Αυτοβιογραφική αλληλογραφία

vivlio.jpg

Emma Reyes «Αναμνήσεις δι’ αλληλογραφίας» Πρόλογος: Λέιλα Γκεριέρο Μετάφραση: Μαρία Παλαιολόγου Ικαρος, 2017 Σελ. 238

Ο Χερμάν Αρσινιέγας, Κολομβιανός δοκιμιογράφος και πολιτικός, γνωρίστηκε με την Εμμα Ρέγιες (Emma Reyes) στο Παρίσι το 1947 σε μία εκδήλωση της UNESCO και έκτοτε διατήρησαν θερμή φιλία. Εκείνος ήταν που την παρότρυνε να του διηγηθεί σε μορφή επιστολών την παιδική της ηλικία, που άλλες φορές της φαινόταν θλιβερή και άλλες προνομιούχα. Οι είκοσι τρεις επιστολές που περιέχονται στην παρούσα έκδοση γράφηκαν ανάμεσα στο 1969 το 1997.

Η Εμμα Ρέγιες γεννήθηκε το 1919 στην Μπογκοτά της Κολομβίας. Οταν το έσκασε από το μοναστήρι που ήταν εσώκλειστη, έκανε οτοστόπ για να φτάσει στην Αργεντινή και από εκεί στο Μοντεβίδεο. Παντρεύτηκε τον γλύπτη Γκιγιέρμο Μποτέρο Γκουτιέρες και έφυγαν για την Παραγουάη σε μία ιδιαίτερα ταραγμένη εποχή για την χώρα. Εκείνη την περίοδο σκοτώθηκε το μόλις λίγων μηνών βρέφος της σε αιματηρές εξεγέρσεις. Οταν επέστρεψαν στο Μπουένος Αιρες, η Ρέγιες που είχε ήδη αρχίσει να ζωγραφίζει, κέρδισε μία υποτροφία για να σπουδάσει στο Παρίσι.

Με τα χρήματα της υποτροφίας γράφηκε στην Ακαδημία Τέχνης του Αντρέ Λοτ, στο Παρίσι, ο οποίος την ενθάρρυνε να ανακαλύψει τον δικό της προσωπικό τρόπο έκφρασης. Ο Αρσινιέγας έγραψε το 1993 ότι η Ρέγιες είναι μία φημισμένη ζωγράφος αλλά δεν πρέπει να ξεχαστεί αυτό που λέει το ημερολόγιο της παιδικής της ηλικίας. Αν και αναλφάβητη μέχρι τα δεκαοχτώ της, κατάφερε με τη διαυγή γραφή της στα ισπανικά με γαλλικές «παρεμβάσεις» να ενθουσιάσει τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.

Ο αφηγηματικός χρόνος της Ρέγιες ανατρέχει στο παρελθόν. Από το καμαράκι χωρίς παράθυρο της συνοικίας του Σαν Κριστόμπαλ της Μπογκοτά, όταν ήταν πέντε ετών έως την έξοδό της από το μοναστήρι των καλογραιών που ήταν εσώκλειστη για περίπου δεκαπέντε χρόνια. Το σύγχρονο της γραφής εμφανίζεται ελάχιστα· στην πρώτη επιστολή με την αναχώρηση του στρατηγού Ντε Γκoλ από τα Ηλύσια Πεδία, αρχίζει η ανάδυση των παιδικών αναμνήσεων. «Σ’ εκείνο το δωμάτιο μέναμε η αδερφή μου η Ελένα, ένα παιδί που δεν έμαθα ποτέ τ’ όνομά του και το λέγαμε Ψείρα, μια κυρία που τη θυμάμαι μόνο σαν ένα τεράστιο θάμνο από μαύρα μαλλιά που την κάλυπταν εντελώς….».

Καμία αναφορά σε γονείς ή άλλους συγγενείς. Ακόμη και η κυρία με τα μαύρα μαλλιά, η σκληρή και αυστηρή «κυρία Μαρία», όπως τη φώναζαν τα κορίτσια, είναι ένα μεγάλο ερωτηματικό στη σκέψη του αναγνώστη. Χωρίς να υπάρχει μία ένδειξη ελάχιστης μητρότητας είναι το μόνο ενήλικο πρόσωπο που –ας πούμε– είναι επιφορτισμένο με την ανατροφή των μικρών αδερφών.

Η διήγησή της είναι ακριβής και κρυστάλλινη. Το καθαρό ύφος, απαλλαγμένο από μελοδραματικές εξάρσεις, κυριαρχεί στο σύνολο των επιστολών. Ακόμη και τα πιο σκληρά γεγονότα περιγράφονται με το αγνό και άδολο σθένος ενός μικρού παιδιού. Ενα παρελθόν θερισμένο από την ασχήμια, τη μιζέρια, τις απώλειες και την κακοποίηση, γράφεται χωρίς συναισθηματικές συνθλίψεις μόνο μ’ έναν υπόκωφο παιδικό θρήνο που συχνά διακόπτεται από λίγα γέλια. Αλλωστε η ίδια έχει πει και για την τέχνη της, τη ζωγραφική, ότι είναι βουβά ουρλιαχτά. Που βγαίνουν από τα μάτια, θα συμπλήρωνα εγώ, καθώς μου έρχονται στον νου τα πορτρέτα των γυναικών (Portraits de femmes) με εκείνες τις υγρές διαστολές των βλεμμάτων τους.

Οταν πια η «κυρία Μαρία» παράτησε τις μικρές αδερφές στον σιδηροδρομικό σταθμό ενός ασήμαντου χωριού, βρήκαν καταφύγιο σ’ ένα μοναστήρι που επικρατούσε μία καθολική αυστηρότητα άνευ προηγουμένου. Στο μοναστήρι αυτό η Εμμα Ρέγιες εκτός από την τέχνη του κεντήματος που έμαθε πολύ καλά, έμαθε ακόμη ότι το ανθρώπινο είδος τελεί σε μία κατάσταση διαρκούς αμαρτίας και ότι ο Διάβολος παραμονεύει παντού. Απ’ αυτή τη φοβική κατάσταση ξέφευγε με τη παιδική φαντασία της, που κάνει κουκλάκια όπως ο «Ταραρούρα» να μοιάζουν με μικρά αδερφάκια. Πολύτιμα προσωπεία του συναισθήματός της, που ούτε ο διάβολος ούτε ο θεός έχουν καμία εξουσία. Η δέκατη πέμπτη επιστολή της Ρέγιες είναι μία συγκλονιστική λογοτεχνική κατάθεση της απώλειας του παραδείσου και συνάμα της παιδικότητας. Η αφήγησή της γίνεται πλέον πιο προσωπική καθώς οι συνθήκες διαβίωσης στο μοναστικό περιβάλλον και η ανάληψη του άτυπου τίτλου της καλύτερης κεντήστρας, την ωριμάζουν γρήγορα.

Αυτό το παιδί που αγνοούσε τις λέξεις «μπαμπά» ή «μαμά», που γίνεται μάρτυρας στην εγκατάλειψη του βρέφους της «κυρίας Μαρίας», που μένει μέρες κλεισμένη χωρίς φαγητό, φως και παιχνίδι, που αποχωρίζεται τα πρόσωπα από τα οποία θα μπορούσε να πάρει ή και να δώσει λίγη αγάπη, όπως η μοναχή Μαρία Ραμίρες, έμελλε να γίνει μία ζωγράφος που συγχρωτίστηκε με την πνευματική ελίτ της Ευρώπης. Η κεντήστρα του μοναστηριού «κεντάει» με τα πινέλα της μεγάλα πρόσωπα ή τεράστια λουλούδια με έντονα χρώματα. Και καθώς λέει ο Αρσινιέγας, για τα χρώματα δεν χρησιμοποιεί λάδι αλλά δάκρυα.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας