Δεξιά - Αριστερά: 2-0

Μικέλε Σαλβάτι
Ο Μικέλε Σαλβάτι έχει διδάξει Πολιτική Οικονομία στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου και διευθύνει την περιοδική επιθεώρηση Il Mulino, στην οποία δημοσιεύτηκε το άρθρο που ακολουθεί.

Aπλουστεύοντας πολύ και παρακάμπτοντας τη μεγάλη ποικιλία των εθνικών περιπτώσεων, μπορούμε να πούμε ότι οι Δεξιές είναι δύο.

Υπάρχει μια φιλελεύθερη Δεξιά –στην Ιταλία θα λέγαμε οικονομικά φιλελεύθερη και υπέρ της αγοράς–, η οποία υποστηρίζει τις οικονομικές διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης και τον ανταγωνισμό των κεφαλαίων μέσα και έξω από τα σύνορα κάθε χώρας. Αυτή η Δεξιά είναι εχθρική όχι τόσο προς το κράτος, αλλά προς την παρέμβασή του σε αυτές τις διαδικασίες.

Το να παρεμβαίνει το κράτος ενεργητικά για να τις ευνοεί, για να ξηλώνει «συντεχνιακές αντιστάσεις», αντιμετωπίζεται αντίθετα με επιδοκιμασία.

Υπάρχει επίσης μια Δεξιά συντηρητική, παραδοσιοκρατική και κοινοτιστική –η Δεξιά τού «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια»–, που αντλεί τις συναινέσεις της ακριβώς από τις κοινωνικές αναστατώσεις που παράγει ένας αχαλίνωτος καπιταλισμός: ανεργία και ανασφάλεια, παρακμή ολόκληρων περιοχών, έκρηξη των ανισοτήτων.

Αυτές οι δύο Δεξιές υπήρχαν πάντοτε, από τις απαρχές του σύγχρονου καπιταλισμού και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, γεννώντας μερικές φορές έναν ασταθή συμβιβασμό μέσα στο ίδιο κόμμα και άλλες φορές διαιρεμένες σε διαφορετικά και αντιτιθέμενα κόμματα.

Η διαίρεση εκδηλώνεται όταν οι λόγοι της αγοράς έρχονται σε πιο ισχυρή σύγκρουση με τους λόγους της κοινωνίας. Τότε είναι που όποιος αφουγκράζεται τα βάσανα της κοινωνίας μπορεί να βρει μιαν εύκολη συναίνεση.

Εύκολη επειδή στηρίζεται στις παραδοσιακές αξίες περιορισμένων κοινοτήτων, απειλούμενων από οικονομική παρακμή, από αξίες και στάσεις ξένες προς τους τρόπους ζωής τους, από τη μετανάστευση.

Αυτό συνέβη στις Ηνωμένες Πολιτείες με τη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές, μια νίκη της λαϊκιστικής Δεξιάς έναντι της φιλελεύθερης Δεξιάς. Και αυτό συμβαίνει στην Ευρώπη με την ανάδυση ή την ενίσχυση λαϊκιστικών κομμάτων, κυρίως στη δεξιά πλευρά του πολιτικού φάσματος.

Στις πηγές αυτής της εξέλιξης βρίσκεται ένα φαινόμενο που κανείς δεν έχει μελετήσει σε μεγαλύτερο βάθος από τον Καρλ Πολάνυι, σε ένα βιβλίο που γράφτηκε λίγο πριν από το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου με τίτλο «Ο μεγάλος μετασχηματισμός» [ελληνική έκδοση: Νησίδες, 2007].

Πρόκειται για ένα βιβλίο που αποτελεί την αναγκαία ενσωμάτωση στο ιστορικό και κοινωνικό πεδίο των κριτικών που άσκησε ο Κέινς στην κλασική οικονομία, στους θεωρητικούς απολογητές του φονταμενταλισμού της αγοράς.

Οπως και εκείνες του Κέινς, οι αναλύσεις του Πολάνυι είχαν γνωρίσει μιαν έκλειψη στη φάση της μεγαλύτερης επιτυχίας του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης, ώς τη μεγάλη ύφεση του 2007-2008.

Οπως και ο Κέινς, ο Πολάνυι θα ανακαλυφθεί ξανά σε περιόδους κρίσης.

Σύμφωνα με τον Πολάνυι, μια κοινωνία δεν μπορεί να διατηρεί τη συνοχή της πάνω στη βάση μόνον των σχέσεων αγοράς.

Η προσπάθεια να υποτάξουμε στη λογική της αγοράς όλες τις κοινωνικές σχέσεις, όπως συμβαίνει στις πιο δυναμικές φάσεις του καπιταλισμού, είναι μια ανέφικτη ουτοπία και γεννάει συμφορές.

Μπορεί να γεννήσει «αντικινήματα» που βαδίζουν προς την αντίθετη κατεύθυνση, επειδή τα κράτη, είτε είναι δημοκρατικά είτε είναι αυταρχικά, οφείλουν να παρεμβαίνουν για να διαφυλάσσουν την κοινωνική συνοχή που απειλείται από μιαν υπερβολικά ριζική ή υπερβολικά γρήγορη διαφοροποίηση των συνθηκών ζωής μεγάλου μέρους του πληθυσμού.

Και αυτά τα αντικινήματα, σε αντίξοες διεθνείς περιστάσεις, μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρές απειλές για τη φιλελεύθερη δημοκρατία.

Αυτό συνέβη μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο σε πολλές χώρες και μόνον η κεϊνσιανή παρέμβαση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο επέτρεψε τη συμφιλίωση της αγοράς με τη δημοκρατία.

Διεθνείς περιστάσεις ενδοϊμπεριαλιστικής σύγκρουσης συνέβαλαν στο να παραχθούν οι ακραίες εκβάσεις που συντελέστηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Περιστάσεις που, ευτυχώς, δεν συντρέχουν σήμερα.

Αλλά η «διπλή κίνηση» είναι και σήμερα καλά ορατή και παράγει εντάσεις από τις οποίες, προς το παρόν και σχεδόν παντού, φαίνεται να επωφελούνται κυρίως οι Δεξιές.

Φαίνεται μάλιστα ότι μεταξύ των Δεξιών έχει επικρατήσει ένα στρεβλό ομαδικό παιχνίδι.

Πρώτα η Δεξιά της καπιταλιστικής αγοράς απελευθερώνει τα «ζωικά πνεύματα» (animal spirits κατά τον Κέινς) του αχαλίνωτου καπιταλισμού, τα οποία έπειτα δημιουργούν οικονομικές κρίσεις και κοινωνικές συμφορές.

Σε αυτό το σημείο είναι η εθνικιστική και παραδοσιοκρατική Δεξιά εκείνη που παίρνει την μπάλα και κατευθύνει την κοινωνική αντιπολίτευση σύμφωνα με τις αξίες της και με τους προσανατολισμούς της: νόμος και τάξη, πατριδοκαπηλία, ξενοφοβία, αντίθεση στις φιλελεύθερες αξίες στο πεδίο της οικογένειας και της σεξουαλικότητας, επιστροφή στην κοινοτική απομόνωση.

Από αυτό το παιχνίδι η Αριστερά φαίνεται να έχει αποκλειστεί, με εξαίρεση λίγες περιπτώσεις όπως οι Ποδέμος στην Ισπανία και ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Γιατί η Αριστερά δεν παίρνει την μπάλα;

Ο βαθύτερος λόγος μού φαίνεται ότι είναι τούτος: έχοντας απαρνηθεί το μεγάλο ουτοπικό πρόγραμμα του μακρινού της παρελθόντος, έχοντας αποδεχθεί έναν καπιταλιστικό ορίζοντα, το μοναδικό πρόγραμμα στο οποίο μπορεί να προσφύγει είναι εκείνο το σοσιαλδημοκρατικό του πρόσφατου παρελθόντος, της «ένδοξης τριακονταετίας» μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αλλά η μεγάλη πολιτική επιτυχία εκείνου του προγράμματος εξαρτιόταν πρωτίστως από την κατίσχυση συνθηκών αδιαμφισβήτητης παγκόσμιας ηγεμονίας των Ηνωμένων Πολιτειών και, στην Ουάσινγκτον, από την επικράτηση πολιτικών δυνάμεων προσανατολισμένων σε μιαν έντονα ελεγχόμενη φιλελευθεροποίηση: αυτό ήταν το καθεστώς του Μπρέτον Γουντς.

Και εξαρτιόταν επίσης από συνθήκες εξαιρετικά ευνοϊκές για την ανάπτυξη και την απασχόληση στις χώρες που είχαν ενταχθεί στην αμερικανική τροχιά και ήταν όλες τους στο κατώφλι της φορντιστικής-τεϊλορικής βιομηχανικής επανάστασης που συντελούνταν ήδη στις ΗΠΑ.

Η κατάσταση είναι σήμερα διαφορετική και ακόμη και χώρες που είχαν ακολουθήσει έναν σοσιαλδημοκρατικό προσανατολισμό, στις τωρινές διεθνείς συνθήκες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, είναι αντιμέτωπες με μιαν αρκετά πιο μέτρια ανάπτυξη και μια συνεχή προσπάθεια για να μετασχηματίσουν οικονομία και θεσμούς με τρόπο όλο και πιο αποτελεσματικό και ανταγωνιστικό.

Αυτή δεν είναι βέβαια μια καλή είδηση για τις ασθενέστερες περιφέρειες κι επιχειρήσεις, καθώς και για τους πιο αδύναμους εργαζομένους.

Σε αυτές τις συνθήκες, θα ήταν σχεδόν θαύμα αν η Αριστερά μπορούσε να επικρατήσει από μόνη της σε εθνικό επίπεδο.

Ενάντια στους διεθνείς προσανατολισμούς του καπιταλισμού η Αριστερά μπορεί να κάνει πολύ λίγα πράγματα.

Θα μπορούσε να κάνει περισσότερα η Ευρώπη, αν η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν ήταν υπό τη γερμανική ηγεμονία, αποτελώντας έτσι έναν ιμάντα μετάδοσης του νεοφιλελευθερισμού που επικρατεί σε παγκόσμιο επίπεδο.

Και στο εθνικό επίπεδο, η πίεση των λαϊκιστικών κινημάτων, που εκμεταλλεύονται τα βάσανα, την οργή και το αίτημα προστασίας των πιο αδύναμων στρωμάτων, θα διατηρηθεί πολύ ισχυρή.

Η πολιτική τους προσφορά είναι απλή αλλά απατηλή. Η Αριστερά δεν μπορεί να τη μιμηθεί, αν θέλει να μην εκφυλιστούν εντελώς οι αξίες της.