Δεν θέλω φωτομοντέλα, αλλά ανθρώπους πάσχοντες

rorris.jpg

Ο ζωγράφος Γιώργος Ρόρρης στο ατελιέ του Ο δημιουργός μπροστά από την «Ακίνητη»

Οταν πρόκειται να πάω στο ατελιέ του, ο Γιώργος Ρόρρης, για να μου κάνει οικονομία, πάντα με συμβουλεύει… να πάρεις το λεωφορείο με το νούμερο Β5, περνάει από την Αλεξάνδρας και κάνει στάση στη Λιοσίων, εκεί κατεβαίνεις και ανηφορίζοντας δυο βήματα είναι η Τροφωνίου.

Ενας μικρός δρόμος με φαναρτζίδικα, μάντρες αυτοκινήτων, μικρομάγαζα και πορνεία. Κάποιοι σταματάνε με μηχανάκια και μπαίνουν να δουν τα κορίτσια. Από τις πόρτες και τα παράθυρα βγαίνουν τραγούδια της Πέγκυ Ζήνα. Στο 12 στέκεται ακόμη μια ξεχασμένη μονοκατοικία της δεκαετίας του ’20∙ διώροφο, βαμμένο κάποτε με δυνατή ώχρα και στην όψη της κρέμεται ένα μπαλκόνι με ωραίες σιδεριές.

Ο Ρόρρης στην κορυφή της ξύλινης σκάλας με καλημερίζει και μου λέει… μπες στο δωμάτιο που ζωγραφίζω κι έρχομαι, το έχω ζεστάνει.

Το δωμάτιο χωρίς την πράξη της ζωγραφικής, χωρίς τον ίδιο να κάθεται μπροστά στο καβαλέτο, χωρίς το μοντέλο να ποζάρει και κυρίως χωρίς τα φώτα που το φωτίζουν, αν δεν το καλοπροσέξεις, μοιάζει με δωμάτιο παλιού σπιτιού, σαν αποθήκη.

Ερχεται σε λίγο με καφέ και μανταρίνια από το χωριό του.

⚫ Πρωτάκουσα για το χωριό σου, τον Κοσμά Κυνουρίας, όταν είδα ένα ντοκιμαντέρ που γυρίστηκε εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’50 και έδειχνε τους κατοίκους να σκάβουν και να ανοίγουν τον δρόμο που θα ένωνε το χωριό τους με την αμαξιτή οδό. Αυτό κράτησε εκατό ημέρες, γι’ αυτό το φιλμ λέγεται «Ο δρόμος των εκατό ημερών». Ηταν συγκλονιστική ταινία γιατί συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι του Κοσμά, μικροί και μεγάλοι, με μεγάλο ενθουσιασμό. Ηθελαν να σπάσουν την απομόνωση και να μπορεί να φτάνει το αυτοκίνητο στην πλατεία τους. Γινόντουσαν και λιτανείες με εξαπτέρυγα και μικρά παιδιά που ήταν ντυμένα παπαδάκια. Αυτό έγινε περίπου δέκα χρόνια πριν γεννηθείς εσύ. Σίγουρα οι γονείς σου θα το θυμούνται, όπως και όλοι οι κάτοικοι του χωριού που γνώρισες στα πρώτα σου χρόνια.

Κάθε χρόνο στο πανηγύρι του χωριού μας, των Αγίων Αναργύρων την 1η Ιουλίου, γινόταν προβολή της ταινίας και μαζευόμασταν όλοι στην πλατεία και δεν κουραζόμασταν να την βλέπουμε και να την ξαναβλέπουμε.

⚫ Πώς ήταν τα παιδικά σου χρόνια στον Κοσμά;

Εμενα με τους γονείς μου, τον παππού, τη γιαγιά και τα δύο αδέρφια μου, τον Νίκο και τη Θεοδώρα. Είχαμε οινοκρεοπωλείο, χασαποταβέρνα. Είχαμε μεγάλα βαρέλια με κρασί. Εγώ μικρός πήγαινα το κρασί στα τραπέζια και έπλενα τα κρασοπότηρα. Ο παππούς μου πήγαινε στην Κόρινθο και έφερνε 3-4 τόνους μούστο. Οταν γεννήθηκα εγώ, τα μισά σπίτια του χωριού ήταν χαλάσματα γιατί τον Γενάρη του 1944 οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό. Οταν παίζαμε κρυφτό γνωρίζαμε τις πιο μυστικές τρύπες να κρυφτούμε, δεν μας έβρισκε κανείς. Η αίσθηση του ερειπωμένου σπιτιού που αφήνεται έτσι, που δεν ξαναφτιάχνεται, ίσως σχετίζεται με την εικόνα τού non finito που υπάρχει στη ζωγραφική μου. Από τις αρχές Νοεμβρίου μέχρι τον Απρίλιο μετακομίζαμε στο χωριό Βρονταμάς της Λακωνίας για να ξεχειμωνιάσουμε. Το χωριό μας, ο Κοσμάς, ήταν πολύ ορεινό, είχε βαρύ χειμώνα. Με τα κρύα κλείναμε σπίτι και μαγαζί και φεύγαμε για τον Βρονταμά, που ήταν το χωριό της μητέρας μου. Ημασταν διπλοκάτοικοι, δύο κατοικίες, δύο σχολεία. Η μετακόμιση γινόταν κυρίως με τα ζώα, έμελλε στη ζωή μου να δω το τέλος της σχέσης των ανθρώπων με τα ζώα στην Ελλάδα. Ολοι είχαμε, υπήρχαν 250 ζώα στο χωριό και στην κεντρική κρήνη, που είχε κεφάλι λιονταριού, ποτίζονταν στις γούρνες.

⚫ Μέχρι τα δεκαοχτώ δεν έχεις έρθει στην Αθήνα;

Τρεις φορές, γιατί είχα αστιγματισμό και πήγαινα σε οφθαλμίατρο.

Πίνακας του Γιώργου Ρόρρη

⚫ Πώς τελικά οδηγήθηκες στη ζωγραφική;

Εγινα ζωγράφος από τύχη. Οταν ήμουνα δεκαοχτώ χρονών αγιογραφήθηκε η εκκλησία του Βρονταμά και είδα για πρώτη φορά αγιογράφο να δουλεύει. Μου άρεσε ο τρόπος της ζωής του. Αγιογραφούσε με την τεχνοτροπία του φρέσκου κι εγώ τον κοιτούσα πώς έφτιαχνε τα χρώματα, πώς έπιανε το πινέλο, πόσο συγκεντρωμένος ήταν. Τελειώνοντας το Λύκειο με κάλεσε στο σπίτι του ο φιλόλογος καθηγητής και μου πρότεινε να δώσω εξετάσεις και στη Σχολή Καλών Τεχνών.

⚫ Πώς λεγόταν ο καθηγητής; θέλω να τον αναφέρουμε τιμητικά.

Δημήτριος Τσαντήλας. Μάλιστα μου είπε να φροντίσω να δω τον «Ιβάν τον Τρομερό» του Αϊζενστάιν. Εχω δει το φιλμ 3-4 φορές και κάθε φορά τον θυμάμαι. Την άλλη μέρα λοιπόν πήγαμε στο τηλεφωνείο του χωριού, ψάξαμε στον τηλεφωνικό κατάλογο και βρήκαμε τη Γραμματεία. Καθώς χτυπούσε το τηλέφωνο έλεγα μέσα μου …κοίτα, έχεις τηλεφωνήσει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών που είναι καθηγητής ο Μόραλης! Δεν έδωσα εξετάσεις την πρώτη χρονιά, προτίμησα να χάσω ένα χρόνο γιατί ένιωθα ανέτοιμος. Πήγα στο φροντιστήριο του Νίκου Στέφου και πέρασα στη σχολή με την πρώτη, αλλά τελευταίος στη σειρά. Μετά το προκαταρκτικό διάλεξα για δασκάλους τον Γιάννη Βαλαβανίδη και τον Παναγιώτη Τέτση.

⚫ Ο Τέτσης, που ήταν δάσκαλός σου στη σχολή, επηρέασε τη ζωγραφική σου;

Οχι, δεν επηρεάστηκα από τον Τέτση γιατί και ο ίδιος ποτέ δεν επιδίωξε να μου επιβάλει έναν τρόπο να ζωγραφίζω. Μου άφηνε απόλυτη ελευθερία, ζητούσε μόνο πολλή δουλειά και μετά συζητούσαμε. Ημουν το φάντασμα της σχολής, πήγαινα πρώτος πρώτος και ο Τέτσης από τη χαρά του που με έβλεπε συνεχώς να προσπαθώ, με κέρναγε και ένα Γκολουάζ. Από τότε όταν καπνίζω πού και πού αυτή τη μάρκα παίρνω. Δεν μετάνιωσα ποτέ, ακόμα και σήμερα, που είχα δάσκαλο τον Τέτση, μολονότι πολλοί μου έλεγαν …πού θα πας εκεί; Εκεί είναι Σιβηρία, πολύ αυστηρά! Ας είναι, τους έλεγα.

⚫ Το ότι ένας δάσκαλος δεν κάνει τον μαθητή του κατ’ εικόνα και ομοίωση δική του δεν είναι ελάττωμα, είναι η δόξα του νομίζω.

Ο ζωγράφος Γιώργος Ρόρρης στο ατελιέ
Οταν ήμουνα ακόμη στο φροντιστήριο, γνώρισα τον Τσαρούχη. Πήγα και τον άκουσα στο θέατρο «Αλάμπρα» να μιλάει για τον Θεόφιλο μαζί με τον Κίτσο Μακρή. Οταν τελείωσαν, τον πλησίασα και του είπα πως είμαι υποψήφιος για τη Σχολή Καλών Τεχνών και θέλω να του δείξω τα έργα μου. Μου απάντησε τηλεγραφικά… Πλουτάρχου 28, στο Μαρούσι! Την επομένη με τον Ηλεκτρικό φτάνω στο Μαρούσι και άρχισα να ψάχνω το σπίτι. Βλέπω μετά από ώρα τον ζωγραφισμένο τσαρουχικό έφηβο στο παράθυρο και τότε κατάλαβα πως αυτό είναι το σπίτι. Δεν ήτανε ένα τακτοποιημένο και καλοβαμμένο σπίτι, δεν ήτανε το σπίτι που έμενε μια νοικοκυρά, αλλά ένας καλλιτέχνης. Σκέφτηκα πως σε ένα τέτοιο σπίτι θα ήθελα να μένω κι εγώ! Εκεί που καθόμασταν όλα ήταν φύρδην μίγδην, φιγούρες Καραγκιόζη, αγάλματα, σχέδια πεταμένα, μακέτες, βιβλία, φωτογραφίες και λοιπά. Εγώ προσπαθούσα να μελετήσω τα έργα του τα οποία επηρέασαν τη ζωγραφική μου στα δύο πρώτα χρόνια της σχολής. Είδα και μια έκθεσή του στο Μουσείο Πιερίδη και κατάλαβα πως χρησιμοποιούσε την Πολυγνώτεια κλίμακα των χρωμάτων, δηλαδή άσπρο, μαύρο, ώχρα, χοντρό κόκκινο και τα παράγωγά τους, καφέ, πράσινο, κίτρινο, ροζ κ.λπ. Εγώ τότε δεν ήθελα ακόμη να μελετήσω το χρώμα, με ενδιέφερε μόνο να μάθω πώς πλάθεται ένα έργο, γι’ αυτό και χρησιμοποίησα ακόμα λιγότερα χρώματα. Δηλαδή το άσπρο, το μαύρο και το καφέ. Βέβαια στο τρίτο έτος κατάλαβα πως κινδύνευαν τα έργα μου να μοιάζουν με χρωματιστά σχέδια και αυτός ήταν ο λόγος που άρχισα να μελετώ το χρώμα. Την ίδια εποχή με εντυπωσίασε η έκθεση του Εδουάρδου Σακαγιάν στην ΩΡΑ του Μπαχαριάν. Επεσε τότε σαν βόμβα, τάραξε τα νερά, ήταν μια νέα πρόταση. Το ίδιο συνέβη και με την έκθεση του Χρόνη Μπότσογλου σε δύο γκαλερί ταυτοχρόνως.

⚫ Τελείωσες το ’87 και το ’88 ήταν μια καθοριστική χρονιά στη ζωή σου.

Ναι. Εκανα την πρώτη μου ατομική στη «Μέδουσα», που πήγε πολύ καλά, ταξίδεψα στο Παρίσι για σπουδές στην Μποζάρ, στο ατελιέ του Κρεμονίνι, και αυτοκτόνησε ο αδερφός μου Νίκος στο στρατόπεδο Αυλώνας. Ενιωσα συντριβή, βαθύτατο πένθος. Ούτε κουράγιο είχα, ούτε όρεξη. Χαραμίστηκε σχεδόν η πρώτη χρονιά. Με βοήθησε να σταθώ στα πόδια μου ο Στέφανος Δασκαλάκης, συγκάτοικός μου στο Παρίσι. Δεν γνώριζα και καλά γαλλικά και δυσκολευόμουνα να παρακολουθήσω την κάπως φιλοσοφική και πολύπλοκα διανοουμενίστικη προσέγγιση της ζωγραφικής από τον Κρεμονίνι. Στην Ελλάδα έμαθα να ζωγραφίζω έναν άνθρωπο, στη Γαλλία όμως είδα τι συμβαίνει μπροστά, πίσω και γύρω από τον άνθρωπο. Τα αφηρημένα στοιχεία του χώρου, τους τοίχους, τα πατώματα, τις πόρτες, τις καθέτους, τις οριζόντιες. Εδώ είχα μάθει να ζωγραφίζω τα φανερά μέρη του έργου, στη Γαλλία έμαθα τα κρυφά. Απέκτησα ολική προσέγγιση. Κατάλαβα τη σημασία που έχει «αυτό» για να φανεί το «άλλο». Αρχισα να κατανοώ και τη σπουδαιότητα της σκιάς, που στη δική μου ζωγραφική γεννά και στηρίζει το φως, το ορατό. Η σκιά προηγείται του φωτός στον τρόπο με τον οποίον ο πίνακας οικοδομείται, δηλαδή η σκιά θέτει το ερώτημα για το τι είναι αυτό, και το φως δίνει την απάντηση, αλλά απάντηση χωρίς ερώτημα είναι μια παράλογη απάντηση, μια ανόητη απάντηση. Με άλλα λόγια, η σκιά στη ζωγραφική είναι ο Διονυσιακός κόσμος και το φως ο Απολλώνιος.

⚫ Τι άλλη εμπειρία από το εξωτερικό ήταν καθοριστική για τη ζωγραφική σου;

Η επίσκεψη στο Μουσείο Πράδο της Μαδρίτης μού άνοιξε τα μάτια, άσκησε ευεργετική επιρροή μέσα μου. Είδαμε την αναδρομική έκθεση του Βελάσκεθ, του φημισμένου Ισπανού καλλιτέχνη του μπαρόκ. Τότε είδα τα πορτρέτα και για πρώτη φορά το μυθικό του έργο «las meninas». Το καλοκαίρι, γυρνώντας στο χωριό, ζωγράφισα τη γιαγιά μου με την έντονη επίδραση του Βελάσκεθ.

«Θεοδώρα Ρόρρη»- Πίνας του Γιώργου Ρόρρη «Θεοδώρα Ρόρρη» |

⚫ Από την ισπανική βασιλική Αυλή του 1640 στον Βρονταμά Λακωνίας!

Ναι. Το επίσημο ένδυμα των βασιλέων ήταν το αυστηρό μαύρο και εγώ συμβουλευόμουνα τον κατάλογο του Βελάσκεθ για να ζωγραφίσω τη γιαγιά μου, που επίσης φορούσε μαύρα ρούχα και μαύρη τσεμπέρα. Οταν ξανάφυγα για το Παρίσι, έκανα ρολό το έργο και το έδειξα στον Κρεμονίνι, που μου μίλησε πολύ επαινετικά. Τότε έψαξα για τηλέφωνο και πήρα κάποιους γειτόνους στον Βρονταμά και τους είπα να φωνάξουν τη γιαγιά. Οταν εκείνη έφτασε και σήκωσε το τηλέφωνο, της είπα: Γιαγιά, η χάρη σου έφτασε μέχρι το Παρίσι!

⚫ Γυρνώντας έκανες τη δεύτερη έκθεση το 1993 με πολύ σκούρα τοπία, όπου κυριαρχούσε το κοτετσόσυρμα. Μετά ζωγραφίζεις ακουαρέλες, πολύ φωτεινά έργα, που απεικόνιζαν τις υποβαθμισμένες περιοχές κυρίως της Αθήνας, αναζητώντας «την ομορφιά μέσα στην ασχήμια». Για τα έργα αυτά έχεις πει πως σε επηρέασαν ο Αντονιόνι, το «Ακατόνε» του Παζολίνι και η «Ευδοκία» του Δαμιανού. Περίεργος συνδυασμός! Αφού ασκήθηκες με τις ακουαρέλες, ζωγράφισες τα ίδια τοπία με λάδια και έτσι έγινε η τρίτη σου έκθεση, στο Παρίσι αυτή τη φορά, το ’96. Μετά σιγά σιγά αρχίζεις να ανιχνεύεις της τέχνης σου την περιοχή, τη βασική ποιητική του έργου σου. Ζωγράφιζες, δηλαδή, ανθρώπινες φιγούρες μέσα στο δωμάτιο που βρισκόμαστε τώρα. Πώς έφτασες σε αυτό;

Με εντυπωσίασε η έκθεση του Περικλή Πανταζή στην Εθνική Πινακοθήκη, που έδειχνε μικρά, γρήγορα πορτρέτα με αδρή γραμμή, και οι ρωμαϊκές προτομές που είδα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Εχουμε μάθει από την παιδεία μας να θεωρούμε τα ρωμαϊκά υποδεέστερα των ελληνικών. Ομως τα ρωμαϊκά δείχνουν τους ανθρώπους με τρομερή δύναμη, βλέπεις άσχημους, παχείς, γερασμένους, με γαμψή μύτη, με ελαττώματα. Αρχισα μετά να ζωγραφίζω τους φίλους μου εδώ μέσα, με τον περιβάλλοντα χώρο του δωματίου.

Πίνακας του Γιώργου Ρόρρη «Μπλε Αλεξάνδρα» |

⚫ Ετσι έγινε η έκθεση του 2000 στη Μέδουσα και μέχρι το 2007 ετοιμάζεις τα έργα για την ατομική σου έκθεση με τις γυμνές γυναίκες στον ίδιο χώρο. Ερχόμενος για τη συνέντευξη ξαναείδα τα έργα σου στον κατάλογο και έγραψα κάτι… «Η ζωντανή, ανθίζουσα, στιλπνή σάρκα μέσα σε έναν χώρο σιωπής του παρελθόντος. Τα παλίμψηστα ντουβάρια με τις επάλληλες στρώσεις των χρωμάτων περιβάλλουν το ζωντανό μοντέλο, σαν να το συντροφεύουν με παλλόμενη σιωπή...» Πώς διαλέγεις τα μοντέλα σου;

Δεν θέλω το μοντέλο να έχει ποζάρει 30 χρόνια σε διάφορες σχολές, γιατί έτσι έχει βρει τις δικές του στάσεις. Εγώ θέλω να έχει ένα βάρος το κορίτσι που θα ποζάρει, να μπορούμε να μιλάμε, να αισθανθώ πως τα χρόνια που έχει ζήσει της έχουν αφήσει τα αδιόρατα, αλλά ορατά σε μένα, σημάδια πάνω στο πρόσωπό της. Και οι χαρές και οι λύπες. Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για το πρόσωπό του και γι’ αυτό δεν βλέπεις στη ζωγραφική μου φωτομοντέλα, γιατί αυτά έχουν υιοθετήσει ένα προσωπείο. Εγώ θέλω ανθρώπους πάσχοντες.

⚫ Στους πίνακές σου αποτυπώνονται τα ίχνη σου, η αγωνία σου, η μάχη με τα υλικά. Φαίνονται τα σταξίματα, τα ξυσίματα, οι χαρακιές κ.λπ. Δεν κουκουλώνεις τις «ατέλειες», δεν θέλεις να πιστέψει ο θεατής πως ο ζωγράφος δημιουργεί κάτι τέλειο, χωρίς κόπο, αμφιβολίες και ένταση.

Πράγματι δεν πιστεύω σε μια ζωγραφική αψεγάδιαστη, δεν θέλω να κάνω φωτογραφίες, ούτε εικονογράφηση, αλλά ζωγραφιά που την κάνουν ανθρώπινα χέρια. Θέλω όντως να φαίνονται τα ίχνη μου στον πίνακα. Με συγκινεί.

Πίνακας του Γιώργου Ρόρρη «Ακίνητη» |

⚫ Στα τελευταία σου έργα βλέπω πως το ατελιέ σου δεν είναι πλέον περίκλειστο, γιατί έχεις ανοίξει ένα παράθυρο προς τον έξω κόσμο. Η ζωγραφική σου μπαίνει έτσι στη διαλεκτική τού μέσα και του έξω. Στην αυστηρή ποιητική του εσωτερικού χώρου σαν να εισβάλλει τώρα μια αίσθηση πραγματικής ζωής. Πώς το σχολιάζεις;

Το ιδιωτικό, το επτασφράγιστο μυστικό, συνομιλεί με το δημόσιο, το παγκοίνως γνωστό, το συνεχώς μεταβαλλόμενο. Εγινε και μια αλλαγή στο φως που πέφτει από ψηλά και κάπως γδέρνει τα πρόσωπα, είναι και πιο σκούρες οι σκιές, ίσως να έχω επηρεαστεί από την αγωνία της οικονομικής κρίσης.

⚫ Μου αρέσουν πολύ και οι ντυμένες γυναίκες σου, που ρεμβάζουν στη μεσημεριανή ανάπαυλα, που διαβάζουν με ένα χάδι φωτός στα μαλλιά, που περιμένουν στο ημίφως κάτι μυστηριακό, που στέκονται στις γρίλιες του παραθύρου σαν να προσπαθούν να ακούσουν έναν μακρινό ήχο. Σε αυτές τις περιπτώσεις το φως που τις φωτίζει μοιάζει να είναι θεατρικό, μετατρέπει το ατελιέ σου σε σκηνές εξαίσιων έργων με υπέροχες ηρωίδες. Θυμάμαι το μικρό έργο σου που φωτίζεις μόνο τον λευκό γιακά, ενώ το πρόσωπό της είναι σχεδόν σκοτεινό. Πόσο θα ταίριαζε ένας τέτοιος φωτισμός σε ένα έργο του Τσέχοφ! Πηγαίνεις στο θέατρο;

Ναι. Αν και πάντα λιγότερο από όσο θα ήθελα. Στη ζωγραφική μου υπάρχει το θεατρικό στοιχείο. Από τη στιγμή που βλέπεις το πάτωμα και τους δύο τοίχους καταλαβαίνεις πως μπροστά σου είναι μια σκηνή, σκηνή τη λέω κι εγώ! Τι διαδραματίζεται βέβαια πάνω της εγώ δεν μπορώ να το πω με ακρίβεια. Τα μικρά έργα που λες δεν είναι πάρεργα ούτε παραλειπόμενα, έχω αγάπη για τη μικρή φόρμα και με πιάνει ένα όραμα να καταστήσω το τελαράκι πολύτιμο, αυτό το κομματάκι πανί να το βλέπει ο άλλος και να συγκινείται. Δεν θέλω το έργο να μείνει απροστάτευτο, θέλω να είναι εξοπλισμένο και για αυτούς που θα το δουν τώρα και για τους μελλοντικούς ανθρώπους. Λέει κάπου στην πραγματεία του περί ζωγραφικής ο Λεονάρντο ντα Βίντσι: Ζωγράφε, δούλεψε καλά και μην αφήνεις προχειρότητες έχοντας την πονηριά να το πουλήσεις γρήγορα και να πάρεις τα λεφτά, γιατί εσύ θα πεθάνεις και θα ξεχαστείς αλλά το έργο σου θα ζει, θα ζει, θα ζει και θα μιλάει για τη μετριότητά σου για πάντα.

Φεύγοντας του φωνάζω: Εύχομαι το σπίτι αυτό, που το έκανε μαγικό η ζωγραφική σου, να στέκεται όρθιο και στα επόμενα πενήντα χρόνια για να μπορείς μέσα σε αυτό να ζωγραφίζεις. Είμαι σίγουρος πως το ερείπιο αυτό έχει περάσει ήδη στην ιστορία της ελληνικής ζωγραφικής.

Το πατσαβούρι, ο άνεμος και τα μαλλιά

⚫ Σε είδα κάποτε με μια πατσαβούρα να σφουγγαρίζεις το έργο, ενώ τα χρώματα ήταν νωπά. Γιατί το έκανες;

Το κάνω κυρίως στα μαλλιά, που για μένα είναι μορφή του ανέμου. Πρέπει να απεικονίσεις το φευγαλέο του αέρα και κάποιες στιγμές αφήνεσαι στην τύχη που μπορεί ίσως να σου δώσει κάποιο αποτέλεσμα, το οποίο, αν και αναπάντεχο, μπορεί και να είναι ευπρόσδεκτο. Λέει κάπου ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος πως αυτός που ζωγράφισε τον Βουκεφάλα του Αλεξάνδρου δεν μπορούσε να ζωγραφίσει τον αφρό στο στόμα του αλόγου και από τα νεύρα του πέταξε το πατσαβούρι που κρατούσε πάνω στη ζωγραφιά και αυτό, κατά σύμπτωση, έπεσε στη μουσούδα του αλόγου κι έτσι ζωγραφίστηκε ο αφρός.

Τα πρόσωπα κατεβαίνουν από τα τελάρα

Πίνακας του Γιώργου Ρόρρη «Ανδρονίκη» |

⚫ Με συγκινεί, μου φαίνεται σαν παιδικός αθώος φόβος αυτό που μου είπες, πως δηλαδή καμιά φορά μπαίνεις στο ατελιέ και φοβάσαι μήπως έχουν φύγει οι ζωγραφισμένες γυναίκες! Πώς δηλαδή τις φαντάζεσαι; Γυμνές και διαφορετικές από τις πραγματικές να γυρνοβολάνε στα δωμάτια με τη μορφή και την ύπαρξη που εσύ τις έχεις φορτώσει;

Οταν φεύγω, αισθάνομαι πως τα ζωγραφισμένα πρόσωπα τα αφήνω μόνα τους, τα τρώει η μοναξιά και μοιραία, όπως στα παραμύθια του Αντερσεν, είτε κουβεντιάζουν μεταξύ τους είτε κατεβαίνουν και κυκλοφορούν στα δωμάτια. Και όταν ακούνε την πόρτα που έρχομαι, ξαναμπαίνουν στα τελάρα τους. Συντρόφους μου θεωρώ και τα πινέλα, που δεν τα πετάω, τα θεωρώ ηρωικά πεσόντες για να γίνουν τα έργα.

Info:

«Η κρυμμένη εικόνα», τριάντα τρία έργα του Γιώργη Ρόρρη από τη συλλογή Σωτήρη Φέλιου στον εκθεσιακό χώρο «Φωκίωνος Νέγρη 16». Μέχρι και τις 27 Μαρτίου.

Το efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες του έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού και της ελεύθερης έκφρασης, δεν δημοσιεύει όμως σχόλια υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου.
Έτσι, επιφυλάσσεται του δικαιώματός του να μην δημοσιεύει ανάλογα σχόλια.
Τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας.