Διαμάντια στις στάχτες

vivlio.jpg

«Μέρες δίχως τέλος», του Σεμπάστιαν Μπάρι

Ρωμαλέος Ιρλανδός παραμυθάς, που ανατρέπει το επίσημο εθνικό αφήγημα της πατρίδας του, ο Σεμπάστιαν Μπάρι επιστρέφει στο κέντρο της λογοτεχνικής σκηνής με ένα σπουδαίο μυθιστόρημα το οποίο διαδραματίζεται στην Αμερική του Λίνκολν αλλά υπαινικτικά αναφέρεται στα μεγάλα στοιχήματα της σημερινής εποχής της κρίσης με αφετηρία τη συνθήκη της μετανάστευσης και τη συνθήκη της ετερότητας.

Είναι το «Μέρες δίχως τέλος», Βιβλίο της Χρονιάς 2017 που του χάρισε για δεύτερη φορά το σημαντικό Βραβείο Costa

Δυο ανθρώπινα ροκανίδια σε έναν κόσμο σκληρό και άγριο»

Αυτοί είναι οι πρωταγωνιστές του Σεμπάστιαν Μπάρι στο καινούργιο του μυθιστόρημα Μέρες δίχως τέλος (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Ικαρος). Δύο «ασυνόδευτοι ανήλικοι μετανάστες» θα λέγαμε σήμερα, που παλεύουν να επιβιώσουν και ωριμάζουν στην επικίνδυνη Αμερική του Λίνκολν. Ο Ιρλανδός Τόμας Μακ Νάλτι και ο «Ωραίος Τζον Κόουλ» από τη Νέα Αγγλία, που κανένας δεν τους θέλει έτσι που είναι κυνηγημένοι από την πείνα, μόνοι και εξαθλιωμένοι. «Πανούκλα ήμασταν, άνθρωποι-ποντίκια» αφηγείται ο Μακ Νάλτι τριάντα χρόνια αργότερα, έχοντας ψηθεί σε όλες τις μάχες και αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο της εκτέλεσης για λιποταξία.

Τότε, πρόθυμοι να κάνουν οτιδήποτε δεν δεχόταν να κάνει ο καθωσπρέπει κόσμος, είχαν βρει την πρώτη τους δουλειά σε έναν εργατικό συνοικισμό χωρίς γυναίκες. Πουλούσαν διασκέδαση ντυμένοι κορίτσια σε ένα σαλούν, βαλσάροντας με άξεστους άντρες που δούλευαν στα ορυχεία. «Ούτε φιλιά, ούτε πασπατέματα, σκέτος χορός», τούς είχε πει ο ιδιοκτήτης, κι εκείνοι πλύθηκαν επιτέλους, φόρεσαν τα χρωματιστά φουστάνια που τους αγόρασε, γέμισαν με βαμβάκι το στηθόδεσμό τους, αλλά συνέχισαν να νιώθουν «σαν ψείρες σε δαντελένιο κοριτσίστικο σκουφάκι». Ωστόσο οι μεταλλωρύχοι τούς χάριζαν τις καρδιές τους, προβάλλοντας επάνω τους τα όνειρά τους για χαρά και ευτυχία. Διότι «έτσι είναι εδώ στην Αμερική, την ψευδαίσθηση θέλουν μόνο…»

Δυο χρόνια αργότερα είχαν τόσο πολύ ψηλώσει και αναπτυχθεί ώστε χρειάστηκε να αλλάξουν δουλειά κι έτσι άρχισε η θητεία τους στο αλισβερίσι του πολέμου. Στον στρατό «σε παίρνανε και μονόφθαλμο» κι έτσι στα 17 τους κατατάχτηκαν εθελοντές στο Μιζούρι, με το πιο άθλιο από τα άθλια μεροκάματα αλλά με στολή και με άλογο.

Από το 1851 με τους διωγμούς και την εξολόθρευση των Ινδιάνων για χάρη των Λευκών αποίκων, μέχρι την ανασυγκρότηση του ‘70 μετά τη χειραφέτηση των Μαύρων, μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου μεταξύ Βορείων και Νοτίων Πολιτειών, μετά και τη δολοφονία του προέδρου Λίνκολν, ο Μακ Νάλτι και ο Κόουλ ακολουθούν την περιπέτεια των Γιάνκηδων ώς τον πάτο της. Διότι «θέλοντας και μη η Μοίρα σού τρίβει τη μούρη εκεί που δε θες ούτε καν να κοιτάξεις…»

Ετσι κάνουν τις μεγαλύτερες αγριότητες υπακούοντας σε διαταγές, παρατηρούν τις πιο τίμιες συνειδήσεις να κομματιάζονται «από το στιλέτο της θλίψης», μαθαίνουν να ξεχωρίζουν το δίκαιο από το σωστό και περνούν «μέρες δίχως τέλος» σε συνεχή εγγύτητα με τον θάνατο, πάντα όμως με μια αστείρευτη θέληση για ζωή να τους σπρώχνει σε μια καινούργια αρχή. «Πώς είδαμε τις σφαγές χωρίς να παίξει ούτε το μάτι μας; Πώς μπορέσαμε; Μπορέσαμε επειδή δεν ήμασταν τίποτα, ούτε εμείς».

Ο Σεμπάστιαν Μπάρι ζωντανεύει την ανελέητη καθημερινότητα των «ασήμαντων ανθρώπων» σε μια άλλη εποχή μαζικών πληθυσμιακών μετακινήσεων και εκκαθαρίσεων, σε μια άλλη εποχή κρίσης οικονομικής και κρίσης αξιών, σε μια άλλη εποχή δοκιμασίας για τα δημοκρατικά ιδεώδη και αντεπίθεσης του παλιού status quo, σε μια άλλη εποχή εκδικητικής λύσσας, σε μια άλλη εποχή διεκδίκησης πολιτικών δικαιωμάτων από τους μετανάστες.

Και αφουγκράζεται τους συμπατριώτες του Ιρλανδούς σαν άλλα θυμωμένα και ατίθασα παιδιά που πλήρωσαν το τίμημα στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, για να οικοδομηθεί μια χώρα που να αγκαλιάζει όλους τους κατοίκους της. Ομως παράλληλα, μέσα στις στάχτες και στο αίμα, εντοπίζει την μπέσα, την αλληλεγγύη, την εντιμότητα, τη φιλία, τη συνεργασία, την αναγνώριση, την τρυφερότητα, την αγάπη, να δυναμώνουν και να λαμπυρίζουν σαν διαμάντια.

Ο «φακός» που του επιτρέπει να τα συλλάβει όλα αυτά είναι η συνθήκη της ετερότητας. Και πρώτη πρώτη η ετερότητα του αφηγητή, ο οποίος είναι ένας Ιρλανδο-Αμερικανός γενναίος στρατιώτης που νιώθει πιο άνετα με γυναικεία ρούχα. Κρυφοί εραστές, ο Τόμας Μακ Νάλτι και ο Τζον Κόουλ ζουν ανορθόδοξα και καταφέρνουν να στήσουν «ένα βασίλειο αγάπης στην επικράτεια του σκοταδιού.» Μαζί παίρνουν σαν παιδί τους μια μικρή Ινδιάνα, που γλιτώνει από τη μανία του ίδιου τους του τάγματος, και θα μεγαλώσει σαν αγρότισσα κοντά τους, ώσπου θα τη διεκδικήσει ο θείος της, ο μεγάλος αρχηγός των ηττημένων Σιου.

Ο Μπάρι φέρνει στο προσκήνιο τους ανθρώπους που βρέθηκαν στη «λάθος πλευρά της κοινωνίας» και τους αναγνωρίζει τον ρόλο που έπαιξαν στη διαμόρφωση της σύγχρονης αμερικανικής ιστορίας. Η ετερότητα των μεταναστών Ιρλανδών, όπως εκείνη των Ινδιάνων, των Αφροαμερικανών, των αντισυμβατικών γυναικών ή των γκέι, γίνεται το πρίσμα μιας λογοτεχνικής μεταφοράς για να σχολιάσει και τις ανοιχτές πληγές της εποχής μας. Κι έτσι η θερμοκρασία στο μυθιστόρημά του απογειώνεται.

Ο Σεμπάστιαν Μπάρι, ο Τσιτσάνης και η αποδοχή του «Αλλου»

Λάτρης της Ελλάδας από το ’80 που είχε εγκατασταθεί για ένα δεκάμηνο στη Νάουσα της Πάρου και είχε κολλήσει στον Τσιτσάνη, ο 63χρονος σήμερα Ιρλανδός Σεμπάστιαν Μπάρι αντιμάχεται τα στερεότυπα και τις αποσιωπήσεις της επίσημης εθνικής αφήγησης για την Ιρλανδία, όπως κάνουν πολλοί σημαντικοί Ελληνες συγγραφείς σε σχέση με το επίσημο μεταπολεμικό αφήγημα.

Με τα θεατρικά έργα και με τα μυθιστορήματά του, ο Μπάρι έχει φέρει στο προσκήνιο τον απλό κόσμο που μετά την ίδρυση της ανεξάρτητης Δημοκρατίας της Ιρλανδίας, τον χωρισμό της από τη βρετανική Βόρεια Ιρλανδία και τον Ιρλανδικό Εμφύλιο (1922-23) παγιδεύτηκε στις ιστορικές εξελίξεις έτσι ώστε «καλοί» και «κακοί» άλλαζαν συνεχώς θέσεις. Οι Μέρες δίχως τέλος συνεχίζουν την άτυπη σειρά των Μακ Νάλτι, που κοιτάζει καταπρόσωπο τη σύνθετη πραγματικότητα της ιρλανδικής κοινωνίας κατά τους τελευταίους δύο αιώνες.

Μετά τα Η οδύσσεια του Ινίας Μακ Νάλτι, Η μυστική γραφή, Ο προσωρινός τζέντλεμαν (αμετάφραστο), αυτό το καινούργιο μυθιστόρημά του, που διαβάζεται απνευστί, δεν διστάζει να θυμίσει ότι οι Ιρλανδοί μετανάστες στην Αμερική είχαν κι αυτοί μερίδιο στο «σφαγείο της δόξας», με θύματα τόσο τους Ινδιάνους όσο και τους Νότιους. Εδώ το βλέμμα του Μπάρι γίνεται ακόμα πιο διεισδυτικό χάρη στην ευαισθησία του στην ετερότητα, που τη χρωστάει, όπως έχει πει, στον γκέι γιο του.

«Η ζωή δεν είναι μόνο απόφαση και πράξη, είναι και σκέψη. Αλλά εγώ δεν έχω το μυαλό που χρειάζεται για να τα σκεφτώ όλα αυτά καθαρά» λέει ο Τόμας Μακ Νάλτι μετά από μια συγκλονιστική ανταλλαγή παιδιών που γίνεται όρος ειρήνης, η οποία θα καταπατηθεί. Η γλώσσα του Μπάρι λάμπει με συναρπαστικές εικόνες που εντυπώνονται στον αναγνώστη. Εικόνες πυκνές σε νόημα και ένταση, που συγκινούν και κινητοποιούν αβίαστα τον αναστοχασμό. Ισως, υπαινίσσεται, η λύση για τα σημερινά δεινά μας να βρίσκεται στη γενναιόψυχη αποδοχή του Αλλου.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας