Δεν πιστεύω στον πατριωτισμό, πιστεύω στις πολιτισμικές μας ρίζες

alfonso_koyaron.jpg

Αλφόνσο Κουαρόν Αλφόνσο Κουαρόν | Photo by Joel C Ryan/Invision/AP

Οταν το Χόλιγουντ επιστρατεύει τους κινηματογραφιστές του κόσμου, αυτοί συχνά αφήνουν πίσω τους τη μητρική τους γλώσσα, κουλτούρα και χώρα. Οχι όμως ο Αλφόνσο Κουαρόν. Μετά την ισπανόφωνη ταινία του «Ο άπιαστος Τόμας» (Love in the time of hysteria, 1991), ο Μεξικανός σκηνοθέτης δοκίμασε την τύχη του στο Χόλιγουντ, με αρκετή επιτυχία, με τις ταινίες «Η μικρή πριγκίπισσα» (1995) και «Μεγάλες προσδοκίες» (1997).

Ομως ξαναγύρισε στη χώρα του για το περίφημο «Θέλω και τη μαμά σου» (2001), τη γλυκιά και αγαπημένη κωμωδία που σημείωσε (μαζί με τις «Χαμένες αγάπες» του Αλεχάντρο Ινιάριτου) ένα νέο κύμα κινηματογράφου από το Μεξικό.

Οπως και οι πατριώτες του Αλεχάντρο Ινιάριτου και Γκιγέρμο ντελ Τόρο, έτσι και ο Κουαρόν αναγνωρίστηκε ως ένα από τα μεγαλύτερα δημιουργικά ταλέντα και αμέσως προσλήφθηκε για να σκηνοθετήσει μεγάλες παραγωγές όπως «Ο Χάρι Πότερ και ο αιχμάλωτος του Αζκαμπάν» (2004), «Τα παιδιά των ανθρώπων» (2006) και «Gravity» (2013), που του χάρισε το Οσκαρ σκηνοθεσίας.

Σκηνή από την ταινία «Ρόμα» Σκηνή από την ταινία «Ρόμα» |

Βραβευμένο με Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας 2018, και πλέον στην κούρσα για τα φετινά Οσκαρ, το τελευταίο αυτοβιογραφικό έργο του Κουαρόν «Roma/Ρόμα» παρουσιάζει μια αριστουργηματική επιστροφή στην παιδική του ηλικία στην Πόλη του Μεξικού στο τέλος της δεκαετίας του 1960, αρχές 1970.

Θέλοντας να μείνει πιστός στις μνήμες του όσο δυνατόν περισσότερο, εκτός από τη σκηνοθεσία ανέλαβε ο ίδιος τη φωτογραφία, το σενάριο και ένα μέρος της παραγωγής. Η ταινία είναι εμπνευσμένη από το πρόσωπο της νταντάς του, μιας φτωχής και αγνής χωριατοπούλας, μέσα από το δράμα της οποίας παρακολουθούμε και νιώθουμε τον παλμό ολόκληρης της χώρας την εποχή εκείνη.

• Μιλήστε μας για τις αναμνήσεις που σας φέρνουν θλίψη και χαρά.

Οι αναμνήσεις μας είναι ψεύτικες, από την άποψη ότι μπορεί να έχω μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα που όμως μεταφέρει το γενικό συναίσθημα ενός ολόκληρου καιρού. Οι πιο πονεμένες περίοδοι της ζωής μου είναι αυτές που αντικατοπτρίζονται στην ταινία. Οταν όμως σκέφτομαι την ευτυχία, θυμάμαι τη ζωή στην κουζίνα που ήταν γεμάτη θαλπωρή.

• Ο ρυθμός της ταινίας είναι αργός και στοχαστικός, αντίθετα με άλλες ταινίες σας, όπως το «Gravity», για παράδειγμα.

Οπως είπα, μια ανάμνηση δεν έχει να κάνει μόνο με μία εικόνα αλλά με μια γενική αίσθηση τόπου και χρόνου. Πήρα την απόφαση εξαρχής να τιμήσω τον χώρο και τον χρόνο της μνήμης μου. Και όταν λέω «χώρο», δεν εννοώ τον χώρο της φωτογράφισης αλλά τον διαλογισμό πάνω στον χώρο εκείνο. Το μόνο που υπάρχει είναι ο χώρος και ο χρόνος· και αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να υπάρχουμε στο εδώ και στο τώρα. Και υπάρχουμε μόνοι.

Ταυτόχρονα, όμως, αυτό που δίνει νόημα στη ζωή είναι οι δεσμοί μας με άλλους. Για μένα, ο ρυθμός της ταινίας αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό. Και αρχίζει με το σενάριο. Ενώ για τις άλλες μου ταινίες έπρεπε να εφαρμόσω μια ακριβή αρχιτεκτονική, γι’ αυτό εδώ βασίστηκα μόνο στις μνήμες μου, ενώ έγραφα χωρίς να αμφιβάλλω.

Κάθε εικόνα και ήχος που βλέπετε στην ταινία περιγράφεται με λεπτομέρεια στο σενάριο. Με τον ίδιο τρόπο αποφάσισα να το κινηματογραφήσω αφήνοντας τις λήψεις να απαθανατίσουν την αίσθηση του χρόνου. Δεν ήξερα ποια θα ήταν η διάρκεια της ταινίας στο τέλος.

• Ηταν για σας μια κάθαρση η δημιουργία της ταινίας;

Η κάθε σου ανάμνηση συμβάλλει στο ποιος είσαι, όπως δεν μπορείς να πάρεις μια ανάσα χωρίς να έχεις κάποια επίδραση σε αυτό που θα συμβεί λίγο αργότερα σε σένα και στο περιβάλλον σου. Κάθε μία μνήμη λοιπόν έχει συμβάλει στη δημιουργία ενός συνόλου...

Αφού είχαμε αρχίσει το γύρισμα, άρχισα να καταλαβαίνω πόσο έντονη ήταν αίσθηση της επιστροφής στο παρελθόν ανάμεσα σε ανθρώπους που έμοιαζαν με τους δικούς μου, σε αντικείμενα και σκηνές που θυμόμουν.

• Ηταν δύσκολη η επιστροφή σας σε ένα άλλο είδος σινεμά, που ασχολείται με την ομορφιά της ζωής;

Σίγουρα, γι’ αυτό άλλωστε έπρεπε να περάσουν και τόσα χρόνια για να το τολμήσω. Επρεπε να απαλλαγώ πρώτα από τους φόβους μου. Δεν μιλώ για τεχνικά προβλήματα, αλλά για την απόσπασή μου από τα προστατευτικά δίχτυα.

Αν θέλεις να κάνεις κάτι με απόλυτη ειλικρίνεια, θα πρέπει να είσαι και ολότελα έτοιμος να αποτύχεις. Στις άλλες μου ταινίες είχα ορισμένα προστατευτικά συστήματα μέσα από τα είδη της αφήγησης, τους ηθοποιούς... ενώ εδώ, έκανα ένα άλμα στο κενό, δεν ήξερα πώς και τι. Αλλά η γνώση προϋποθέτει βουτιά στην άβυσσο. Ναι, ήταν δύσκολο. Θαυμάζω όλους τους νέους κινηματογραφιστές που το αποτολμούν από την αρχή.

• Μιλήστε μας για την Κλειώ που παίζει τον ρόλο της νταντάς σας και την απόφασή σας να μην πάρετε επαγγελματία ηθοποιό για τον ρόλο.

Ηθελα να δείξω αυτή την περίπλοκη σχέση – από τη μια, σε αγαπάμε, Κλειώ, πάμε να μας δείξεις το χωριό σου και σώσε τη ζωή μας, και από την άλλη, πήγαινε φέρε μας, πλύνε τα ρούχα μας, κάνε θαύματα... Ολα με μια ανάσα... Οι οικιακοί βοηθοί από τη μία πλένουν, καθαρίζουν, μαγειρεύουν και κάνουν δουλειές του σπιτιού και από την άλλη αναλαμβάνουν τον ρόλο των γονιών. Ταυτόχρονα πέφτει πάνω τους η ευθύνη για ό,τι πάει στραβά στο σπίτι.

Εγώ πάλι νιώθω ευλογημένος που η Λίμπο, η Κλειώ στην ταινία, ήρθε στη ζωή μου όταν ήμουν ενός μήνα μωρό. Τη φώναζα μαμά όπως άλλωστε και τα αδέλφια μου, εκτός από τον μεγάλο μου αδελφό. Ο ανιψιός μου τη φώναζε μαμά. Και όταν μεγαλώσαμε, δεν τη λέγαμε μαμά πια, αλλά θέλαμε να την παντρευτούμε (γέλια). Υπήρχε μεγάλη τρυφερότητα και θαλπωρή.

Αλλά δεν αναγνώρισα τη Λίμπο σαν Κλειώ μέχρι που έκανα την ταινία, όχι γιατί ήταν η οικιακή μας βοηθός αλλά γιατί δεν αναγνωρίζουμε ποτέ τα πρόσωπα που αγαπάμε όπως είναι. Η μητέρα μας είναι η μητέρα μας και όχι μια γυναίκα με επιθυμίες, όνειρα και σεξουαλική ζωή· δεν μας αρέσει να το σκεφτόμαστε έτσι· θέλουμε μόνο να σκεφτόμαστε το κομμάτι που αφορά εμάς τους ίδιους. Αλλά μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας της ταινίας αναγκάστηκα να τη δω σαν μια γυναίκα που ανήκει σε μια κοινωνική τάξη χωρίς κανένα προνόμιο.

• Παίζει μεγάλο ρόλο η ταξική διαφορά πιστεύετε;

Το να μιλάμε για ταξικές διαφορές έχει να κάνει με ιδεολογίες. Αν όμως θέλουμε να αποκτήσουμε πραγματική επαφή με το θέμα, πρέπει να δούμε την ιστορία σαν μια σχέση που αναδεικνύεται μέσα από μια παροδική εμπειρία, όπου η ομορφιά συμβιώνει με τη φρίκη. Αυτή εξάλλου είναι η ανθρώπινη κατάσταση. Οσο κι αν θέλουμε να ζούμε προστατευμένα μέσα στη θαλπωρή της ευτυχίας, πάντα θα συνειδητοποιούμε ότι η ευτυχία υπάρχει μόνο σε σχέση με τον πόνο και ότι το ένα ορίζει το άλλο.

• Ησασταν διευθυντής φωτογραφίας στην ταινία σας. Πώς χειριστήκατε τη μεταφορά της ιστορίας σε εικόνες; Ηταν για σας μια διανοητική ή αυθόρμητη διαδικασία;

Και τα δύο. Υπάρχει θεματική και συναισθηματική σύνδεση... Με τις προηγούμενες ταινίες ήταν πιο εύκολες οι επιλογές – στο «Gravity» έχεις έναν αστροναύτη που χάνεται στο Διάστημα και μετά επιστρέφει στη Γη, ή έναν άγονο κόσμο στα «Παιδιά των ανθρώπων».

Εδώ είχα ένα υπαρξιακό θέμα. Η ύπαρξη όμως είναι πολυσήμαντη. Πήρα βέβαια κάποιες αποφάσεις συνειδητά, όπως το ότι ήθελα η ταινία να αρχίζει βλέποντας γη και να τελειώνει βλέποντας τον ουρανό. Στο τέλος, όπως όταν βλέπεις τη γη μέσα από το νερό, ο ουρανός είναι ένας αντικατοπτρισμός στην επιφάνεια του νερού, παροδικός και ρευστός.

• Η ταινία μεταδίδει μια αίσθηση αποστασιοποίησης. Ηταν κάτι που το στοχεύσατε;

Ναι, δεν ήθελα να κάνω μια νοσταλγική, υποκειμενική ταινία μέσα από τη ματιά του παιδιού ή της Κλειώς, αλλά μια ταινία που παρατηρεί.

• Γι’ αυτό και η κάμερα κρατάει πάντα μια απόσταση;

Ναι, η κάμερα είναι ο παρατηρητής, το φάντασμα του παρόντος που ταξιδεύει στο παρελθόν, όπου το προσκήνιο και το φόντο έχουν την ίδια αξία.

• Εχοντας ήδη κατακτήσει το Χόλιγουντ, είναι σημαντική για σας η επιστροφή στη χώρα σας και στην ισπανική γλώσσα;

(Γέλια) Ναι, το να γυρίσω πίσω για να κάνω αυτή την ταινία ήταν για μένα κάτι σαν βιολογική ανάγκη. Η ζωή μου και τα πράγματα που έχω να πω είναι τετελεσμένα. Δεν πιστεύω στη φαντασίωση της κοσμοπολίτικης ζωής. Μπορείς να είσαι πολίτης του κόσμου μόνο και μόνο βασιζόμενος στις πολιτισμικές σου ρίζες.

Χωρίς αυτή τη σύνδεση, καταλήγουμε σε πνευματική στειρότητα. Δεν πιστεύω στον πατριωτισμό ή τον εθνικισμό, αλλά πιστεύω στις πολιτισμικές μας ρίζες, γι’ αυτό και ήταν αναγκαίο για μένα να πάω πίσω και να εκφραστώ στη μητρική μου γλώσσα.

• Πολλοί από τους χαρακτήρες σας στην ταινία μοιάζουν να είναι παγιδευμένοι στο σπίτι, ακόμα και τα ζώα, ο σκύλος και το καναρίνι στο κλουβί. Τι προσπαθείτε να εκφράσετε;

Δεν συνειδητοποίησα τον συμβολισμό καθώς δούλευα στην ταινία. Απλώς γνώριζα αυτή την αίσθηση της αποκλεισμένης ζωής. Αλλά αν διεισδύσω βαθύτερα, νομίζω ότι η ίδια η ύπαρξη είναι μια φυλακή από την οποία, αν είσαι τυχερός, μπορείς να απελευθερωθείς. Αναφέρομαι στον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας.

Το πουλί είναι παγιδευμένο στο κλουβί, ο σκύλος ανάμεσα στους τοίχους και η οικογένεια στο σπίτι. Αλλά ακόμα και όταν βγαίνουμε έξω, παγιδευόμαστε από κοινωνικούς και ιδεολογικούς περιορισμούς που επιβάλλουμε οι ίδιοι στους εαυτούς μας. Και πιστεύω ότι ο μόνος τρόπος να απελευθερωθούμε είναι να σπάσουμε τους πνευματικούς τοίχους που μας περικλείουν.

• Η ταινία σας διανέμεται από την εταιρεία Νetflix, που έχει αλλάξει τους όρους της διανομής τα τελευταία χρόνια. Εχετε άποψη πάνω στο θέμα;

Πιστεύω στην εμπειρία της μεγάλης οθόνης. Πιστεύω ότι για να έχεις πλήρη κινηματογραφική εμπειρία –ειδικά για ταινίες σαν τις δικές μου– πρέπει να πας σε αίθουσα. Υπάρχουν βέβαια πολλές ταινίες που δεν προϋποθέτουν τη μεγάλη οθόνη, όχι γιατί είναι καλύτερες ή χειρότερες, αλλά εξαιτίας του είδους τους.

Νομίζω ότι οι δύο αυτές εμπειρίες –στην αίθουσα και στο σπίτι– είναι συμβατές, δεν αποκλείουν η μία την άλλη... Εχουμε εισχωρήσει σε μια περίοδο ποικιλίας στο σινεμά.

• Ο σκηνοθέτης Τζούλιαν Σνάμπελ είπε τελευταία ότι «είμαι οι ταινίες μου». Αισθάνεσθε κι εσείς το ίδιο; Υπάρχουν κάποιες ταινίες στη φιλμογραφία σας με τις οποίες ταυτίζεστε περισσότερο από άλλες;

Ελπίζω ότι είμαι κάτι παραπάνω από τις ταινίες μου. Αλλά μπορώ να πω ότι δεν έχω κάνει καμιά ταινία χωρίς κάποια προσωπική σημασία. Μιλούσα τις προάλλες με τον Γκιγέρμο ντελ Τόρο και μου έλεγε ότι ακόμα και στις πιο ανάλαφρες ταινίες του βάζει τον εαυτό του, το πάθος και τη φαντασία του. Ετσι κι εγώ. Μερικές βέβαια είναι πιο προσωπικές από άλλες, όπως οι «Μικρή πριγκίπισσα», «Θέλω και τη μαμά σου» και φυσικά το «Ρόμα».

• Γιατί ο τίτλος «Ρόμα»;

Είναι το όνομα της γειτονιάς όπου μεγάλωσα στην Πόλη του Μεξικού.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας