Αποδομώντας τη μαφία (We gotta get out of this place)

mafia.jpg

Αποδομώντας τη μαφία Διαδηλώσεις στην Ιταλία κατά της μαφίας | Raluca Tudor

Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις  
Κράτη
και μαφία

Θα μπορούσε κάποιος, έστω αυθαίρετα, έστω αξιωματικά, να αποκαλέσει το υπάρχον πολιτικό σύστημα σαν μια καμουφλαρισμένη μαφία· δεν θα έπεφτε και πολύ έξω. Δεν υπάρχουν πλέον εγκληματικές οργανώσεις που δρουν στις παρυφές της κοινωνίας, που μετέρχονται βία (απαγωγές, εκβιασμοί, δολοφονίες, ξέπλυμα βρόμικου χρήματος κ.ά.) για την επιβολή τους και τη συμμετοχή τους στο μερίδιο του παγκόσμιου πλούτου - ακριβώς διότι δεν έχουν ανάγκη να λειτουργούν πλέον στο σκοτάδι του περιθωρίου.

Οι οργανώσεις αυτές είναι μέρος του πολιτικού συστήματος, απαραίτητα γρανάζια για την «ευρυθμία» του· και αυτό επειδή έχουν εκλείψει ηθικές αναστολές, αφού όλοι πιστεύουν ότι αυτές εμποδίζουν την απρόσκοπτη διακίνηση της περιβόητης «ελεύθερης αγοράς». Από τη στιγμή που η «ελεύθερη αγορά» έχει γίνει έτσι αποδεκτή, τότε όλα επιτρέπονται προκειμένου να επιτευχθεί κέρδος.

Είναι τέτοια η διείσδυση των οργανώσεων που χρησιμοποιούν μεθόδους μαφίας στον κρατικό μηχανισμό και τόσο σφιχτός ο εναγκαλισμός τους με το δημόσιο χρήμα, ώστε είναι αδύνατον να γίνει διάκριση μεταξύ ιδιωτών - δημόσιων υπηρεσιών - πολιτικών - επιχειρηματιών... Υπάρχει βέβαια προϊστορία σε όλα αυτό· αυτήν καταγράφει θαυμαστά (και βιωματικά) ο συγγραφέας, που στέκεται με συνέπεια και ειλικρίνεια κοντά στους φτωχούς, τους εργαζόμενους, τους εκμεταλλευόμενους.

Ενα βιβλίο που ξεγυμνώνει στερεότυπα και ψεύδη καθώς και τη δομή της Ευρώπης· πολλά μπορεί να αποκομίσει κανείς συγκρίνοντας την πλοκή του με την πραγματική πλοκή της πραγματικής οικονομίας της χώρας του.

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

Κάνουν λάθος όσοι θέλουν κάθε φορά να εξηγήσουν κάτι αντιπαραθέτοντας τη Μαφία στο Κράτος: ποτέ δεν βρίσκονται σε ανταγωνισμό […] Η Μαφία δεν είναι ξένη σ’ αυτό τον κόσμο· νιώθει ακριβώς σαν το σπίτι της […] στην πραγματικότητα κυριαρχεί σαν το πρότυπο όλων των προωθημένων εμπορικών επιχειρήσεων

Guy Debord
(«Σχόλια πάνω στην κοινωνία του Θεάματος»)

Το γεγονός ότι η Μαφία, η Καμόρα, η Γιακούζα και... και... και… νιώθουν σ’ αυτό τον κόσμο σαν το σπίτι τους εξηγεί επακριβώς γιατί πουθενά δεν νιώθουμε έτσι εμείς. Είχα το θλιβερό προνόμιο όπως όλοι της γενιάς μου –αυτή τη στιγμή είμαι 44– να μεγαλώσω με τους τόνους των σκουπιδιών της πολιτιστικής βιομηχανίας που ανέλαβαν να μας εκπαιδεύσουν στο νοσηρό γούστο της κλειδαρότρυπας για ήρωες και περιπέτειες που παρουσιάζονται τόσο πιο αληθινοί όσο πιο ψεύτικοι είναι: νονοί, σημαδεμένοι, αδιάφθοροι, καζίνα, όλες οι γυναίκες μοιραίες, πράκτορες, αμάξια, χρήμα, φόνοι και μυστικά, μυστικά, μυστικά.

Νάνι Μπαλεστρίνι  Σάντοκαν, μια ιστορία της Καμόρα  Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος  Αθήνα, 2016  Σελ. 184 Νάνι Μπαλεστρίνι Σάντοκαν, μια ιστορία της Καμόρα Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος Αθήνα, 2016 Σελ. 184 |
Η συνείδηση πρέπει να μείνει καθηλωμένη στην παιδική αφέλεια του διλήμματος «κλέφτης ή αστυνόμος;». Ομως το νόμισμα αυτό είναι τόσο κάλπικο όσο και ο καθ’ ομοίωσιν κόσμος του, ο κόσμος της βίας, του χρήματος και της εξουσίας· ο κόσμος του κράτους και των μαφιών· ο κόσμος των επιχειρήσεων και των αφεντικών: ο καπιταλισμός.

Το βιβλίο του Μπαλεστρίνι «Σάντοκαν, μια ιστορία της Καμόρα» είναι το πρώτο που η ιστορία της δεν αναπαράγει το ρομαντικό ψεύδος που την περιβάλλει. Η ιστορία είναι πάντοτε η ιστορία μιας άρνησης. Και εδώ πρόκειται για την ιστορία αυτών που δεν θέλησαν και ούτε πρόκειται να γίνουν ποτέ καμορίστες.

Μολοντούτο, δεν υπάρχει κανένας αφελής συναισθηματισμός σε αυτή την προσπάθεια, ούτε επιπλέον η αναζήτηση κάποιου ηρωισμού. Ο Μπαλεστρίνι αφηγείται ότι πρόκειται για μια άρνηση αναγκαία, μια άρνηση φυσική όσο και η γλώσσα. Βρίσκεται λοιπόν στην προνομιακή θέση να μην ηθικολογεί.

Η προσέγγιση του Μπαλεστρίνι είναι «φαινομενολογική». Πράγματι, στα 16 κεφάλαια και τις 207 παραγράφους του «Σάντοκαν» το καθετί φτάνει στην έσχατη γλωσσική και νοηματική συνέπειά του. Χρησιμοποιώντας προϋπάρχον γλωσσικό υλικό (μαγνητοφωνημένες αφηγήσεις, δημοσιογραφικά άρθρα, δικαστικά και αστυνομικά έγγραφα) και αποδομώντας το με τις τεχνικές του λογοτεχνικού μοντερνισμού (συνειρμική γραφή, απουσία σημείων στίξης, αυτονομία παραγράφων, διάσπαση αφηγηματικής γραμμικότητας), επιτυγχάνει από τη μια να διαλύσει την αντικειμενική κυρίαρχη περιγραφή και από την άλλη, αφαιρώντας από τη συνειρμική γραφή κάθε ψυχολογικό βάθος, κάθε κανονιστική ηθική, κάθε «εγώ» (ανώνυμη προσωπική αφήγηση, απουσία του συγγραφέα, η δράση αφορά μόνο συμβάντα), επιτυγχάνει τη σύμπτωση μορφής-περιεχόμενου: ό,τι περιγράφεται είναι αδιαμφισβήτητο, ρεαλιστικό.

Χωρίς το καταστατικό γεγονός του φόνου και το ηθικό χρέος που δημιουργεί, πιθανώς να μην υπήρχε λογοτεχνία. Το καταστατικό γεγονός της Καμόρα, επίσης ένας εξαναγκαστικός βίαιος θάνατος, πρέπει να βρεθεί ο τρόπος να το αφηγηθούμε. Στο «Σάντοκαν» αρχίζουμε να βρίσκουμε τις προϋποθέσεις μιας τέτοιας γλώσσας ακόμα ατελούς αλλά ωστόσο δικιάς μας:

«θυμάμαι που είδα αυτόν το νεκρό τον πρώτο πραγματικό νεκρό που είδα από κοντά […] κοιτάει με έκπληξη επειδή δεν γνωρίζει ακόμα τι σημαίνει να σκοτώνεις […] ο Τζιάνι από μια καθωσπρέπει πλούσια καλλιεργημένη οικογένεια και όλα τα σχετικά του εξηγεί όχι μόνο σ’ αυτόν αλλά σε όλο το πουλμανάκι με το νι και με το σίγμα ποιος είναι εκείνος που σκότωσαν και για ποιο λόγο τον σκότωσαν και ποιος τον σκότωσε και όλα αυτά τα αφηγείται σαν να αφηγείται ποδοσφαιρικό αγώνα».

Σε αυτό τον αστερισμό λεκτικών θραυσμάτων υπάρχουν δύο σταθεροί αφηγηματικοί άξονες: το χρήμα και η βία. Το χρήμα, ήδη από μόνο του ένα ψευδαισθησιακό αντικείμενο που συγκαλύπτει τη βία των κοινωνικών σχέσεων, εδώ μεγεθύνεται, διογκώνεται και γίνεται το κίνητρο μιας παράλογης βίας: «αυτός κατάλαβε ότι εκεί […]υπάρχουν τα χρήματα τα αληθινά χρήματα εκείνα με τα δέκα μηδενικά».

Και συνεχίζει: «αυτός θέλει να έχει κάτι περισσότερο θέλει να έχει την εξουσία θέλει να έχει το μάξιμουμ τα θέλει όλα έτσι είναι». Η αντιστικτική αναφορά στον τίτλο του πρώτου του βιβλίου «Τα Θέλουμε Ολα» και η μετατροπή της γιορταστικής εξέγερσης του εργάτη-μάζα και του πρώτου πληθυντικού στην τυφλή εξέγερση της μαφιόζικης βίας και το πρώτο ενικό είναι η πρόσκληση του Μπαλεστρίνι να συνειδητοποιήσουμε τι πραγματικά έχει αλλάξει.

Η τέμνουσα που διακόπτει την αφηγηματική ροή της βίας και του χρήματος είναι η νέα υποκειμενικότητα: οι πιτσιρικάδες των κοινωνικών κέντρων, οι γυναίκες, οι Αφρικανοί μετανάστες. Οσοι συγκροτούν την αυτονομία ως πολιτική της διαφοράς είναι η «φιγούρα» της εξόδου που μας δείχνει την έξοδο κινδύνου σε έναν κόσμο που δεν μπορεί να είναι το σπίτι μας: «ξανάφυγα αμέσως το ίδιο βράδυ για το Βορρά πέταξα τα ρούχα που ακόμα βρωμούσαν εκείνη τη φριχτή μπόχα του κατεψυγμένου αίματος ζήτησα να με πάνε στο σταθμό και ορκίστηκα λυσσασμένα ότι δεν θα επιστρέψω ποτέ πια στο χωριό μου».

*Από τη Βιβλιοθήκη του Χαμένου Χρόνου

Μέλος της
ΕΝΕΔ