Ι.Ν. Μαρκόπουλος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν θα μπορούσε μάλλον να είναι και διαφορετικά. Στους Περσικούς Πολέμους ήταν, αν δεν κάνω λάθος, που ενώ οι Πέρσες βρίσκονταν ήδη προ ή και εντός των πυλών, οι περίεργοι αυτοί Ελληνες τους τρέλαναν τους ανθρώπους με την άγνοια κινδύνου που φαίνεται πως επιδείκνυαν, καθώς αμέριμνοι επιδίδονταν στους Ολυμπιακούς τους Αγώνες.

Μήπως όμως δεν είμαστε πάλι εμείς οι ίδιοι που, μόλις πράγματι συνειδητοποιήσουμε την απειλή της ιστορικής μας εξαφάνισης, γράφουμε τις μοναδικές, σε αριθμό και ιστορική σημασία, παγκόσμιου και διαχρονικού θαυμασμού εποποιίες; Μαραθώνες, Σαλαμίνες, Θερμοπύλες, εθνεγερσία και αγώνας ανεξαρτησίας, Επος του ’40, ιστορικά καταγεγραμμένη πρωτοφανής εθνική αντίσταση ενάντια στον φασισμό και τον ναζισμό.

Μήπως όμως δεν είμαστε εμείς πάλι αυτοί που, επιδιδόμενοι στη διαχρονική αυτή κατάρα της ιδιοπροσωπίας μας, στον άμετρο αυτό εγωκεντρισμό μας και στην αυτάρεσκη εγωφιλία μας –με τις συνακόλουθες παθογένειες της διχόνοιας και του αλληλοσπαραγμού–, πορευόμαστε χιλιετίες τώρα στους κακοτράχαλους δρόμους της Ιστορίας;

Δεν είμαστε εμείς άραγε οι ίδιοι αυτοί που εξοστρακίσαμε, καταδιώξαμε ή εξαφανίσαμε πολιτικά, εξορίσαμε ή και δολοφονήσαμε άξιους πολιτικούς, διανοητές και φιλοσόφους, στρατηγούς και πολεμιστές της ελευθερίας; Ποιος άλλος λαός έχει να επιδείξει διαχρονικά και ιστορικά τεκμηριωμένους τέτοιους και τόσους πολλούς διωγμούς;

Σταχυολογώντας μερικούς: Πυθαγόρας (αυτός, στην Κάτω Ιταλία), Αριστείδης, Αναξαγόρας, Θεμιστοκλής, Σωκράτης, Θουκυδίδης, Αριστοτέλης, στην αρχαιότητα, Καραϊσκάκης, Ανδρούτσος, Κολοκοτρώνης, Καποδίστριας (άραγε πόσοι δρόμοι και ποιοι είναι αφιερωμένοι σήμερα στο όνομά του;), Τρικούπης, Βενιζέλος, στη νεότερή μας Ιστορία.

Αναγνωρίζοντας αυτή την ιδιοπροσωπία ως το χαρακτηριστικότατο, όχι βιολογικά, αλλά πολιτισμικά και γεωπολιτικά, ίσως, εδραιωμένο διαχρονικό μας στοιχείο, θα πρέπει να ομολογήσω ότι θεωρώ και τη σημερινή μας πολιτική και εθνική κατάσταση σχεδόν αναμενόμενη και ιστορικά αυτονόητη.

Αυτό ωστόσο που πιστεύω ότι είναι πλήρως ακατανόητο είναι η παντελής άγνοια του κινδύνου στην οποία βρίσκεται η χώρα και η πλήρης άρνησή μας να συνειδητοποιήσουμε ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλά σε πόλεμο, αλλά κινδυνεύει να εξαφανιστεί από το προσκήνιο της Ιστορίας, με εμάς ανεύθυνα ανοργάνωτους και διαρκώς διχογνωμούντες.

Ελλειψη ουσιαστικού εκσυγχρονισμού των δομών της χώρας, πολιτική αστάθεια, διχόνοιες και συνεχής μιζέρια, ανεργία και κοινωνικο-οικονομική εξαθλίωση, νεποτισμός, πολιτική αλαζονεία και θράσος, αναξιοκρατία και ανθρώπινη αναξιοπρέπεια, δημογραφικό πρόβλημα, γεωπολιτική αστάθεια και έλλειψη ενός σοβαρού μακρόπνοου εθνικού σχεδιασμού, σε όλα τα επίπεδα, στα εθνικά μας θέματα, την Παιδεία και την εκπαίδευση, την υγεία και την κοινωνική και οικονομική πολιτική.

Και σε αυτή την τραγική κατάσταση, ο κάθε κομματικός σχηματισμός δεν νοιάζεται βέβαια παρά μόνο για την επιβίωσή του κι ας χαθεί η χώρα όλη.

Εδώ και έξι χρόνια η πατρίδα μας ζει τον εφιάλτη μιας -όπως όλα πλέον δείχνουν- καταστροφικής μνημονιακής πολιτικής, που έχει επιβληθεί υπό το καθεστώς ενός ακήρυκτου -και για τον λόγο αυτό- ύπουλου πολέμου. Ενός πολέμου που έχει υποθηκεύσει το μέλλον της χώρας στις αρπακτικές ανάγκες και απαιτήσεις των δανειστών μας, καθώς ποδηγετεί το σύνολο του πολιτικού της βίου, της στερεί την εθνική ανεξαρτησία και την αξιοπρέπεια, λεηλατεί τον πλούτο της και εξαθλιώνει οικονομικά και κοινωνικά τον λαό της.

Είναι βέβαιο, και αυτό το καταμαρτυρούν όλοι οι διαπρεπείς οικονομολόγοι και σοβαροί ευρωπαϊκοί, και όχι μόνο, οικονομικοί κύκλοι και οίκοι αξιολόγησης, ότι αν δεν υπάρξει μια γρήγορη και σοβαρή απομείωση του χρέους, η επί εξαετία πλέον, αντιδημοκρατικά, αντισυνταγματικά και ενάντια στο διεθνές δίκαιο επιβαλλόμενη λιτότητα στη χώρα όχι μόνο δεν θα ανακόψει, και πολύ περισσότερο δεν θα αντιστρέψει, την οικονομική εξαθλίωση που βιώνουμε, αλλά θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην πλήρη εξαθλίωση του πληθυσμού και σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις κοινωνικής αποσταθεροποίησης.

Υπό τις υπάρχουσες συνθήκες αυτού του αδιέξοδου όσο και καταστροφικού δρόμου της επιβαλλόμενης στη χώρα μονολιθικής λιτότητας, αυτό που διακυβεύεται δεν είναι πλέον το πολιτικό μέλλον κάποιων βουλευτών, υπουργών, κομμάτων ή της κυβέρνησης, αλλά το μέλλον των παιδιών μας και της ίδιας μας της πατρίδας.

Η πολιτειακή και πολιτική ηγεσία της χώρας και όλα τα πολιτικά κόμματα θα πρέπει –μπροστά στον επικείμενο αφανισμό και αναγνωρίζοντας ότι όχι μόνο έβαλαν τις υπογραφές τους για τον δρόμο που η χώρα σήμερα ακολουθεί, αλλά και ότι υπήρξαν τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις τις οποίες κέρδισε ο ΣΥΡΙΖΑ– να αρθούν, τις κρίσιμες αυτές ώρες, στο ύψος των περιστάσεων και να προχωρήσουν, ομονοώντας και αφήνοντας πίσω τους πικρίες και μικροπολιτικές σκοπιμότητες, στη δημιουργία ενός αρραγούς εθνικού μετώπου, που θα ορθώσει, ως μια εθνική απαίτηση, το αντάξιο στη χώρα και την ιστορία της ανάστημα μπροστά στους κάθε είδους επίδοξους κατακτητές μας.

Γιατί είναι πλέον σαφές ότι καμία ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να αντιμετωπίσει την ολέθρια αυτή κατάσταση και να ανταποκριθεί μόνη της στο τιτάνιο αυτό έργο.

Σε αντίθεση με ό,τι πιεστικά προτείνεται σήμερα από διάφορους πολιτικούς και οικονομικούς κύκλους, η πλατιάς αποδοχής αυτή κυβέρνηση θα μπορέσει να υλοποιήσει ασφαλώς τις απαραίτητες εξυγιαντικές μεταρρυθμίσεις που εδώ και δεκαετίες απαιτούνται, πρωτίστως όμως θα εκφράσει την παλλαϊκή αντίσταση στις καταστροφικές για το μέλλον της χώρας μνημονιακές επιλογές.

Σε αντίθεση με τους μέχρι σήμερα ανεπαρκείς και ενίοτε ερασιτεχνικούς και επικίνδυνους χειρισμούς, η σταθεροποιημένη πλέον αυτή κυβέρνηση θα πρέπει, με σοβαρή και σωστή προετοιμασία εναλλακτικής πολιτικής πρότασης, με λογισμό και τόλμη και λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη της τη σημαντικότατη γεωπολιτική θέση της χώρας, να σταθεί όρθια στα πόδια της και να θέσει, γνωστοποιώντας με κάθε σοβαρότητα και σαφήνεια και προς πάσα κατεύθυνση, τις αδιαπραγμάτευτες εθνικές κόκκινες γραμμές της πολιτικής μας δράσης, που ουδέποτε πρόκειται να επιτρέψουμε την παραβίασή τους.

* καθηγητής Φιλοσοφίας της Τεχνοεπιστήμης στο Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΠΤΔΕ του ΑΠΘ