδιακειμενικών σχέσεων: τη διακειμενικότητα (Intertextualité), που εδώ περιορίζεται στα όρια του παραθέματος, της λογοκλοπής και του υπαινιγμού, την παρακειμενικότητα (paratextualité), τη σημασία δηλαδή συγγραφικών ή εκδοτικών επιλογών στην περιφέρεια του κειμένου (τίτλος, πρόλογος, σημειώσεις κ.λπ.), τη μετακειμενικότητα (metatextualité), δηλαδή το σχόλιο, συχνά κριτικό, ενός προηγούμενου κειμένου, και, τέλος, την υπερκειμενικότητα (hypertextualité), στην οποία και εστιάζει το βιβλίο.

Χρησιμοποιώντας δομικά και λειτουργικά κριτήρια και χαρακτηριστικά, ο Ζενέτ πραγματεύεται συστηματικά τη φύση και τη γραμματολογική θέση όλων των γενών κειμενικής μίμησης (παστίς, γελοιολογία, χάλκευση) ή μετασχηματισμού (παρωδία, μεταμφίεση, μετάθεση), τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, τις αναμείξεις ή τις αλληλεπικαλύψεις τους. Το καθεστώς της παρωδίας και του παστίς είναι παιγνιώδες, της μεταμφίεσης και της γελοιολογίας σατιρικό, της μετάθεσης και της χάλκευσης σοβαρό.

Για παράδειγμα, στη Ρoβινσωνιάδα του Ψυχάρη που ανέφερα στην αρχή, η υπερκειμενική αίσθηση της σχέσης με τον Ντιφόου, που ανιχνεύεται μεν κειμενικά αλλά πιστοποιείται και στο παρακείμενο, δείχνει με βεβαιότητα ότι βρισκόμαστε σ’ εκείνον το χώρο της υπερκειμενικότητας που ορίζεται από τον μετασχηματισμό (tranformation) και το σοβαρό (sérieux) ως μετάθεση (transposition), αν και συχνά το ελληνικό κείμενο ολισθαίνει προς την παρωδία.

Το corpus των παραδειγμάτων και των υπό εξέταση κειμένων φαντάζει ανεξάντλητο. Γνωστά και φημισμένα ή άγνωστα και παραγνωρισμένα κείμενα της κλασικής λογοτεχνίας επιστρατεύονται και σχολιάζονται. Ακόμα και αν η αφετηρία είναι η γαλλική, οικεία στον συγγραφέα γραμματεία, η πολυμάθεια του Ζενέτ διασχίζει τις εποχές και απλώνεται με ζηλευτό τρόπο στην παγκόσμια λογοτεχνία: από τον Αριόστο και τον Καλβίνο στον Φίλντινγκ και τον Τζόις, από τον Χάινε και τον Μαν στον Ο’Νιλ και τον Μπαρθ, κι από κει με στοχευμένες απλωτές ακόμα και σε εικαστικούς (από τον Βελάσκεθ στον Πικάσο) ή μουσικούς μετασχηματισμούς (από τον Μότσαρτ στον Στραβίνσκι και στον ιδιοφυή τζαζίστα Τελόνιους Μονκ, στον οποίο αφιερώνεται και η μελέτη!).

Οι προσεκτικές επιλογές των παραδειγμάτων από τον Ζενέτ και οι κριτικές του αναλύσεις καλύπτουν όλη την γκάμα των υπερκειμενικών σχέσεων, από τις απλές υφολογικές ή θεματικές αναλογίες μέχρι τους περίτεχνους αντικατοπτρισμούς, όπως η βιβλική τετραλογία του Μαν ή ακόμα και τα υπερκειμενικά παίγνια του Μπόρχες. Εννοείται ότι συνήθεις στόχοι της επανεγγραφής μιας μανιέρας ή μετάθεσης μιας σημασίας γίνονται εμβληματικά κείμενα, ιδεολογικά φορτισμένα και μυθοποιημένα στην πάροδο των χρόνων. Εννοείται ότι τα υπερκείμενα έλκουν τα υποκείμενα, καθώς επίσης ότι τα υποκείμενα μπορεί να είναι τελικά περισσότερα από ένα κείμενα κτλ.

Στην έξοδο του κειμένου, ο τυπολογικός χάρτης που πρότεινε ο Ζενέτ για να τιθασεύσει αυτό το περίπλοκο πεδίο των αλλεπάλληλων κειμενικών μεταμορφώσεων και διασταυρώσεων, όπως εξάλλου έχει προβλέψει ο ίδιος στην αρχή της εξερεύνησής του, έχει πλέον «θολώσει», έχει «καταργηθεί» και σχεδόν «διαλυθεί». Το καθεστώς των κειμένων είναι πάντα πιο σύνθετο από το είδος στο οποίο το κατατάσσουμε, ωστόσο η υπερκειμενική προσέγγιση έδωσε βάθος και προοπτική στην ερμηνευτική μας ανάγνωση.

Η κατά Ζενέτ εξέταση της υπερκειμενικότητας που συνδυάζει τη συγχρονία με τη διαχρονία, την ποιητική με την κριτική, δεν είναι μόνο μια κλασική πλέον θεωρητική μελέτη, ιδιαίτερα χρήσιμη για τον ειδικό ή τον σπουδαστή, αλλά και μια αληθινή κιβωτός, ένα πανόραμα του αδιάκοπου μουρμουρητού της λογοτεχνίας, μια εγκυκλοπαιδική αποτύπωση του λαβυρινθώδους δικτύου των υπερκειμενικών σχέσεων της παγκόσμιας βιβλιοθήκης που άλλοι ονομάζουν Σύμπαν! Ταυτόχρονα, συνιστά ένα απολαυστικό ανάγνωσμα για κάθε αναγνώστη, γραμμένο με το γνωστό, έμπλεο λεπτής ειρωνείας ύφος του Ζενέτ – εδώ, μάλιστα, συντονισμένο απόλυτα με το θέμα του.

Επιπλέον, το τυπολογικό σχήμα του Ζενέτ είναι εξαιρετικά χρήσιμο, γιατί δεν εξηγεί μόνο τις υπάρχουσες φόρμες, αλλά και μπορεί να προβλέψει (αν δεν προκαλεί) και νέες, έναν νέο Οιδίποδα, για παράδειγμα, που σκοτώνει τη μητέρα του και παντρεύεται τον πατέρα του, φαντάζεται ο Τζέραλντ Πρινς, προλογίζοντας την αγγλική μετάφραση! «Ποιος Μπόρχες, ποιος Καλβίνο θα μας δώσει, επιτέλους, το πρωταρχικό ιπποτικό έπος, την άγνωστη πηγή της “Ιλιάδας”;», αναρωτιέται ο Ζενέτ. Και αν αυτά τα παραδείγματα ακούγονται οριακά, δίνω ένα πιο πιθανό: τι μας εμποδίζει να ξαναγράψουμε την «Καρδιά του σκότους» του Κόνραντ αλλάζοντας τις γεωγραφικές και τις χρονικές συντεταγμένες, και μεταφέροντας την υπόθεση σε άλλο χρονότοπο; Είναι γνωστό ότι το τόλμησε ο Κόπολα με το κινηματογραφικό «Αποκάλυψη τώρα!». Αυτό που δεν είναι τόσο γνωστό είναι ότι το διήγημα που ηγείται της ενδεκάδας των ερειπωμένων «Αδειων ξενοδοχείων» (Εστία, 2005) του Φαίδωνα Ταμβακάκη αποτελεί υποδειγματική, κατά τη γνώμη μου, συντομευμένη επανεγγραφή της νουβέλας του Κόνραντ.

Ο ταξιδιωτικός πράκτορας Κώστας Κοριανόπουλος (εξελληνισμένη παραφθορά του πολωνικού ονόματος του Κόνραντ: Κορζενιόφσκι!), εκτελώντας χρέη Τσάρλι Μάρλοου, επιστρέφει στο κατεστραμμένο απ’ το τσουνάμι Πουκέ του 2004. «Η σκιά του σκότους» δεν υποδεικνύει μόνο με τον τίτλο της τις αναγνωστικές της μνήμες, αλλά και δομείται γραμμή γραμμή πάνω στο πρότυπό της. Το υποκείμενο του Κόνραντ αναγιγνώσκεται εκ του σύνεγγυς και μετασχηματίζεται μέσα απ’ τη συντόμευση, τη χωροχρονική και συμβολική μετάθεση, τις θεματικές μεταμορφώσεις με τους αναγκαίους εκσυγχρονισμούς. Είναι γεγονός ότι, στο τέλος, αυτός ο αναγνώστης που θα αντιληφθεί την υπερκειμενική υπόσταση του ελληνικού διηγήματος και θα θυμηθεί ή θα διαβάσει Κόνραντ, θα διαβάσει καλύτερα και απολαυστικότερα και Ταμβακάκη.

Οπως γράφει ο Ζενέτ, «η θέση και η δράση στο λογοτεχνικό πεδίο αυτής της δευτέρου βαθμού λογοτεχνίας […] που γράφεται διαβάζοντας, είναι εν γένει, και δυστυχώς, παραγνωρισμένες. Επιχειρούμε εδώ να εξερευνήσουμε τούτα τα εδάφη. Ενα κείμενο μπορεί πάντα να διαβάζει ένα άλλο, και ούτω καθεξής ώς το τέλος των κειμένων. Και τούτο εδώ δεν ξεφεύγει από τον κανόνα: τον εκθέτει και εκτίθεται κι αυτό το ίδιο. Θα διαβάσει καλά όποιος διαβάσει τελευταίος».

Τέλος, το βιβλίο είναι ένας «λειμώνας ορολογίας» από τη μαστορική πένα ενός «επινοητή όρων», όπως χαρακτήριζε ο Μπαρτ τον Ζενέτ. Και η άρτια (από τον πρόλογο στα παραρτήματα, τις σημειώσεις και τα ευρετήρια) επιβλητική ελληνική έκδοση, που αποτελεί, χωρίς υπερβολή, εκδοτικό και μεταφραστικό άθλο, τα καταφέρνει και εδώ: συστηματοποιώντας το ρευστό μέχρι σήμερα στην ελληνική βιβλιογραφία ειδικό λεξιλόγιο. H δε εισαγωγή της Λίζυς Τσιριμώκου δεν αναδεικνύει μόνο τη σημασία του βιβλίου στη σύγχρονη ιστορία της θεωρίας, αλλά και το τοποθετεί στην πορεία της θεωρητικής εξέλιξης του Γάλλου στοχαστή, ανιχνεύοντας, μεταξύ άλλων, πρωιμότερες εμφανίσεις της βασικής μεταφοράς του παλίμψηστου στο έργο του.

Ελπίζω και τα «Παρακείμενα» του Ζενέτ να είναι στο μεταφραστικό πρόγραμμα κάποιου εκδότη και να ολοκληρώσουν την εικόνα αυτής της περιόδου ενός μεγάλου θεωρητικού και ταυτόχρονα εξαιρετικού κριτικού, προσφέροντας άλλο ένα πολύτιμο εγχειρίδιο στον αναγνώστη ή τον μελετητή της λογοτεχνίας.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας