Διαρκής μετεωρισμός της μνήμης

modiano.jpg

Διαρκής μετεωρισμός της μνήμης Ο Γάλλος πεζογράφος, Πατρίκ Μοντιανό

«Στην αρχή, ένα τίποτα, το τρίξιμο των ελαστικών πάνω στο
χαλίκι, ένας θόρυβος μηχανής που απομακρύνεται, και θέλετε
ακόμη λίγη ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσετε ότι δεν είναι πια
κανείς, παρά μόνο εσείς, μέσα στο σπίτι».
(σ. 181)

Από το εύστοχο και εναργές επίμετρο της Γεωργακοπούλου [που γύρισε με ακρίβεια στην ελληνική το παρόν μυθιστόρημα του Γάλλου νομπελίστα (2014)] αντιγράφω: «Το γλωσσικό σύστημα του καθενός δεν είναι καθόλου εξυπηρετικό κι ας φημολογείται ότι η γλώσσα εφευρέθηκε για να διευκολύνει την επικοινωνία.

Είναι στη φύση του να καταντάει ερμητικό, συχνά αύταρκες ή αυτάρεσκο και οι νέες προσλήψεις του να γίνονται με το ζόρι και κατόπιν σκληρών ασυνείδητων διαπραγματεύσεων που πιο πολύ σημαδεύουν τον λήπτη παρά τον δότη. Ο δότης, όπως λέει κι ο Μοντιανό, θα παραμείνει εις τους αιώνες των αιώνων ένας καλοκάγαθος και διακριτικός ευεργέτης που εν αγνοία του πλούτισε τη γλώσσα μας κι άνοιξε τρυπούλες στα τείχη της για να μπαινοβγαίνει ο άλλος» (σ. 193).

Πώς όμως μετουσιώνονται όλα αυτά σε αφήγηση; Το μυθιστόρημα ξεκινά με το τηλέφωνο να χτυπά επίμονα στο διαμέρισμα του Ζαν Νταραγκάν -του ηλικιωμένου συγγραφέα, ο οποίος αποτελεί το προφανές(;) alter ego του Μοντιανό. Παρά το γεγονός πως το τηλέφωνο είναι χρόνια παροπλισμένο στο σπίτι του Νταραγκάν, εκείνος το σηκώνει. Στην άλλη άκρη της γραμμής ένας άγνωστος άνδρας τού ζητά να συναντηθούν ώστε να του επιστρέψει τη χαμένη του ατζέντα.

Παρά τους αρχικούς του δισταγμούς, ο Νταραγκάν δέχεται. Από το σημείο αυτό -και περίπου για τα δύο τρίτα του βιβλίου- στην αφήγηση κυριαρχεί κλίμα περίτεχνου και υποβλητικού φιλμ νουάρ.

Διαρκής μετεωρισμός της μνήμης «Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά», Μυθιστόρημα. Μετάφραση-επίμετρο: Ρούλα Γεωργακοπούλου. Πόλις, 2015. Σελ. 200 |

Οι διαρκείς, παράξενες, συμπτώσεις, ο σκοτεινός χαρακτήρας του αγνώστου που βρήκε την ατζέντα του μοναχικού συγγραφέα και ο ρόλος της νεαρής γυναίκας που τον συνοδεύει, κάθε ψηφίδα της αφήγησης, θα μπορούσε να κρύβει εξίσου σκοτεινά μυστικά ή δαιδαλώδεις δολοπλοκίες. Κάθε άλλο όμως.

Στην αφήγηση του Μοντιανό το παραμικρό λειτουργεί ως αφορμή για να βυθίσει τον ήρωα ολοένα και βαθύτερα στο παρελθόν του -λες κι ένας όλο και πιο μακρύς μίτος οδηγεί τον Ζαν Νταραγκάν (και τον αναγνώστη) κοντύτερα στο κέντρο των απωθημένων αναμνήσεών του.

Χωρίς ποτέ να μας αποκαλύπτεται απόλυτα, το alter ego του Γάλλου νομπελίστα βιώνει ακούσια ξυπνήματα της μνήμης του, τα οποία τον (μας) ταξιδεύουν στα χρόνια μετά την Κατοχή. Ο επτάχρονος τότε Νταραγκάν μεταφέρεται από το ένα σπίτι σε άλλο, παρατημένος από τη μητέρα του, υπό την προστασία της Ανί Αστράν και τvn κύκλων της -κυρίως άντρες που κινούνται στις παρυφές του υποκόσμου.

Εν μέσω αυτού του παριζιάνικου θιάσου, ο Νταραγκάν ξεσκολίζεται στον έρωτα, στην επιβίωση αλλά και στη μοναξιά. Αναγνωρίζει, έστω και αναδρομικά, πως οι θρυμματισμένες συνομιλίες της Αστράν, που τις λαθρακούει πίσω από τοίχους ή μισοκοιμισμένος στο αυτοκίνητο, ήταν ο διαρκής μετεωρισμός της μνήμης, το διαρκές νανούρισμα που τον σφράγισε αλλά και τον ωρίμασε, πριν το απωθήσει μόνο και μόνο για να το ξαναθυμηθεί, εξήντα χρόνια μετά, εξ αφορμής μιας χαμένης ατζέντας.

Στο τελευταίο τρίτο του βιβλίου, και αφού έχουν εξαντληθεί οι συμπτώσεις που ανασύρουν και αποδελτιώνουν εικόνες, χρονολογίες, τοπωνύμια, μυρωδιές και στιχομυθίες από τη μνήμη του ηλικιωμένου άντρα, ο ίδιος ο Νταραγκάν σκαλίζει τις ουλές της μνήμης. Πιέζεται να θυμηθεί, να πατήσει στα χνάρια που είχε αφήσει ως παιδί στις γειτονιές του Παρισιού καθώς πάσχιζε να μη χαθεί. Και όσο η αφήγηση προχωρά τόσο γίνεται πιο σπαρακτική, όσο οι μνήμες ζωντανεύουν τόσο η πραγματικότητα θολώνει.

Ο αφηγηματικός χρόνος παλινωδεί μεταξύ του τότε και τώρα, ενώ ο Μοντιανό επινοεί μια συγκινητική συνομιλία όχι μόνο υπό το φως της χαμένης μνήμης αλλά και γραμμένη στη γλώσσα της μνήμης -στο βαθύ και λεπταίσθητο αυτό κομμάτι του βιβλίου συμπυκνώνεται όλη η δύναμη της πρόζας του Μοντιανό.

Εναντι κατακλείδας επιστρέφουμε στα λόγια της μεταφράστριας: «[...] Ενας άνθρωπος που επιπλέει ανάσκελα πάνω απ’ τα βαθιά νερά, που χτυπιέται στους τέσσερις τοίχους της πόλης, που ψάχνει τα πατήματά του προχωρώντας ανάποδα στον χρόνο. [...] Το παιδικό τραύμα του αποχωρισμού και η μητέρα ως συνώνυμο της απώλειας, είναι κοινά σε όλες τις γλώσσες του κόσμου» (σ. 196).