Το άρωμα του δεύτερου βιβλίου…

rodi.jpg

 ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Το προηγούμενο Σάββατο σας παρουσιάσαμε δώδεκα πρωτο- εμφανιζόμενους πεζογράφους. Αυτή τη φορά ζητήσαμε από έξι πεζογράφους να μας συστήσουν το δεύτερο βιβλίο τους. Κάποια εξ αυτών συζητήθηκαν, απασχόλησαν κριτικούς και σινάφι, συμπεριλήφθηκαν σε βραχείες λίστες λογοτεχνικών διαγωνισμών, ακόμη και βραβεύτηκαν.

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Σήμερα προσέρχονται με το νέο τους πεζογραφικό αποτύπωμα. Μας δίνουν λοιπόν, μια πρόγευση πριν τα βιβλία τους φτάσουν στα χέρια του αναγνώστη (δύο τίτλοι έχουν μόλις κυκλοφορήσει), από τον θεματικό άξονα, το αφηγηματικό βλέμμα, αλλά και κείμενα και συγγραφείς που τους συντρόφευσαν ενόσω το έγραφαν κι άλλες όμως συναφείς λεπτομέρειες, εν γένει και ευσύνοπτα τι μεσολάβησε ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο πεζογραφικό τους βήμα.

Τάξη ροδώδη, ομοταξία δικοτυλήδονα…

Γιούλη Αναστασοπούλου
Της Γιούλης Αναστασοπούλου

«Τι συμβαίνει με τα βατόμουρα;»

Θράκα

Αρωμα φρουτώδες, χρώμα βαθύ κόκκινο. Ιστορίες που συνθέτουν έναν κόσμο που ακόμα κυοφορείται. Επίγευση δυστοπίας, δόσεις υπερρεαλισμού, διάθεση για αυτοϋπονόμευση, σαρκασμό, στη λογική της αφαίρεσης, όπως ορίζει η σύντομη φόρμα.

Το Τι συμβαίνει με τα βατόμουρα; και η συγγραφέας του δεν ανήκουν σε κάποια σχολή ή γενιά, μόνο στο σινάφι αυτών που γράφουν παρέα με τη μισοκοιμισμένη γάτα τους τις μικρές ώρες.

Αν κάτι καθόρισε τα πράγματα, είναι οι συγγραφικές εμμονές μου που επιθυμώ να μη θεραπευτούν: εικόνες, ψίθυροι, μηρυκασμοί, διαβάσματα, ταινίες του κλασικού και σύγχρονου σινεμά σε ηλικία-σφουγγάρι. Φυγή από την πραγματικότητα και απέχθεια για τις συμβάσεις. Η ιστορία συνεχίζεται...

Μυθοπλασία λοιπόν ή σατιρική απεικόνιση της πραγματικότητας; Οσο αποτυπώνεις κόσμους στους οποίους τρυπώνεις για να ξυπνήσεις από την άλλη πλευρά του προσκέφαλού σου, τόσο ανακαλύπτεις πως στους δρόμους και τα δωμάτια αυτών των πόλεων ψιθυρίζονται οι ίδιες λέξεις.

Ενα τέτοιο νήμα πιθανόν να συνδέει και τον ήρωα του πρώτου μου βιβλίου Ψυχή στην Κούλουρη (εκδόσεις Αλεξάνδρεια) με τα βατόμουρα. Στο «Τι συμβαίνει με τα βατόμουρα;», όμως, δεν υπάρχουν υπαρκτά τοπωνύμια, όπως η Κούλουρη, αλλά αν κανείς κρυφοκοιτάξει πιθανόν να δει τον Αγη να τρώει ένα ζουμερό βατόμουρο, γιατί είναι και αυτή η αγάπη του για τον μεγεθυντικό φακό: όλα τα αντικείμενα που μπορούν να περιγραφούν σαν να είχαν μια αυθύπαρκτη δική τους ιστορία να πουν, μέσα στην ιστορία.

Αυτό το βασικό εξάρτημα της εργαλειοθήκης μου, ο μεγεθυντικός φακός, στα βατόμουρα έχει την τιμητική του.

Αλλά, τι συμβαίνει με τα βατόμουρα τελικά;

Τάξη ροδώδη, ομοταξία δικοτυλήδονα. Αυτό, για αρχή.

Mεταξύ μεγαλείου και σαχλαμάρας

Νίκος Αδάμ Βουδούρης
Toυ Νίκου Αδάμ Βουδούρη

«Καϊάφας»

Μυθιστόρημα, Πατάκης

Με στρατιωτική αξιοπρέπεια και ποιητική μελαγχολία ήθελε ο ήρωάς μου να περνάν οι μέρες του, μα τα 'σπασε τα μούτρα του κι έπεσε στα μαλακά.

Καθημερινότητα και ρουτίνα.

Κάποια στιγμή όμως συνάντησε έναν σκύλο. Το σκυλί αυτό, όμορφο και φίνο, έγινε η παρέα του, έτσι οι δυο τους συμμαχούν ενάντια στο λίγο και με παιγνιώδη διάθεση περιφέρονται ένα ολόκληρο καλοκαίρι στα παράλια της Πελοποννήσου και πάνε μαζί πίσω στα παλιά. Στην εποχή των μεγαλύτερων φιλοδοξιών, για ζωή χαρισάμενη και βίο αντισυμβατικό. Ο ήρωας ακροβατεί μεταξύ μεγαλείου και σαχλαμάρας, κι ο σκύλος, άρχοντας απαθής, μα με κατανόηση, τον συντροφεύει. Ομως, στο φινάλε, το όμορφο τετράποδο φεύγει χωρίς να μάθει ποτέ του τι άφησε πίσω. Αυτό θα το μάθουν μόνο οι αναγνώστες.

Αυτή με λίγα λόγια είναι η υπόθεση του Καϊάφα. Είναι το δεύτερο βιβλίο μου και είναι μια ιστορία περιπλάνησης. Το έγραψα διότι δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς (μου πήρε έξι χρόνια με διαλείμματα και πισωγυρίσματα). Τώρα νιώθω ελεύθερος να πάω παρακάτω.

Το πρώτο μου βιβλίο έχει τον τίτλο Ο βυθός είναι δίπλα, είναι συλλογή διηγημάτων και κυκλοφόρησε το 2008 απ’ τις εκδόσεις Πατάκη. Απ’ τον ίδιο εκδοτικό οίκο θα βγει κι  ο Καϊάφας. Στην ερώτηση αν τα δυο βιβλία έχουν κοινό τόπο θα απαντούσα πως το αντίθετο θα με τρόμαζε.

Μεγαλύτερη έμφαση στην αφήγηση

Χρήστος Γκέζος
Του Χρήστου Γκέζου

«Τραμπάλα»

Διηγήματα, Μελάνι

Η Τραμπάλα περιλαμβάνει διηγήματα που γράφτηκαν τα τελευταία 3-4 χρόνια και θα κυκλοφορήσει κι αυτή από τις εκδόσεις Μελάνι.

Οι πρωταγωνιστές των ιστοριών της είναι άνθρωποι συχνά εμμονικοί, πότε συνειδητά πότε ανεπίγνωστα, στις ενέργειες των οποίων αντανακλώνται τα περισσότερα από τα θέματα που φαίνεται να με απασχολούν μέχρι τώρα: o κυνισμός του χρόνου, η μνήμη ως φορέας πόνου και νοήματος, η διαρκής παρουσία του θανάτου, η μοναξιά τόσο ως καταφύγιο όσο και ως δαμόκλειος σπάθη, η οικογένεια με τα εγγενή της αδιέξοδα, η αυτοκαταστροφικότητα του ατόμου, η φτώχεια κ.ά.

Σε σχέση με τη Λάσπη, θα έλεγα πως η υλοποίηση είναι λιγότερο γλωσσοκεντρική, με μεγαλύτερη έμφαση στην αφήγηση. Υπάρχει επίσης και μεγαλύτερη ποικιλία στιλ και ύφους, αναλόγως με τους δραματικούς και αισθητικούς σκοπούς που ήθελα κάθε φορά να εξυπηρετήσει η ιστορία, με αποτέλεσμα να σκιαγραφούνται καταστάσεις μιας ευρύτερης παλέτας συναισθημάτων: από την ανόθευτη απόγνωση και τη βιωμένη θλίψη, μέχρι την παραίτηση ή και την πιο ανάλαφρη αντιμετώπιση διαχρονικά δυσεπίλυτων προβλημάτων.

Πρόθεσή μου ήταν να αξιοποιήσω τα πλεονεκτήματα του είδους, το οποίο σωρευτικά μπορεί να αναπαραστήσει με λιγότερο σχηματικό τρόπο τον αποσπασματικό χαρακτήρα της πραγματικότητας και να αναδείξει με καθαρότητα το πολυσχιδές της ανθρώπινης εμπειρίας.

Κρίνοντας το αποτέλεσμα, μαζί με τα προηγούμενα βιβλία μου, δεν νομίζω ότι αποτελώ, εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος, μέρος κάποιας γενιάς που θα μπορούσε να οριστεί με εξωηλικιακά κριτήρια. Αυτό που ίσως ισχύει είναι πως έχει ενταθεί η κοινωνική ευαισθησία στα κείμενα αρκετών πεζογράφων και ποιητών, ένα επανερχόμενο μοτίβο που δεν αποτελεί επαρκές γνώρισμα για τον προσδιορισμό γενιάς.

Διαβάζουμε περισσότερο από όσο γράφουμε

Κατερίνα Μαλακατέ
Της Κατερίνας Μαλακατέ

«Το Σχέδιο»

Μυθιστόρημα, Μελάνι

Εγραφα Το Σχέδιο από το 2011 έως και το 2015, κι όταν τελείωσε η συγγραφή, έγινε το φόντο του τόσο επίκαιρο που σχεδόν ντρεπόμουν να το εκδώσω. Ενα κορίτσι φτάνει μισοπεθαμένο στο σπίτι του παππού του σε ένα ορεινό χωριό. Στην Ελλάδα τα πάντα έχουν παραλύσει μετά το «όχι» στο δημοψήφισμα του 2011 και το πραξικόπημα των έξι ημερών. Η πρωτεύουσα μοιάζει με ζούγκλα, ενώ στα χωριά δεν υπάρχει ηλεκτρικό, ρεύμα, φαγητό.

Σε καλύτερη μοίρα είναι ο πατέρας του κοριτσιού, συγγραφέας που μετανάστευσε στο Παρίσι λίγο πριν από την Κρίση. Το μυθιστόρημα ακολουθεί εναλλάξ τις δύο γραμμές της πλοκής: του παππού και της εγγονής από τη μια, και του πατέρα από την άλλη. Παρ’ όλο που η αφήγηση παραμένει συνεχώς τριτοπρόσωπη, ο αφηγητής αλλάζει ανάλογα με την ιστορία, κι έτσι έχουμε δύο διαφορετικές οπτικές γωνίες για τα τεκταινόμενα.

Το δεύτερο μυθιστόρημά μου μοιάζει γλωσσικά με το πρώτο, έχει κοινά στοιχεία και στο κεντρικό θέμα - που είναι η αντίδραση των ανθρώπων σε ακραίες καταστάσεις και ο τρόπος που διαμορφώνονται οι μεταξύ τους σχέσεις.

Ομως εξωτερικά θα έλεγε κανείς πως τα έγραψε άλλος άνθρωπος, δεν ανήκουν καν στο ίδιο λογοτεχνικό είδος. Οι επιρροές μου είναι αρκετά εμφανείς σε έμπειρους αναγνώστες, με καθορίζουν οι λογοτεχνικές εμμονές μου, όσο μεγαλόστομο κι αν ακούγεται κάτι τέτοιο: ο Κάφκα, ο Φόκνερ, η Γουλφ, ο Οστερ, ο ΜακΚάρθι.

Νιώθω κοντά και στη γενιά των λογοτεχνών που ανήκω ηλικιακά γιατί οι ρίζες μας είναι κοινές· πατάμε στα αναγνώσματά μας για να προχωρήσουμε παραπέρα, διαβάζουμε περισσότερο από όσο γράφουμε. Αν, δε, καταφέρουμε κάποτε να αναφέρονται σε μας με ένα όνομα, η γενιά του '10 ας πούμε, τότε ίσως να έχουμε κερδίσει ένα σημαντικό στοίχημα για τη συνέχεια της λογοτεχνίας.

Ενα αποκαλυπτικό ταξίδι

Ειρήνη Σταματοπούλου
Της Ειρήνης Σταματοπούλου

«Το αυτί της Αριάδνης»

Μυθιστόρημα, Απόπειρα

Σύμφωνα με τον μύθο, η Αριάδνη αγάπησε τον Θησέα. Κατόπιν όμως θείας βούλησης, παντρεύτηκε τον Διόνυσο και έγινε αθάνατη σύζυγος θεού. Στους Διθύραμβους του Διονύσου, ο Νίτσε αναπαράγει την ιστορία ως εξής:

Ο Διόνυσος, μας λέει, εκμυστηρεύεται το μυστικό του στην Αριάδνη και δεν της ζητά μόνο να ακούσει, αλλά και να επιβεβαιώσει την κατάφαση. «Εχεις μικρά αυτιά», της λέει. «Εχεις τα δικά μου αυτιά. Βάλε μέσα τους μια στοχαστική λέξη. Αν είναι ν’ αγαπήσει κανείς τον εαυτό του, δεν πρέπει να τον μισήσει πρώτα; Είμαι ο λαβύρινθός σου».

Το εν λόγω μυθιστόρημα δεν αποτελεί ασφαλώς μια μυθοπλαστική πραγμάτευση του μύθου, το συγγραφικό ερέθισμα όμως προήλθε αόριστα από το εσωτερικό ίχνος της αλληλεπίδρασης αυτών των τριών προσώπων και όλων όσα συμβολίζουν.

Η βασική ιδέα προϋπήρχε αρκετά χρόνια της σύλληψης του προηγούμενου (Ο κανόνας του παιχνιδιού), δουλεύοντας μυστικά και αθόρυβα, και από τη στιγμή που άρχισε αίφνης και με γεωμετρική πρόοδο να παίρνει συγκεκριμένη μορφή η πλοκή, γράφτηκε μέσα σε εννέα μήνες, σε ρυθμούς εξοντωτικούς, ίσως απάνθρωπους, όπως είναι πάντα η γραφή, σε μια συνομιλία της συγγραφέως με όλους εκείνους που την ίδια ώρα κάθονταν μπροστά σε έναν υπολογιστή και χωρίς βεβαιότητες, με πολύ φόβο και πάθος μοιράζονταν την αγωνία της λευκής σελίδας.

Τρεις άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι ξεκινούν ένα αποκαλυπτικό ταξίδι από κοινού, που τους φέρνει αντιμέτωπους με τον εαυτό τους, τους δαίμονες και τα φαντάσματά τους, σε μια περιπλάνηση στον απόηχο επιρροών τόσο ετερόκλητων φαινομενικά όσο το σύγχρονο αμερικανικό μυθιστόρημα, η ρομαντική φιλοσοφία, οι υπαρξιστές και ο ευρωπαϊκός μεταπολεμικός κινηματογράφος.

Λέξεις-ηχήματα κενές

Βίκυ Τσελεπίδου
Της Βίκυ Τσελεπίδου

«Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι;»

Μυθιστόρημα, Νεφέλη

«Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι;» ήταν ένα παιχνίδι με κυνηγητό που το έπαιζαν παιδιά οι Μικρασιάτες στον τόπο τους. Με φόντο την ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία το 1924 -καθώς ο μύθος μπλέκει με την πραγματικότητα-, ξεδιπλώνεται η σχέση μιας γιαγιάς πρόσφυγα με την εγγονή της και μέσα από αντικατοπτρισμούς, προβάλλονται διάφορες σκηνές από τη ζωή τους.

Από τη μια, το βιβλίο πραγματεύεται την κληρονομιά της Μικρασίας, όπως την έλαβε και τη διαχειρίστηκε η γενιά μας, και το πώς το διαγενεαλογικό αυτό τραύμα του ξεριζωμού συνεχίζει να επηρεάζει ακόμη και σήμερα τη ζωή και τις επιλογές μας -με την αφή, μόνο με την αφή μερικές πληγές. Κυρίαρχο, από την άλλη, είναι το θέμα της βίας στις διάφορες όψεις της, με έμφαση στην ενδοοικογενειακή -σεξουαλική και συναισθηματική- κακοποίηση.

Η ρίζα και η ρίζα του κακού, η φθορά, η απώλεια, η τραγικότητα της ύπαρξης, η νοσταλγία για μια «πατρίδα»-πανάκεια που θα επουλώσει τις πληγές, το όριο μεταξύ λογικού και παράλογου, κι αυτό που τελικά μένει πίσω, μετά από όλες τις υπαρξιακές προσθαφαιρέσεις μας, η δική μας κληρονομιά προς τους επόμενους, ως ένα πολύτιμο εφόδιο μιας αχαρτογράφητης πορείας, μιας πορείας ανάδρομης προς αναζήτηση της γενέτειρας γης, μιας πορείας τελικά κυκλικής πάνω σ’ έναν τροχό για χάμστερ.

Το βιβλίο ξεκινά ως μια συμπαγής αφήγηση, σταδιακά όμως, καθώς η ανάγνωση προχωράει, η όποια δράση πάει να ξεκινήσει, παγώνει, παρεισφρέουν ξένα σώματα, οι αφηγητές εναλλάσσονται, μπρος-πίσω οι δείκτες του ρολογιού, η αφήγηση διαταράσσεται από έκκεντρες δυνάμεις, ώσπου τελικά σκάει στα συστατικά της, σε παραγράφους-βολίδες, σε φράσεις-θραύσματα, μόνο σε λέξεις πια, στο νόημά τους, στο δίχως νόημά τους, σε λέξεις-ηχήματα κενές.