Δέκα φραγκμέντα για τον ποιητή Θανάση Κωσταβάρα

Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις  

Η πρώτη γνωριμία με τον ποιητή Θανάση Κωσταβάρα, φωνή αναγνωρίσιμη της «γενιάς του '50», ήταν σαν να σε τυλίγει απροσδόκητα κάποιο αίσθημα γενναιοδωρίας κι ένα κύμα ταπεινοσύνης που εκπέμπουν όσοι είναι αληθινά αναστήματα.

Οπλο στην ποίηση και στη ζωή τού στάθηκε ένας λεπταίσθητος ευγενής σκεπτικισμός σαν να αναμετριόταν διαρκώς με όσα τράβηξε στη διοκώμενη ζωή του.

Από το προσωπικό του μαρτυρολόγιο ενδεικτικά μόνο κάτι που συνέβη τον Ιούνιο του 1948. Τότε, με τις φρικαλεότητες του Εμφυλίου, βούιξαν οι εφημερίδες για τη σύλληψη και παραπομπή στο Στρατοδικείο «κατασκόπων και συμμοριτών Πελοποννήσου». Και αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, με ανεύσπλαχνη κακεντρέχεια σαν ολετήρες, τέσσερις μακαντάσηδες στελέχη της Κεντρικής Καθοδήγησης της ΕΠΟΝ: Δημήτρης Δεσποτίδης, Ηλίας Στάβερης, Θανάσης Κωσταβάρας, Θύμιος Μαυρής...

Επισκεπτόμουν τότε ονόματα και έργα που βαπτίστηκαν μες στον καπνό, τον αχό του πολέμου και της Κατοχής απ' όπου ξαμολύθηκαν τα φίδια που έπλεξαν τη συμφορά του εμφυλίου. Ποιητές μιας γενιάς που έγινε ολοκαύτωμα, μα στάθηκαν μες στην ανεμοζάλη όρθιοι συναυτουργοί μιας ηθικής ταγής.

Ο,τι έθελγε σ' αυτούς, φαντάζομαι τώρα πως βρίσκεται ακριβώς στη στάση τους που 'γερνε προς το εσθλόν μιας εποχής πρόσφορης για θυσία και ποίηση. Μια ποίηση που η γενιά μου, «Γενιά του '70», τη διάβηκε βήμα βήμα ιχνηλατώντας ανάγλυφες σταλαγματιές έμπνευσης πάνω σε στίχους και ποιήματα. Κάπως έτσι στον πρώτο βηματισμό του ανιχνεύει κανείς πολύτιμο μετάλλευμα για να σμιλεύσει μεθοδικά ένα πρότυπο που θα 'ρθει συν τω χρόνω να ταυτιστεί με το προσωπικό του όραμα.

Και ενώ ο χρόνος με την αυτοφυή δικαιοσύνη του φτιάχνει έναν κατάλογο ποιητών που αντέχουν στους τριγμούς των αιώνων, εμείς, παιδιά της προκατάληψης με τ' άδολο βλέμμα του παιδιού μες στον ενήλικα, τείνουμε να αναπληρώνουμε τη δικαιοσύνη του χρόνου με μια προσωπική ατζέντα, τον επισφαλή κατάλογο - Κανόνα εκείνης της γενιάς: Μανόλης Αναγνωστάκης και Δημήτρης Παπαδίτσας, Τάκης Σινόπουλος και Νίκος Καρούζος, Τάσος Λειβαδίτης και Γιάννης Δάλλας, Μίλτος Σαχτούρης και Θανάσης Κωσταβάρας, Ελένη Βακαλό και Μιχάλης Κατσαρός και...

Εμενε στο ρετιρέ επί της οδού Δ. Θέμελη 1, ένα μισόφωτο στενό κάθετο στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Η βεράντα του με δασόβια δέντρα σε βαρέλια και γλάστρες που σχημάτιζαν το ξέφωτο-καθιστικό, όπου η ροτόντα με το λευκό κεντητό τραπεζομάντιλο και γύρω συνδαιτυμόνες, ένας στο πνεύμα σπουδαίος Ελληνας, ο Ροζέ Μιλλιέξ, διευθυντής του Γαλλικού Ινστιτούτου, με την Τατιάνα, ο Ηλείος διηγηματογράφος Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος με τη Νιόβη, η αφεντιά μου και ο οικοδεσπότης Θανάσης Κωσταβάρας, με την αέρινη Αγγελική του μες στη γηθοσύνη της βραδιάς έξοχοι γαλαντόμοι πετώντας κουβέντες του ποδαριού, κουβαλούσαν πιατέλες μεζεκλίκια. Τότε, στις αρχές αρχές της δεκαετίας του 1980.

Ο εμπειρικός κόσμος του ποιητή ήταν πλήρης από πάθη και παθήματα που τα φορτώθηκε ζαλιά η χτυπημένη, ματωμένη γενιά του. «Βασανάκια ηρωικά που μάτωσαν τζάμπα».

Με τέτοιο φορτίο στην αλκή της νιότης, ο ποιητής Θανάσης Κωσταβάρας αναζήτησε ενστικτωδώς ένα υποκατάστατο του συλλογικού ονείρου που ακυοφόρητο υποχωρούσε και ματωμένο. Και το βρήκε στην ποίηση!

Στητός, ευθυτενής, προσηνής άνθρωπος υποδειγματικής εντιμότητας, έμεινε ανεπίδεκτος δημοσίων σχέσεων. Και ήταν το πρότυπο εκείνου που έπαθε κι έμαθε. Και δεν είχε επιλογή άλλη από το να υπομένει την εξακολουθητική διάψευση, για να κερδίζει κάτι από το φευγαλέο κι απατηλό του κόσμου!

Στην έρημη ακρογιαλιά, στο Βρωμοπούσι, πίσω από την Κερατέα και απέναντι από τη Μακρόνησο, με τον φίλο ποιητή μιλάτε ώρα πολλή και το θέμα σας είναι ο Θανάσης Κωσταβάρας και τα «Ιστορήματα». Ποιήματα αφοπλιστικής ευτολμίας, μοναδικά στη νεότερη ποίησή μας, απηχούν την καθηλωτική αναπαράσταση ιστορικών συμβάντων και μυθολογημένων μορφών. Η οδύνη δραστικό στοιχείο της ψυχοστασίας του μετακυλίεται μαστόρικα στα πρόσωπα των ποιημάτων. Σαν ιστορική αντιστοίχηση κι αλληγορία ολκής.

Επιτυγχάνει έτσι την ταύτιση των ηρώων του με τον ίδιο και τη γενιά του, που όταν τους κατάτρεχε η τίσις σε σκηνικό διάχυτου τρόμου, αυτοί έγιναν Αίαντες και Προμηθείς στο ματωμένο χοροστάσιο της σύγχρονης ιστορίας μας!

Η οσμή του θανάτου που συνόδευε τον Θανάση Κωσταβάρα στα νιάτα του, μετατράπηκε βαθμηδόν σε βαθιά, γόνιμη φιλοσοφημένη γνώση∙ τη μόνη βεβαιότητα που άξιζε να κάνει αίμα του: γνώση όχι μόνο να ζει, αλλά και πώς να ζει! Discimus vitae, που λέγαν οι Λατίνοι.

Απολάμβανε το καθεμέρα του, με ενδοσκοπική σύνεση, γήινα, μετρημένα και πρεπούμενα, βυθισμένος συχνά στη σιωπή μιας τρυφερής ανομολόγητης μελαγχολίας. Αλλά χωρίς λυπομανία. Και όταν τύχαινε γλέντι, θα σηκωνόταν να κάνει αυτό που σπανίζει σε ποιητές∙ να χορέψει ζεϊμπέκικο! Ψηλόλιγνο, στητό κορμί, άνοιγε φτερούγες τα χέρια κι έφερνε στροφές δωρικής απλότητας ενός αξιαγάπητου ανθρώπου∙ οδοντίατρου προς το ζην και ποιητή προς το ευ ζην!

Με κατέχει έντονη εντύπωση ότι ο ποιητής Θανάσης Κωσταβάρας αρκούντως δραστικά και πονεμένα ξανάγραψε -όπως κι ο Τάκης Σινόπουλος- την ποιητική της οδύνης. Εκείνος με τον «Νεκρόδειπνο» και τούτος με τα «Ιστορήματα», κυρίως. Οχι μικρό επίτευγμα, αν σκεφτείς πως στο εφήμερο της ζωής μας ό,τι διασώζεται στη μνήμη είναι το επώδυνο υπόστρωμα των βιωμένων εμπειριών.

Η ποιητική του ανάδραση φέρει τον απόηχο μιας ενορατικής καθαρότητας που ενδημεί στη Δημοτική μας Μούσα - και αυτή, νομίζω, είναι η μυστική οφειλή του. Οπως η νιτσεϊκή ενόραση αποτελεί μέρος της μεγάλης οφειλής του Νίτσε στον Γκέτε. Καταπώς εύστοχα λέει ο Χάρολντ Μπλουμ!

Κατά κανόνα αγαπάς τον ποιητή, αγαπάς και το έργο του! Συνέβη με πολλούς, έτσι συμβαίνει και με τον Θανάση Κωσταβάρα∙ διαβάζοντας, σε συγκινεί το τίμιο απολογητικό ύφος, και η εύψυχη ματιά του στα πράγματα, η ευλύγιστη δεξιότης μιας ελεγχόμενης λυρικής δραματουργίας και το αργόσυρτο του αναστοχασμού όταν χρωματίζει ζωηρά τις μορφές που σαλεύουν και παίρνουν πνοή μες στον στίχο, με το μόνο φωτοστέφανο που τους πρέπει: την τραγική αίσθηση της ζωής!

Η αναγνωστική πείρα λέει ότι σπανίζει ο ποιητής που δεν πάτησε κάπου αλλού, δεν μιμήθηκε, δεν οικειοποιήθηκε. Ο Σινόπουλος, λ.χ., πήρε από τον Σεφέρη, ο Σεφέρης πήρε από τον Ελιοτ, ο Ελιοτ από τον Γουίτμαν∙ ο Γουίτμαν από πού πήρε άραγε κι έγινε προφήτης της αμερικανικής ηπείρου;

Αυτό που βλέπεις στον Θανάση Κωσταβάρα είναι το δυσδιάκριτο των πηγών του. Συνομίλησε με τους ομότεχνους της γενιάς του (Σαχτούρη, Παπαδίτσα, Δάλλα, Σινόπουλο), αλλά και με προγενέστερους, αναδρομώντας επιλεκτικά μέχρι τον Σολωμό.

Το πνεύμα της διάνοιάς του απλώνεται στα ποιήματα με την αύρα μιας διαίσθησης που ισορροπεί τη γόνιμη φαντασία με τη φροϊδική γνώση της πραγματικότητας. Και κατ' επέκταση, με την τραγική γνώση της ιστορίας.

Δέκα χρόνια αφ' ότου αποδήμησε, παίρνω την τόλμη να παραφράσω τα λόγια του Γουόλτ Γουίτμαν στον τάφο του Ραλφ Εμερσον∙ που ό,τι στάθηκε με τα δοκίμιά του ο Μοντένιος για τη Γαλλία και την Αναγεννησιακή Ευρώπη, έγινε περίπου τρεις αιώνες μετά ο Εμερσον για την Αμερική. Για να πω αγαπητικά σεβαστικός στη μνήμη του Θανάση Κωσταβάρα:

Ενας δίκαιος, τίμιος άνθρωπος, που έζησε αυτόφωτος με ακόρεστη αγάπη ευφρόσυνης ματιάς, καθώς αυτή τα χωρούσε όλα μέσα της, με καθαρότητα σαν ήλιος∙ ένας ήλιος συχνά σε μερική έκλειψη!

*Ομιλία από τη διημερίδα για τον Θανάση Κωσταβάρα (21-22 Οκτωβρίου 2017), στην αίθουσα του υπουργείου Πολιτισμού

 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας