Από το «πεζοδρόμιο» στα αμφιθέατρα

fantasma1.jpg

Η επίκληση του παρελθόντος είναι βασικό συστατικό στοιχείο της νεοελληνικής ταυτότητας Η επίκληση του παρελθόντος είναι βασικό συστατικό στοιχείο της νεοελληνικής ταυτότητας | Τ.ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

«H ιστορία θα είναι καλή μαζί μου, γιατί σκοπεύω να τη γράψω»

Ουίνστον Τσόρτσιλ

Είναι άραγε η Ιστορία υπόθεση μόνο των επαγγελματιών ιστορικών ή μιας ολόκληρης κοινωνίας – κάθε κοινωνίας; Το ερώτημα μοιάζει μάλλον αφελές.

Οχι μόνον επειδή η συγγραφή της Ιστορίας, σε αντίθεση με τα πορίσματα άλλων επιστημών, εξ υπαρχής και εξ ορισμού απευθύνθηκε σε ευρύτερες μάζες, ως πρωταρχικό στοιχείο της πολύπλευρης πολιτικοϊδεολογικής τους κατήχησης και συνειδητοποίησης.

Ούτε μόνο επειδή η ιδεολογική χρήση του παρελθόντος αποτέλεσε πάντα έναν βασικό μηχανισμό νομιμοποίησης κάθε λογής στράτευσης, στο πλευρό της πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας ή σε αντιπαλότητα με αυτήν.

Πραγματικότητα που επικαθόρισε σε μεγάλο βαθμό και την επικέντρωση των ερευνητικών ενδιαφερόντων κάθε εποχής, παράλληλα και σε διαπλοκή με τη σχετική δημόσια συζήτηση: η στροφή της δεκαετίας του 1990 στη χώρα μας στη μελέτη (κι επανερμηνεία) του εθνικού ζητήματος υπήρξε, λ.χ., άμεση αντανάκλαση της εθνικιστικής υστερίας για το Μακεδονικό, ενώ η επαναφορά των εμφύλιων συγκρούσεων της δεκαετίας του 1940 στο προσκήνιο του ιστοριογραφικού ενδιαφέροντος πυροδοτήθηκε από τη μελαγχολική ανακάλυψη ενός δεξιού πολιτικού επιστήμονα, το 1995, πως η απρόσμενη εκλογική αντοχή του ΠΑΣΟΚ οφειλόταν εν πολλοίς στις διαιρετικές τομές που μας κληροδότησε εκείνη ακριβώς η εποχή.

Το ερώτημα μοιάζει αφελές για έναν ακόμη λόγο: επειδή στη χώρα μας οι πρώτες συγγραφές της νεότερης ιστορίας της, αυτές που διαμόρφωσαν την ευρύτερη συλλογική συνείδηση για το πρόσφατο παρελθόν και πάνω στις οποίες βασίστηκαν (ενίοτε αναθεωρώντας τες) οι μετέπειτα επιστημονικές επεξεργασίες, υπήρξαν προϊόντα όχι επαγγελματιών ιστορικών αλλά δημοσιογράφων.

Ο Γεώργιος Ασπρέας συνέθεσε την πρώτη της ελληνικής πολιτικής ζωής του ΙΘ΄ αι., ο Γεώργιος Βεντήρης αυτή του εθνικού διχασμού της δεκαετίας 1910-1920· ο Γρηγόριος Δαφνής έκανε το ίδιο για τον Μεσοπόλεμο και ο Σπύρος Λιναρδάτος για τα μετεμφυλιακά χρόνια.

Ακόμη και την εισαγωγή της μαρξιστικής προσέγγισης στη μελέτη της νεοελληνικής Ιστορίας, καταλυτική για τη διαμόρφωση των μετέπειτα επεξεργασιών, την οφείλουμε σ’ ένα δημοσιογράφο ονόματι Γιάνης Κορδάτος.

Καθηγητές και εισαγγελείς

Τα παραπάνω αυτονόητα δεν θα είχαν λόγο να διατυπωθούν εδώ, αν δεν μας έδιναν την αφορμή δυο πρόσφατες εξελίξεις.

Η πρώτη σημειώθηκε στο ακαδημαϊκό καθαρά πεδίο. Αναφερόμαστε στην πρόσφατη εισαγωγή της «δημόσιας Ιστορίας», ως αυτοτελούς επιστημονικού αντικειμένου, στο πρόγραμμα του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου – με επιμέρους μαθήματα για την Ιστορία στα ΜΜΕ, τον κινηματογράφο, το Διαδικτυο, τα μουσεία και, φυσικά, την εκπαίδευση.

Την έννοια της «δημόσιας» Ιστορίας (σε αντιδιαστολή προς την «ακαδημαϊκή»), τις συζητήσεις γύρω απ’ αυτή και την πρόσφατη διεθνή τάση επιστημονικής ενασχόλησης μαζί της, με αφετηρία και ερέθισμα κυρίως την πληροφοριακή έκρηξη του Διαδικτύου, συζητά μαζί μας στις επόμενες σελίδες ο διευθυντής του προγράμματος, καθηγητής Χάρης Αθανασιάδης.

Η δεύτερη εξέλιξη, που επίσης συνδέεται με τα ΑΕΙ, ήταν η αστυνομική παραγγελία του εισαγγελέα πρωτοδικών Ροδόπης Διονυσίου Λαμπρίδη προς το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, να τον ενημερώσει, με ονόματα και διευθύνσεις κατοικίας, ποιοι πανεπιστημιακοί (συμπεριλαμβανομένου του «εργαστηριακού διδακτικού προσωπικού» και των «διδασκόντων μέσω ΕΣΠΑ») «ασχολούνται με τη χρήση του όρου “τουρκική μειονότητα”», προκειμένου να εξεταστεί «τι συνέπειες έχει τούτο στις σχέσεις του ελληνικού κράτους με την Τουρκία, καθώς και στο εσωτερικό της χώρας» – και πιο συγκεκριμένα, «κίνδυνος διατάραξης των φιλικών σχέσεων Ελλάδος-Τουρκίας και κίνδυνος αμοιβαίας διχόνοιας μεταξύ των πολιτών» (βλ. αναλυτικά ρεπορτάζ της Αντας Ψαρρά στην «Εφ.Συν.», 14 και 16/12/2017).

Οσο κι αν εκ των υστέρων επιχειρήθηκε να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις με τον ισχυρισμό πως η δρομολογούμενη δίωξη (ύστερα μάλιστα από μήνυση τοπικού στελέχους της... Χρυσής Αυγής, αγρότη το επάγγελμα) στρεφόταν κατά του μειονοτικού Κόμματος Ισότητας, Φιλίας και Ειρήνης, και πως η αστυνομική παραγγελία απέβλεπε αποκλειστικά και μόνο στην εξεύρεση «πραγματογνωμόνων» μαρτύρων κατηγορίας, η σημασία της ως απόπειρας περιορισμού της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας της επιστημονικής έρευνας και έκφρασης είναι αδύνατο να υποτιμηθεί.

Ενδεχόμενη δίωξη της ηγεσίας του κόμματος που στις τελευταίες ευρωεκλογές ήρθε πρώτο στον νομό, αποσπώντας το 41,68% των ψήφων, δεν θα λειτουργήσει μόνο ως επικίνδυνη προβοκάτσια στις εξ ορισμού ευαίσθητες σχέσεις κράτους -μειονότητας.

Θα στείλει κι ένα σαφές μήνυμα προς την «πλειονοτική» κοινότητα, ακαδημαϊκή και μη, ότι τα όρια της ελευθερίας του λόγου στο συγκεκριμένο πεδίο έχουν για ακόμη μια φορά δραστικά περισταλεί.

Οπως εξηγούμε στην τελευταία σελίδα του σημερινού μας αφιερώματος, οι εισαγγελικές μας αρχές έχουν επ’ αυτού πίσω τους μιαν αρκετά πλούσια παράδοση.

Συνέντευξη, Χάρης Αθανασιάδης

Ιστορικός, καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και διευθυντής του μεταπτυχιακού προγράμματος «Δημόσια Ιστορία» του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου

Χάρης Αθανασιάδης Μάριος Βαλασόπουλος

«Το Διαδίκτυο είναι πεδίο καθημερινής ιδεολογικής πάλης»

• Τι ακριβώς αποκαλούμε δημόσια Ιστορία και ποια είναι η γραμμή που τη χωρίζει από την ακαδημαϊκή Ιστορία;

Ενα εξωτερικό κριτήριο για να διακρίνουμε την ακαδημαϊκή από τη δημόσια Ιστορία είναι το μέσο που αξιοποιείται για την κοινοποίηση της ιστορικής γνώσης. Αν η κοινοποίηση γίνεται στα ειδικά περιοδικά, σε συνέδρια ή στα αμφιθέατρα των πανεπιστημίων, αν περιορίζεται δηλαδή στο κοινό των ομοτέχνων, τότε έχουμε ακαδημαϊκή Ιστορία.

Αν, αντιθέτως, ως μέσο ο ιστορικός επιλέγει τις εφημερίδες, την τηλεόραση, το διαδίκτυο ή ευρείας απεύθυνσης μορφωτικές εκδηλώσεις, τότε η ίδια γνώση τείνει να μετασχηματιστεί σε δημόσια Ιστορία. Διότι, βέβαια, το κοινό απεύθυνσης επηρεάζει τη γλώσσα και το ύφος του ιστορικού.

Είναι σχεδόν βέβαιο πως όποιος απευθύνεται σε ευρύ κοινό θ’ αφήσει κατά μέρος τη σκοτεινή ιδιόλεκτο, την κατάχρηση υποσημειώσεων και παραπομπών ή την πληθώρα τεχνικών και στατιστικών στοιχείων και θ’ αναζητήσει εκείνους τους τρόπους που θα του επιτρέψουν να συνομιλήσει μαζί του. Η αναζήτηση αυτή θα τον φέρει αντιμέτωπο με όλες τις τέχνες και τις τεχνικές. Και πρώτα απ’ όλα με την τέχνη του λόγου.

Πώς γράφουμε; Ποιο ύφος είναι ικανό να συνδυάσει τη σαφήνεια με τη γοητεία; Πώς θα γίνει η ιστορική αφήγηση εύληπτη και ελκυστική δίχως να απολέσει την εγκυρότητά της;

Γιατί, για παράδειγμα, επιλέξατε να τιτλοφορήσετε τούτες τις σελίδες «Το φάντασμα της Ιστορίας» και όχι απλώς «Ιστορικές σελίδες»;

Κι αν τώρα ήμασταν στην τηλεόραση πώς θα συνδέαμε το αρχειακό υλικό, τις εικόνες και τα κινηματογραφικά σπαράγματα με τις λεζάντες και τις αφηγήσεις μας, ώστε να αναδείξουμε τις κρίσιμες όψεις του παρελθόντος δίχως να ρίξουμε τους θεατές στα πιο βαθιά χασμουρητά;

Το στοίχημα είναι δύσκολο να κερδηθεί, μα δεν είναι χαμένο από χέρι. Αρκεί να δει κανείς τους «Ιστορικούς Περιπάτους», την πρόσφατη εκπομπή της Μαριλένας Κατσίμη στην ΕΡΤ – κι αυτό είναι ένα μόνο από τα πολλά ενδιαφέροντα εγχειρήματα των τελευταίων ετών.

• Δηλαδή η δημόσια Ιστορία είναι απλώς η εκλαϊκευμένη ιστορία; Μια Ιστορία για το πλατύ κοινό;

Οχι μόνο πλέον. Ως τέτοια ξεκίνησε στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη δεκαετία του 1970. Προέκυψε από τις επαγγελματικές ανάγκες και μέριμνες των ιστορικών που εργάζονταν σε δήμους, σε μουσεία ή πολιτιστικά ιδρύματα.

Οι ιστορικοί αυτοί έκαναν ένα είδος εφαρμοσμένης Ιστορίας και ήταν αναμενόμενο να θέτουν ερωτήματα του τύπου: πώς μπορεί να οργανωθεί ο εορτασμός μιας ιστορικής επετείου δίχως να εξαντληθεί σε πατριωτικές κορόνες ή σε ευτελείς αναπαραστάσεις;

Πώς μπορεί να στηθεί μια έκθεση τεκμηρίων ή καταλοίπων του παρελθόντος ώστε να διεγείρει το ενδιαφέρον του κοινού, εισάγοντάς το ταυτόχρονα στο ιστορικό πλαίσιο που τα παρήγαγε;

Αρκετούς από τους τρόπους που επινόησαν οι Αμερικανοί δημόσιοι ιστορικοί αξιοποιούνται πλέον και στη χώρα μας. Στο Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας απόλαυσα πρόσφατα την έκθεση των κειμηλίων της Επανάστασης του '21.

Την απόλαυσα διότι ακολουθούσα μια ηθοποιό, η οποία υποδυόταν μια γυναίκα του 19ου αιώνα· παρακολουθούσα το βλέμμα, τη στάση και τις σκέψεις της όταν εκείνη βρέθηκε απέναντι στα ίδια κειμήλια στα πενηντάχρονα της επανάστασης.

Κι έτσι επισκέφτηκα δύο εποχές: την Επανάσταση και το Ιωβηλαίο της, την πρώτη της σημαντική επέτειο. Ή, αλλιώς, την Επανάσταση και τις προσλήψεις της (την τότε και τη σημερινή).

Κι αυτό το τελευταίο μάς οδηγεί σε μια δεύτερη νοηματοδότηση της δημόσιας ιστορίας, πιο σύγχρονη και πιο ευρωπαϊκή. Οταν ένας ιστορικός διερευνά μια πτυχή του παρελθόντος, ας πούμε τον ελληνικό εμφύλιο, κάνει κλασική ακαδημαϊκή ιστορία.

Οταν όμως μελετά τις προσλήψεις και τις χρήσεις του Εμφυλίου σήμερα, τότε κάνει δημόσια Ιστορία.

Διότι, βέβαια, κάθε εποχή προσλαμβάνει και αξιοποιεί το παρελθόν της με ορισμένους τρόπους· συνήθως ένας από αυτούς είναι ο κυρίαρχος και ορισμένοι δευτερεύοντες, εναλλακτικοί ή ανταγωνιστικοί στον κυρίαρχο – πάντως σπανίως το παρελθόν προσλαμβάνεται αποκλειστικά με έναν τρόπο και ουδέποτε με άπειρους.

Ως πριν από δέκα με είκοσι χρόνια, τα ερωτήματα που θεωρούνταν σημαντικά από τους ιστορικούς ήταν κατά βάση τα ακόλουθα: Τι σημαντικό έγινε στο παρελθόν, πώς ακριβώς εκτυλίχθηκε και πώς εξηγείται ή ερμηνεύεται;

Σήμερα, σε αυτή τη σειρά ερωτημάτων προσθέτουμε ακόμα μία: πώς προσλαμβάνονται και πώς αξιοποιούνται τα σημαντικά επεισόδια του παρελθόντος στις μεταγενέστερες εποχές; Και γιατί προσλαμβάνονται και αξιοποιούνται με αυτούς τους τρόπους και όχι με διαφορετικούς;

Με άλλα λόγια, μας ενδιαφέρει όχι μόνο η ιστορική αλήθεια αλλά και οι «αλήθειες» των επιγόνων – αυτές οι δεύτερες είναι η δημόσια Ιστορία. Οχι πλέον νοούμενη ως εύληπτη ανασύνθεση ή αναπαράσταση του παρελθόντος, αλλά ως πολιτισμικό φαινόμενο και ως ανατομία αυτού του πολιτισμικού φαινομένου – δηλαδή, ως επιστημονικό αντικείμενο και ως επιστημονική πρακτική.

Και αξίζει να μελετήσουμε αυτές τις «αλήθειες» των επόμενων γενεών (τις προσλήψεις και τις χρήσεις του εθνικού και κοινωνικού τους παρελθόντος) διότι στο σύνολό τους συγκροτούν την ιστορική κουλτούρα μιας εποχής, η οποία με τη σειρά της επηρεάζει σημαντικά την πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων.

Αν θέλουμε λοιπόν να καταλάβουμε το παρόν, θα πρέπει, εκτός των άλλων, να κατανοήσουμε και τους τρόπους με τους οποίους συνομιλούμε με το παρελθόν.

• Ναι, αλλά, σε τελική ανάλυση, η ενασχόληση με το παρελθόν δεν υπήρξε πάντοτε μια δημόσια Ιστορία, άμεσα σχετιζόμενη με την ιδεολογική νομιμοποίηση είτε της κρατικής εξουσίας είτε των κάθε λογής κοινωνικών και πολιτικών διεκδικήσεων;

Σε μεγάλο βαθμό, ναι· σίγουρα ναι, πριν από την ανάδυση της επιστημονικής Ιστορίας. Οταν οι χρονικογράφοι του Μεσαίωνα εξυμνούσαν τα κατορθώματα του βασιλέα, νομιμοποιούσαν ενσυνειδήτως την εξουσία του και για να το πετύχουν δεν πολυνοιάζονταν για την ακρίβεια όσων περιέγραφαν.

Μα και κατά τον 19ο αιώνα, η ρομαντική ιστοριογραφία που τότε άνθησε, παρότι αναζητούσε τεκμήρια και ανέπτυσσε τεχνικές για να ελέγχει τη γνησιότητά τους, ως προς τον στόχο, δηλαδή ως προς την παροχή νομιμοποίησης, δεν διέφερε από τις προηγούμενες ανυπόληπτες αφηγήσεις. Απλώς τη θέση του βασιλέα την πήρε τώρα το έθνος, που θεωρήθηκε το κατεξοχήν υποκείμενο της ιστορίας.

Οι ρομαντικοί ιστορικοί περιέγραψαν τα έθνη ως διαχρονικές, σχεδόν υπερβατικές οντότητες στις οποίες πρωτίστως οφείλουμε υπακοή και στράτευση. Υπ’ αυτή την οπτική, η «Ιστορία του Ελληνικού Εθνους» του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου επέχει για τους Ελληνες θέση κοσμικής Βίβλου.

Ωστόσο, από τον Μεσοπόλεμο και εξής ξεδιπλώθηκαν συστηματικές προσπάθειες για μια επιστημονική ιστορία –μια ιστορία που θα ανασυνθέτει το παρελθόν πολυπρισματικά, διεισδυτικά και απροκατάληπτα– στο πλαίσιο κυρίως της αγγλικής κοινωνικής ιστορίας και της γαλλικής σχολής των Ανάλ (από το ιστορικό περιοδικό Annales: Χρονικά).

Οι Ελληνες ιστορικοί δεξιώθηκαν τις τάσεις αυτές κατά την μεταπολίτευση, αναπληρώνοντας ταχέως τις χαμένες (από ιστοριογραφική άποψη) τέσσερις προηγούμενες δεκαετίες.

Βέβαια, ακόμα και η επιστημονική ιστορία δεν είναι αδιάβροχη στις ιδεολογικές της χρήσεις. Δεν μπορεί να είναι, αφενός διότι το ερώτημα με το οποίο ο ιστορικός επισκέπτεται το παρελθόν εμπεριέχει το αξιακό του φορτίο και ευρύτερα τους προβληματισμούς της εποχής του και αφετέρου διότι, από τη στιγμή που η σύνθεσή του δημοσιεύεται, υπόκειται σε αξιοποιήσεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχό του.

Δίπλα σε αυτά θα βρει κανείς ακόμη ιστορίες που γράφονται με προφανή στόχο να υποστηρίξουν επιλογές του παρόντος (καμιά φορά γραμμένες από τα ίδια τα υποκείμενα για το εαυτό τους, όπως το «Δοκίμιο για την ιστορία του ΚΚΕ») ή μελέτες που γράφονται με ρητό στόχο να προσφέρουν επιχειρήματα σε εθνοτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές ομάδες που αναζητούν ταυτότητα ή υπήρξαν θύματα και αναζητούν δικαίωση διά της Ιστορίας.

Εκδοχές δημόσιας Ιστορίας από την ελληνική καθημερινότητα των τελευταίων χρόνων Εκδοχές δημόσιας Ιστορίας από την ελληνική καθημερινότητα των τελευταίων χρόνων |

• Εχουν εκφραστεί αντιρρήσεις, από επιστημονικής πλευράς, γι’ αυτές τις χρήσεις της Ιστορίας, αλλά και γενικότερα για τον διαχωρισμό ανάμεσα σε δημόσια και ακαδημαϊκή ιστορία;

Ναι. Η πιο οργανωμένη από τις επιστημονικές αντιδράσεις στις ποικίλες ιδεολογικές χρήσεις της Ιστορίας προήλθε από τους Γάλλους ιστορικούς. Αφορμή στάθηκαν οι παραινέσεις του Σαρκοζί (το 2005) προς τους εκπαιδευτικούς να αναδεικνύουν στα μαθήματά τους και τις θετικές διαστάσεις της αποικιοκρατίας. Εκτός αυτού, αρκετοί Γάλλοι ιστορικοί εναντιώνονται επίσης στις θεωρούμενες ως θετικές αξιοποιήσεις της Ιστορίας· τις αξιοποιήσεις στις λεγόμενες πολιτικές της μνήμης – στους νόμους για την άρνηση του Ολοκαυτώματος ή για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων.

Κάνοντάς το, όμως, είναι αναγκασμένοι να μελετήσουν αυτές τις χρήσεις (άρα να κάνουν δημόσια Ιστορία ως αντικείμενο μελέτης) και να παρεμβαίνουν στη δημόσια σφαίρα προκειμένου να αποσοβούν τις πιο προβληματικές από τις χρήσεις, τις καταχρήσεις της Ιστορίας, άρα γίνονται και οι ίδιοι μέρος της δημόσιας διαμάχης για το παρελθόν. Με τις παρεμβάσεις τους διευρύνουν τον κύκλο των συζητήσεων και αντιπαραθέσεων – διογκώνουν συνεπώς το φαινόμενο της δημόσιας Ιστορίας.

• Μια και αναφέρεστε σε αντιπαραθέσεις, είναι προφανές ότι αυτές έχουν πολλαπλασιαστεί με την αλματώδη ανάπτυξη της «μπλογκόσφαιρας» και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Επηρεάζει η ανάπτυξη αυτή την καλλιέργεια και διάχυση της ιστορικής συνείδησης, κι αν ναι, θετικά ή αρνητικά;

Πράγματι, κατά την τελευταία δεκαετία, ολοένα και περισσότερο οι διαμάχες για το παρελθόν εκτυλίσσονται στον ψηφιακό κόσμο· ακόμα κι όταν το αρχικό ερέθισμα είναι ένα άρθρο σε μια εφημερίδα, οι αναταράξεις που προκαλεί μεταφέρονται ταχέως στα κοινωνικά δίκτυα. Παρότι οι διαμάχες αυτές φαντάζουν επιφανειακές και πρόσκαιρες, δεν είναι δίχως σημασία, εφόσον επιβεβαιώνουν και ενισχύουν (ή αντιθέτως υπονομεύουν και αποδιαρθρώνουν) κρυσταλλωμένες πεποιθήσεις για το παρελθόν και νοοτροπίες που εδράζονται σε αυτές τις πεποιθήσεις.

Διεξάγεται καθημερινά μία ιδεολογική πάλη εκεί, την οποία θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε. Ισως είχατε παρατηρήσει πως αρχικά η μπλογκόσφαιρα είχε κατακλυστεί από ανυπόληπτες, ακροδεξιάς υφής σελίδες, γεμάτες με θεωρίες συνωμοσίας και ύμνους στην ανωτερότητα του ελληνικού έθνους.

Την τελευταία πενταετία, όμως, μπορεί κανείς να βρει αξιόπιστες σελίδες εκλαϊκευμένης Ιστορίας από ομάδες νέων ιστορικών, ωραίες δουλειές από ομάδες προφορικής ιστορίας και ψηφιακά αρχεία αξιώσεων από ιδρύματα και πανεπιστήμια. Δομείται αναμφίβολα ένας νέος τόπος ιστορικής διάδρασης και, συνακόλουθα, μια νέα περιοχή μελέτης.

• Αρα, ένα νέο επιστημονικό πεδίο. Οπότε, περνάμε στο τελευταίο ερώτημα: Σε ποια έκταση έχουν ασχοληθεί τα πανεπιστήμια, εδώ και σε άλλες χώρες, μ’ αυτό το πεδίο;

Οπως σας είπα στην αρχή της κουβέντας μας, η δημόσια Ιστορία αναπτύχθηκε και καθιερώθηκε ακαδημαϊκά στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τη δεκαετία του 1970. Στην Ευρώπη έκανε την εμφάνισή της μόλις κατά την τελευταία δεκαετία ως μεταπτυχιακό πρόγραμμα σε μια σειρά από πανεπιστήμια που φημίζονται για τις καινοτομικές τους διαθέσεις, όπως το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου ή το Πανεπιστήμιο του Αμστερνταμ.

Στη χώρα μας, μαχητικό άνοιγμα στη δημόσια Ιστορία αποτόλμησε φέτος το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο με ένα μεταπτυχιακό που συγκέντρωσε ήδη πολλούς φοιτητές και αρκετούς από τους καλύτερους ιστορικούς της χώρας.

Η πρωτοβουλία ανήκε σε εμένα, τον Πολυμέρη Βόγλη και τον Μενέλαο Χαραλαμπίδη, αλλά τίποτε δεν θα προχωρούσε δίχως την ένθερμη υποστήριξη του προέδρου του ΕΑΠ, του Βασίλη Καρδάση, ο οποίος είναι επίσης ιστορικός και είχε αναμειχθεί στο παρελθόν με πρακτικές της δημόσιας ιστορίας (συμμετείχε στα «Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας). Αυτές τις ημέρες μάλιστα άρχισαν οι εγγραφές.

Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να αξιοποιήσω την ευκαιρία και να πω πως μας ενδιαφέρει να προσέλθουν ως φοιτητές κυρίως όσοι λόγω επαγγέλματος διαμορφώνουν την ιστορική κουλτούρα μιας κοινωνίας, όπως εσείς οι δημοσιογράφοι, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές που διδάσκουν Ιστορία ή όσοι εργάζονται σε μουσεία, σε δήμους και πολιτιστικά ιδρύματα. Διότι, ξέχωρα από το αμιγώς ακαδημαϊκό υπάρχει και αυτό το πολιτισμικό στοίχημα: όσοι λόγω θέσης επηρεάζουν την ιστορική κουλτούρα, να αποκτήσουν μέσω ειδικών σπουδών γερή επιστημονική συγκρότηση και ταυτόχρονα δεξιότητες επικοινωνίας.

Να αποκτήσουμε δημόσιους ιστορικούς ώστε να μην αφεθεί ελεύθερο το πεδίο σε ανυπόληπτους που χειραγωγούν το κοινό με επιλεκτικές χρήσεις της Ιστορίας.

Οταν οι εισαγγελείς «γράφουν» (την) Ιστορία

Στιγμιότυπο από τα εθνικιστικά συλλαλητήρια του 1992-94 για το Μακεδονικό. Εμείς διαφωτίζαμε τους κουτόφραγκους και οι εισαγγελείς φρόντιζαν για την ορθότητα των δικών μας ιστορικών γνώσεων Στιγμιότυπο από τα εθνικιστικά συλλαλητήρια του 1992-94 για το Μακεδονικό. Εμείς διαφωτίζαμε τους κουτόφραγκους και οι εισαγγελείς φρόντιζαν για την ορθότητα των δικών μας ιστορικών γνώσεων |

Mε τη δημόσια ιστορία δεν ασχολούνται μόνο δημοσιογράφοι, μπλόγκερ και ερανικές επιτροπές για την ανέγερση μνημείων.

Ιδιαίτερες επιδόσεις παρέμβασης στον χώρο επιδεικνύουν κατά καιρούς και οι εκπρόσωποι του κλάδου των δικαστών και εισαγγελέων. Αναφανδόν λογοκριτικές, οι σχετικές παρεμβάσεις τους εξελίχθηκαν την τελευταία εικοσιπενταετία κατά κανόνα σε μπούμερανγκ.

Ανοιχτό παραμένει όμως το ερώτημα σε ποιο βαθμό κατάφεραν τελικά να τρομοκρατήσουν τους λιγότερο τολμηρούς, περιορίζοντας έτσι την εμβέλεια της αμφισβήτησης των κυρίαρχων στερεοτύπων.

Εν ονόματι του έθνους

Στα μετεμφυλιακά χρόνια, τα όρια της επιτρεπτής αφήγησης για τη θυελλώδη δεκαετία του 1940 καθόριζε η δρακόντεια αντικομμουνιστική νομοθεσία της εποχής.

Ακόμη και στη διάρκεια του φιλελεύθερου ανοίγματος της Ενωσης Κέντρου, δεν έπαψαν οι διώξεις όσων τολμούσαν να υπενθυμίσουν ότι το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ υπήρξε δύναμη αντίστασης (και δη η σημαντικότερη) στη ναζιστική και φασιστική κατοχή.

Τα επετειακά αφιερώματα της «Αυγής» για το ΕΑΜ (26-27/9/1964) επέσυραν έτσι εισαγγελικές διώξεις των υπεύθυνων της εφημερίδας, Πότη Παρασκευόπουλου και Νίκου Κρίκη, βάσει του Α.Ν. 509/1947 – και μόνον ύστερα από διεθνή κινητοποίηση το δικαστήριο αποφάσισε να αναβάλει την εκδίκαση της υπόθεσης «επ’ αόριστον».

Μεταπολιτευτικά, παρόμοιοι δικαστικοί επικαθορισμοί των νόμιμων ορίων της συζήτησης για το παρελθόν (και για τις «ουρές» του στο παρόν) επιχειρήθηκαν κυρίως σε σχέση με τα «εθνικά» ζητήματα, ιδίως τα μειονοτικά:

 Το 1989-1991, διαδοχικές καταδίκες του μειονοτικού ακτιβιστή (κι εν συνεχεία βουλευτή) Αχμέτ Σαδίκ, για «πρόκληση πολιτών σε διχόνοια», επειδή αναφερόταν σε «τουρκική μειονότητα» και «Τούρκους» της Δυτικής Θράκης, συνέβαλαν όχι μόνο στην περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση της μειονότητας αλλά και στην ανάδειξη του διωκόμενου γιατρού στον κατεξοχήν εκφραστή αυτής της τελευταίας.

Δικό του δημιούργημα υπήρξε το κόμμα DEB, που με πρωτοβουλία της Χρυσής Αυγής έβαλε ξανά στο στόχαστρο -με την ίδια ακριβώς κατηγορία- ο επιχώριος εισαγγελέας.

 «Ιστορικό» σκεπτικό επιστρατεύθηκε το 1990 κι από το Εφετείο Θεσσαλονίκης για την απαγόρευση της σύστασης του σωματείου «Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού», με το οποίο, διαβάζουμε στη σχετική απόφαση, «υφίσταται κίνδυνος παγιδεύσεως νεαρών ατόμων στην εθνολογικά ανύπαρκτη και ιστορικά αποκρουστέα [sic] “σλαβομακεδονική μειονότητα”».

Ευρύτερη διάσταση, πανεθνικής πλέον εφαρμογής, οι ιστοριογραφικές αυτές ευαισθησίες εισαγγελέων και δικαστών απέκτησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990, κατά την έξαρση του «Σκοπιανού». Διαμορφώθηκε μάλιστα κι ένα άτυπο ειδικό «πακέτο» ποινικών διατάξεων που επιστρατεύονταν σε κάθε περίπτωση πάταξης αντιφρονούντων, ανεξαρτήτως αν συνέτρεχαν ή όχι κάθε φορά οι αντικειμενικοί όροι επίκλησής τους.

 Η πρώτη σύλληψη (10/1/1992) και καταδίκη (30/1/1992) αφορούσε έξι μέλη της Οργάνωσης για την Ανασυγκρότηση του ΚΚΕ (ΟΑΚΚΕ) που κολλούσαν στο αθηναϊκό κέντρο αφίσες καταγγελίας των κυβερνητικών σχεδίων για «συμμαχία με την επεκτατική Σερβία» και διατύπωναν το αίτημα «να αναγνωριστεί η Σλαβική Μακεδονία».

Το αντισερβικό περιεχόμενο της αφίσας καθόρισε και τη συμπερίληψη στο διωκτικό «πακέτο» του αδικήματος της «διατάραξης των φιλικών σχέσεων της Ελλάδας με ξένο κράτος» (μολονότι η Σερβία δεν ήταν ακόμη διεθνώς αναγνωρισμένη), μαζί με τη «διασπορά ψευδών ειδήσεων» και την «πρόκληση πολιτών σε διχόνοια».

 Για τα ίδια αδικήματα καταδικάστηκαν (4/5/1992) ένας φοιτητής και τρεις φοιτήτριες της Φιλοσοφικής που διένειμαν προκήρυξη της Αντιπολεμικής Αντιεθνικιστικής Συσπείρωσης με τίτλο «Οι γειτονικοί λαοί δεν είναι εχθροί μας. Οχι στον εθνικισμό και στον πόλεμο».

Μεταξύ άλλων, το δικαστήριο αποφάνθηκε πως η δημόσια καταδίκη των φιλοπόλεμων κραυγών (για εισβολή στην Αλβανία και «στρατιωτική πίεση» στην ΠΓΔΜ) ήταν αυτή έθετε σε κίνδυνο τις διεθνείς σχέσεις της χώρας – κι όχι οι φιλοπόλεμες κραυγές, που σύμφωνα με τον εισαγγελέα συνιστούσαν «εθνεγερτικό κάλεσμα» για την προάσπιση των εθνικών μας δικαίων!

 Ο κύκλος ολοκληρώθηκε με τη δίωξη του βιβλίου της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση (ΟΣΕ, νυν ΣΕΚ και ΔΕΑ) «Η κρίση στα Βαλκάνια, το Μακεδονικό και η εργατική τάξη» – με τις ίδιες πάντα κατηγορίες, σε βάρος των τριών συγγραφέων του και δύο μελών της οργάνωσης που το διακινούσαν. Δίωξη που στηρίχτηκε σε κατάθεση του Κωνσταντίνου Πλεύρη (22/4/1992), τον οποίο ο εισαγγελέας Ανδρεουλάκος κάλεσε ως «εμπειρογνώμονα» με την ιδιότητα όχι μόνο του «δικηγόρου» αλλά και του «πανεπιστημιακού»!

Οταν, ύστερα από πολλές διαμαρτυρίες -στην Ελλάδα και διεθνώς- κι έναν χρόνο αλλεπάλληλων αναβολών, το δικαστήριο αθώωσε τελικά τους κατηγορούμενους (7/8/1993), ο εισαγγελέας άσκησε έφεση.

Ενας πραγματικός εμπειρογνώμων

Τελευταίο δείγμα αυτής της εισαγγελικής επαγρύπνησης αποτέλεσε η πρόσφατη εισαγγελική παραγγελία προς το Δημοκρίτειο, για τη χαρτογράφηση των πανεπιστημιακών που «ασχολούνται με τη χρήση του όρου “τουρκική μειονότητα”» που προκαλεί τον (γνωστό από παλιά) «κίνδυνο διατάραξης των φιλικών σχέσεων Ελλάδος-Τουρκίας και αμοιβαίας διχόνοιας μεταξύ των πολιτών».

Μετά τη θύελλα αντιδράσεων που προκάλεσε η γνωστοποίηση του εγγράφου, επιχειρήθηκε να διασκεδαστούν οι εντυπώσεις με τη δικαιολογία της αναζήτησης... εμπειρογνώμονα, για να καταθέσει υπέρ μιας μήνυσης χρυσαυγίτη κατά του μειονοτικού κόμματος που ήρθε πρώτο στον νομό στις ευρωεκλογές του 2014.

Αν ήθελε πραγματικά ν’ αναζητήσει κάποιον εμπειρογνώμονα, ο εισαγγελέας θα μπορούσε, υποθέτουμε, ν’ απευθυνθεί στον άνθρωπο που κατείχε επίσημα αυτή τη θέση στο ελληνικό ΥΠΕΞ για πάνω από τρεις δεκαετίες (1963-1995), προσφέροντας διαδοχικά τα φώτα του στις κυβερνήσεις του Κέντρου, των αποστατών, της χούντας, της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ.

Αναφερόμαστε στον Ευάγγελο Κωφό, η μεταπτυχιακή διατριβή του οποίου, με τίτλο «Εθνικές μειονότητες στη μεταπολεμική Ελλάδα και η επίδρασή τους στις σχέσεις μεταξύ της Ελλάδας και των γειτόνων της» (Georgetown University, Ιούνιος 1959), ασχολείται καταλεπτώς με το ζήτημα.

Ευθύς εξαρχής, ο εμπειρογνώμων συγγραφέας ξεκαθαρίζει εκεί πως, «όσον αφορά την ελληνική εξωτερική πολιτική, οι δυο σημαντικότερες μειονοτικές ομάδες είναι οι Τούρκοι της Δυτικής Θράκης και οι “Σλαβομακεδόνες” της Δυτικής Μακεδονίας» (σ. 2) – οι δεύτεροι εντός εισαγωγικών, οι πρώτοι όχι.

Μας πληροφορεί επίσης ότι στην ελληνική Θράκη «κατοικεί μια ευμεγέθης τουρκική μειονότητα» με «εθνοτική “πατρίδα”» την Τουρκία (σ. 179) και σαφή εθνικό χαρακτήρα.

Αν «η εθνική προέλευση» των Σλαβομακεδόνων «παρέμεινε άμορφη κι αξεκαθάριστη», διαβάζουμε, «η τουρκική μειονότητα στην Ελλάδα δεν εμφάνιζε τέτοια δυσκολία. Η τουρκική εθνική συγγένεια είναι αδιαμφισβήτητη» (σ. 180).

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας